Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of property claim due to abuse of right, citing failure to prove bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a property dispute, remanding the case for retrial. The lower court rejected the plaintiffs' claim based on an alleged abuse of right, but the Supreme Court found the factual record insufficient to prove bad faith or unjustified conduct. Consequently, the court held that the lower court violated substantive law by failing to address all necessary elements regarding the defendants' behavior.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 560 of the Code of Civil Procedure; A claim for abuse of right is inadmissible if the lower court fails to establish the specific conduct creating a legitimate expectation of non-exercise or the unjustified consequences of its subsequent exercise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1141 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1141/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, θυγ. Ζ, ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Ζ 2. Χ2, θυγ. Ζ, ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Ζ και 3. Χ3, θυγ. Ζ, ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαυροειδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3 ατομικά και ως κληρονόμου του Ξ, ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ψαρουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 11-1-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Αντωνιάδη με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 23/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά το θάνατο του τετάρτου αναιρεσείοντος Ζ, που επήλθε στις 15-8-2006, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης, επήλθε βίαια διακοπή της δίκης, η οποία επαναλαμβάνεται με την από 14-2-2007 κλήση των λοιπών αναιρεσειόντων και μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του, τέκνου του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 εδ. α, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.
ΑΠ 17/1995). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.
Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος τους δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, που πρόβαλαν παραδεκτά οι αναιρεσίβλητοι, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών.
Κατά τη δικάσιμο της 19-7-1995, που ορίστηκε η συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, που άσκησαν οι τρεις πρώτοι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά των τριών πρώτων εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και της μη διαδίκου αδελφής τους, επήλθε εξώδικος συμβιβασμός και συντάχθηκε μεταξύ του 4ου εκκαλούντος και αναιρεσείοντος Ζ, ιδιοκτήτη τότε αποκλειστικά της όμορης ιδιοκτησίας και των εφεσίβλητων το από 19-1-1995 πρακτικό συμβιβασμού και το από 19-7-1995 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών των δύο πλευρών.
Με το πρακτικό αυτό οι διάδικοι αυτοί συμφώνησαν να ανταλλάξουν μεταξύ τους τμήματα των ιδιοκτησιών τους και συγκεκριμένα ένα τμήμα της ιδιοκτησίας των Ψ1, Ψ2 και Ψ3 θα ελάμβανε ο Ζ και τμήμα 13,37 τ.μ. του τελευταίου θα ελάμβανον οι πρώτοι, σύμφωνα δε με το συμφωνητικό αυτό την ίδια ημέρα παραδόθηκε η νομή και κατοχή των ανταλλαγέντων οικοπεδικών τμημάτων.
Την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού δεν αρνούνται οι εκκαλούντες, ισχυρίζονται όμως ότι ο τέταρτος από αυτούς υπέγραψε το συμφωνητικό χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενό του και πλανήθηκε ως προς το περιεχόμενο αυτό, ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος. Μετά τον παραπάνω συμβιβασμό και την άτυπη ανταλλαγή των οικοπεδικών τμημάτων, ξεκίνησαν και πάλι οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής των εκκαλούντων, πλην όμως αυτοί δεν προσήλθαν στη συμβολαιογράφο που ορίσανε για την σύνταξη του συμβολαίου ανταλλαγής στις 10-1-1996, ενώ πληρώθηκε ο φόρος ανταλλαγής και από τις δύο πλευρές.
Σε εκτέλεση του παραπάνω πρακτικού συμβιβασμού, οι εφεσίβλητοι έλαβαν στη νομή τους το επίδικο τμήμα των 13,37 τ.μ. από τον 4ο εκκαλούντα. Οι εκκαλούντες, αφού έπραξαν αυτό που ήθελαν, δηλαδή να κτίσουν στο πιο πάνω τμήμα των 13,37 τ.μ. της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων, αρνούνται ακόμη και σήμερα να μεταβούν στην ως άνω συμβολαιογράφο για τη σύνταξη του συμβολαίου ανταλλαγής.
Η διεκδίκηση των επιδίκων τμημάτων οφείλεται στην προσπάθεια των εκκαλούντων να νομιμοποιήσουν την οικοδομή τους, αφού το οικόπεδό τους δεν έχει το εμβαδόν που εμφάνισαν στην οικοδομική άδεια. Περαιτέρω δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι η ένσταση που πρότειναν νόμιμα οι εφεσίβλητοι περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, "ανεξάρτητα από τον τρόπο που οι εκκαλούντες έγιναν συγκύριοι των επιδίκων οικοπεδικών τμημάτων (πρωτότυπο ή παράγωγο), πριν από τον ως άνω εξώδικο συμβιβασμό".
Με τις κρίσεις του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. που εφάρμοσε, διότι τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα αυτή πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, βάσει της διατάξεως αυτής, στοιχεία για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων.
Ειδικότερα δεν αναφέρεται καμία συμπεριφορά των λοιπών δικαιούχων - εναγόντων, πλην του 4ου που έλαβε μέρος στον εξώδικο συμβιβασμό, σε συνάρτηση με εκείνη των υπόχρεων εναγομένων, που να δημιούργησε στους τελευταίους και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν οι πρώτοι το δικαίωμά τους, ούτε ότι η μεταγενέστερη επιδίωξη από αυτούς ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε θα έχει επαχθείς συνέπειες και ποιές για τους υπόχρεους, μόνη δε η επικαλούμενη κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού και η άρνηση του 4ου ενάγοντος να συμμορφωθεί προς αυτόν, δεν επαρκεί για την θεμελίωση της ενστάσεως αυτής.
Επομένως ο 1ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 23/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ