Legislator Case Law & Legislation
1140/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against school board, recognizing successors' rights to return disputed property.

Case Number 1140/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the school board and municipality, recognizing the plaintiffs as universal successors to the original claimants. The court found that the defendants failed to prove the plaintiffs lacked ownership intent, rendering their claim of exclusive ownership invalid. Consequently, the property was ordered returned to the plaintiffs, and the defendants were condemned to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 281 of Law 3463/2006; If the owner's intent is missing in the current claimants, a claim of exclusive ownership based on adverse possession is rejected, and the action is admitted as substantively valid.

Keywords

AI generated
adverse possession universal successors property return legal costs ownership intent

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 281 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1140 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1140/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλουσών: 1)Α. Σ. του Α. και 2)Ε. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Άννα Αποστολίδου, που ανακάλεσε την από 27-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των καθών η κλήση: 1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σχολική Επιτροπή Πρωτοβαθμίου Εκπαιδεύσεως Δήμου Κάτω Νευροκοπίου", που εδρεύει στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιoνεί καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σχολική Επιτροπή του Β' Δημοτικού Σχολείου Κάτω ...", και 2)Ν.Π.Δ.Δ και ΟΤΑ Α' βαθμίδος με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ ΔΡΑΜΑΣ, που εδρεύει στο Κάτω Νευροκόπι και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Τριμπόνια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16.12.1996 αγωγή των δικαιοπαρόχων-αποβιωσασών των ήδη καλουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/1998 του ίδιου δικαστηρίου και 226/2002 του Εφετείου Θράκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 226/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10/12/2009 αίτησή τους, η οποία προσδιορίστηκε, μετ' αναβολή, για τη δικάσιμο της 2/10/2013, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 11/10/2013 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 2155/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 20-2-2015 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 106/2016 μη οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης γενομένης δεκτής της αιτήσεως αυτοεξαιρέσεως του κατά την συνεδρίαση Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Ευτυχίου Μπιχάκη. Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 17-2-2016 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 552/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1713/2017, η οποία αναίρεσε την 175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 5-7-2017 κλήση των καλουσών.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, ενώπιον του τμήματος αυτού με την από 5-2-2017 κλήση των Α. Σ. του Α. και Ε. Σ. του Α., ως καθολικών διαδόχων των αρχικώς αναιρεσειουσών - εκκαλουσών - εναγουσών Ε. χήρας Α. Σ., το γένος Μ. Κ. (εξ αδιαθέτου και κατ7 ισομοιρία) και Μ. χήρας Σ. Σ., το γένος Μ. Κ. (δυνάμει της υπ' αριθ. ...71/8-7-1993 δημόσιας διαθήκης της ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Κ.), οι οποίες, μετά τον θάνατο των τελευταίων τα έτη 2013 και 2012 αντίστοιχα, συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 552/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 175/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.

Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της. Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της, ως άνω, αναιρεθείσας απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 15-5-2001 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ. 72/1998 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Οι αρχικές ενάγουσες, Ε. χήρα Α. Σ. και Μ. χήρα Σ. Σ., με την από 16-12-1996 ένδικη αγωγή τους εξέθεταν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, του επαρκώς περιγραφόμενου στην αγωγή οικοπέδου, από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της αποβιώσασας το 1971 θείας τους Μ. χήρας Δ. Τ., την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκαν με νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ότι στην δικαιοπάροχο τους το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα μετά από παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο με νομίμως μεταγραφέντα οριστικό τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας ....

και ότι οι εναγόμενοι, χωρίς δικαίωμα κατέχουν το επίδικο, το οποίο κατέλαβαν προ 18 ετών, δηλαδή περί το έτος 1978, το περιέφραξαν, επεκτείνοντας έτσι τον ακάλυπτο χώρο του όμορου προς το επίδικο οικοπέδου ιδιοκτησίας τους και το ενσωμάτωσαν στον αυλόγυρο του σχολικού κτιρίου του ...Δημοτικού Σχολείου ...

που είναι κτισμένο στο ανωτέρω οικόπεδο τους, χρησιμοποιώντας έκτοτε τούτο ως αύλειο χώρο του σχολείου. Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν, παραιτούμενες "από την ασκηθείσα 423/2-7-1987 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή των εκκαλουσών, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση ότι η αξίωσή τους υπέκυψε σε εικοσαετή παραγραφή, χωρίς οι ενάγουσες να επικαλεσθούν, κατ' αντένσταση, διακοπτικό της παραγραφής γεγονός.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγουσες με την κρινόμενη έφεσή τους και ζητούν, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 1189/1972 και τις πριν από την ισχύ αυτού διατάξεις του άρθρου 196 του Αγροτικού Κώδικα, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 77 του ν.δ. 2185/1952 και συμπληρώθηκε από του άρθρο 64 του ν.δ. 3194/1955 προκύπτει ότι, προκειμένου περί κλήρων κειμένων στις υπό του νόμου 1366/1938 καθοριζόμενες παραμεθόριες περιοχές, η κυριότητα τούτων περιέχεται εις τους κληρούχους, οι οποίοι, την αποκτούν, κατά τις διατάξεις τις εποικιστικής Νομοθεσίας (Αγροτικού Κώδικα), με πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχοι του παραχωρούντος τον κλήρο Ελληνικού Δημοσίου, όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού για την κύρωση της οριστικής διανομής όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ.1, 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικα (άρθρ. 1 παρ.1, 2 και 9 του α.ν. 1722/1939), αλλά μόνον από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου, δηλαδή, του παραχωρητηρίου (ΑΠ 1132/2002).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, η εμπράγματη αξίωση προς απόδοση του πράγματος, απορρέουσα από την καθολική προσβολή της κυριότητας με την αφαίρεσή του, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή και έχει ως αφετήριο γεγονός την κατάληψη του πράγματος από τον τρίτο (άρθρο 251 ΑΚ), ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η εν λόγω παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής, η οποία δικονομικώς μεν συντελείται με την κοινοποίηση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου και την επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (215 παρ. 1 ΚΠολΔ), η από την άσκησή της όμως ουσιαστικού δικαίου συνέπεια της διακοπής της παραγραφής επέρχεται με και από την επίδοσή της (άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, αφενός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 ΑΚ, αν συντρέχει νόμιμος και έγκυρος λόγος διακοπής της παραγραφής, ο περί της οποίας (διακοπής) ισχυρισμός αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης παραγραφής της αξίωσης που προτείνει ο υπόχρεος από αυτήν, ο χρόνος που πέρασε μέχρι την επέλευση του διακοπτικού γεγονότος δεν υπολογίζεται και, αφότου περατωθεί η διακοπή, αρχίζει νέα παραγραφή και αφετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ, επί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής, εάν ο ενάγων παραιτήθηκε από την αγωγή ή εάν αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, εφ' όσον ο δικαιούχος εντός αποσβεστικής προθεσμίας έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικής αγωγής του επανεγείρει αγωγή κατά του αυτού εναγομένου, στηρίζοντας αυτήν στην ίδια ιστορική και νομική βάση, στην οποία στηριζόταν η τελεσιδίκως απορριφθείσα αγωγή ή εκείνη από την οποία παραιτήθηκε ο δικαιούχος, αναβιώνει το δια της πρώτης αγωγής επελθόν διακοπτικό αποτέλεσμα, κατά θεσπιζόμενο υπό του νόμου νομικό πλάσμα, και η διακοπή λογίζεται επελθούσα δια της αρχικής αγωγής.

Ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας υπάρχει, όταν και στις δύο αγωγές το διαγνωστέο δικαίωμα κυριότητας πηγάζει από τα ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματικά περιστατικά, ως γενεσιουργός, κατά νόμο, λόγος του δικαιώματος αυτού. Η τυχόν δε προσθήκη στη μεταγενέστερη αγωγή, πλεοναστικώς, και άλλων περιστατικών πέραν των στην προηγούμενη αγωγή διαλαμβανομένων, δεν επάγεται αλλοίωση της ιστορικής και νομικής βάσης των δύο αγωγών και άρση της ταυτότητας της διαφοράς μεταξύ των δύο δικών, ώστε να μην επέρχεται το διακοπτικό αποτέλεσμα με την πρώτη αγωγή.

Ειδικότερα, αναγκαία περιστατικά προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης της διεκδικητικής αγωγής είναι μόνον εκείνα που κατά νόμο θεμελιώνουν την κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα επί του διεκδικουμένου ακινήτου, μεταξύ δε αυτών δεν είναι και ο χρόνος της κατάληψης του πράγματος από τον εναγόμενο, ο οποίος φέρει το δικονομικό βάρος, κατά τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, επίκλησης και απόδειξης του χρόνου αυτού στο πλαίσιο της από αυτόν προτεινόμενης ένστασης της εικοσαετούς παραγραφής.

Επομένως, δεν υπάρχει μεταβολή της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών, όταν στη δεύτερη υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο της γενόμενης κατάληψης του πράγματος από τον εναγόμενο, αφού το στοιχείο αυτό, διηγηματικώς αναφερόμενο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην γένεση του δικαιώματος κυριότητας, αλλά μόνο στο νομικό ζήτημα της παραγραφής.

Το ανωτέρω διακοπτικό αποτέλεσμα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία στη θέση του αρχικού εναγομένου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είτε κατ' εφαρμογή άλλων ειδικών διατάξεων, διότι τα πρόσωπα που κατά νόμον διαδέχονται τους αρχικούς, με την προηγούμενη αγωγή, διαδίκους νομικώς ταυτίζονται με αυτούς και, επομένως, η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την προηγούμενη νομότυπη έγερση της αγωγής, ισχύει και για τους καθολικούς διαδόχους του αρχικού εναγομένου.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθ. 3 και 269 παρ.2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, μέσα επίθεσης και άμυνας, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής, ο οποίος αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης παραγραφής της αξίωσης που πρότεινε ο από αυτήν υπόχρεος, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν για πρώτη φορά στο Εφετείο, αν αποδεικνύονται εγγράφως, δηλαδή με δημόσιο ή με ιδιωτικό έγγραφο που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 1562/2007).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 3 του ν. 1894/1990, 31 παρ. 1 του ν. 2009/1992, 40 παρ. 1 και 4 του ν. 1566/1985 και της ΣΤ/13/1994/Β'-40 κοινής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 14 του ανωτέρω νόμου 1894/1990, συνάγεται ότι η ακίνητη περιουσία των καταργουμένων Σχολικών Εφοριών περιέρχεται αυτοδικαίως (ex lege) στους Δήμους, στην περιφέρεια των οποίων ευρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα, χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε πρόσθετης διατύπωσης.

Επομένως, οι κατά τόπο Δήμοι αποκτούν την κυριότητα, νομή και κατοχή επί των ανωτέρω ακινήτων, ως οιονεί καθολικοί διάδοχοι των Σχολικών Εφοριών, γι1 αυτό και η προγενέστερη διεκδικητική αγωγή κατά της Σχολικής Εφορίας, ως νομέως και κατόχου, επάγεται το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων (ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης, ταυτότητα αντικειμένου), χωρίς να επηρεάζεται η ταυτότητα της διαφοράς από το γεγονός ότι ο εναγόμενος με τη δεύτερη αγωγή οικείος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως δεν ήταν εναγόμενος και στην πρώτη αγωγή, διότι κατά τον χρόνο της άσκησής της, δεν είχε προσλάβει ακόμα την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου της Σχολικής Εφορίας.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ. ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με τακτική (νομή με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία) ή έκτακτη χρησικτησία (νομή επί εικοσαετία) αποτελεί ένσταση, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, εφόσον τα προτεινόμενα περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείναντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται εκτενώς στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν πρωτοδίκως, ισχυρίζονται, ότι από το έτος 1965, προκειμένου να εξυπηρετηθούν άμεσες ανάγκες του προαυλίου του ....Δημοτικού Σχολείου .....

κατέλαβαν το επίδικο και προσάρτησαν αυτό στο προαύλιο του ανωτέρω Σχολικού κτιρίου περιφράσσοντας τούτο. Έκτοτε δε νέμονται το επίδικο, του οποίου την κυριότητα απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ένσταση καταλυτική της αγωγής που είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 1033, 1041 επ.

ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ και πρέπει ενόψει της άρνησης των εναγουσών, να εξετασθεί στην ουσία της. Επίσης ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων τους, ότι έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή η εναντίον τους ένδικη αξίωση των εναγουσών για διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, αφού σε κάθε περίπτωση παρήλθαν είκοσι και πλέον έτη από την κατάληψη του επιδίκου, αλλά και από τη μεταγραφή του τίτλου κυριότητας της δικαιοπαρόχου των εναγουσών την 25-10-1975.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 2712, 973, 1000 και 1095 ΑΚ, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομότυπα οι διάδικοι αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Με τον υπ' αριθ. .....73/14-8-1975 οριστικό τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας ....

που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...... στον τόμο .....01 και με αριθμό μεταγραφής ......77 στις 25-10-1975, περιήλθε κατά κυριότητα στη Μ. χήρα Δ. Τ., θεία των εναγουσών (αδελφή του πατέρα τους), το υπ' αριθ. 211 οικόπεδο, έκτασης 548 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο ..., στο 28 ΟΤ τούτου και συνορεύει βόρεια και νότια με το υπ' αριθ. 210 οικόπεδο ιδιοκτησίας Κ.

Θ., δυτικά με το υπ' αριθ. 209 οικόπεδο (προαύλιο) του ....Δημοτικού Σχολείου ......., νοτιοανατολικά με το υπ' αριθ. .....14 και ....13 οικόπεδα ιδιοκτησίας Κ. Κ. και Μ. Κ. αντίστοιχα, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Α. και νότια με δημοτικό δρόμο και ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Κ.. Μετά το θάνατο αυτής, στις 19-1-1971, το παραπάνω οικόπεδο κληρονόμησαν εξ αδιαιρέτου οι ενάγουσες και κατά ποσοστό 1/2 η καθεμία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και πλησιέστεροι συγγενείς της αποβιώσασας θείας τους, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκαν με την ...58/22-8- 1978 δήλωσή τους αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Β.

Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών ... στις 23-8-1978 στον τόμο ....30 και με αριθμό μεταγραφής ......08. Καίτοι το ανωτέρω παραχωρητήριο που αποτελεί την τυπική ολοκλήρωση της αποκατάστασης εκδόθηκε στο όνομα της προαποβιώσασας κληρούχου, η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, η οποία περιήλθε σ' εκείνη από την κύρωση της οριστικής διανομής, αποκτήθηκε αυτοδικαίως από τις κληρονόμους της αναδρομικώς από του θανάτου της (ΑΠ 109/1975, ΑΠ 442/1971).

Το επίδικο οικόπεδο συνορεύει προς δυσμάς με το 209 οικόπεδο και συγκεκριμένα με το προαύλιο του ....Δημοτικού Σχολείου ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Δήμου ..., στον οποίο μεταβιβάστηκε δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 1894/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του ν. 2009/1992 η κινητή και ακίνητη περιουσία της ήδη καταργημένης σχολικής εφορείας του ....

Δημοτικού Σχολείου .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθούν άμεσες ανάγκες (διέλευσης και ψυχαγωγίας των μαθητών) του προαύλιου χώρου του παραπάνω σχολείου, προ της εισόδου του οποίου ήταν κτισμένη στο όμορο επίδικο οικόπεδο μία πεπαλαιωμένη οικία, όπου διέμενε η δικαιοπάροχος των εναγουσών Μ.

Τ. μέχρι το θάνατο της, διήρκεσε επί σειρά πολλών ετών η διαδικασία για την αγορά του επιδίκου οικοπέδου της μετά της ετοιμόρροπης οικίας από το ....Δημοτικό Σχολείο ....., την πώληση του οποίου επιθυμούσε και η δικαιοπάροχος των εναγουσών. Προς τούτο ζητήθηκε η σχετική πίστωση από το Νομαρχιακό Ταμείο ....

προκειμένου να ολοκληρωθεί η αγορά, η οποία ωστόσο ουδέποτε έλαβε χώρα. Αμέσως μετά τον θάνατο της δικαιοπαρόχου των εναγουσών το έτος 1971, δια των οργάνων της Σχολικής Εφορείας του ανωτέρω Δημοτικού Σχολείου, της οποίας διάδοχος είναι ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος, πραγματο-ποιήθηκε η αυθαίρετη προσάρτηση του επιδίκου στο προαύλιο του παραπάνω Σχολείου και περιφράχθηκε το επίδικο, κατεχόμενο μέχρι την άσκηση της αγωγής από τους εναγόμενους, εις τρόπον ώστε να αποτελεί ένα ενιαίο αύλειο χώρο του σχολείου.

Οι εκκαλούσες, με λόγο της προαναφερόμενης έφεσής τους, αντικρούοντας την ένσταση των εναγομένων περί εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσής τους, πρόβαλαν παραδεκτώς τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής αυτής, επικαλούμενες ότι πριν από την ένδικη αγωγή είχαν ασκήσει, ενώπιον του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Σχολικής Επιτροπής και του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου καθολικός διάδοχος από το νόμο, σε σχέση με το ακίνητο της καταργηθείσης Σχολικής Εφορίας του .....Δημοτικού Σχολείου ..., στο οποίο ενσωματώθηκε από αυτήν το επίδικο οικόπεδο, τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, την από 29-6-1987 και με αριθμό εκθ.

καταθ. 423/2-7-1987 διεκδικητική αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη Σχολική Επιτροπή στις 23-10-1987 και στον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, την 1-9-1987, ότι από το δικόγραφο της πρώτης αυτής αγωγής, έχουσας την ίδια με την ένδικη ιστορική βάση, δηλονότι τα ίδια αναγκαία πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, του οποίου την έννομη συνέπεια επικαλούνται στο αίτημά της και την ίδια νομική αιτία, δηλαδή, τον κανόνα δικαίου που αποτελεί τη βάση του επιδίκου δικαιώματος και θεμελιώνει τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, παραιτήθηκαν με δήλωση τους που περιέχεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και ότι, συνεπώς, η παραγραφή της αξίωσης τους για διεκδίκηση του επιδίκου, που άρχισε στις 25-10-1975, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέφη, θεωρείται ότι έχει διακοπεί την 23-10-1987, που επιδόθηκε η ως άνω πρώτη αγωγή, από δε την τελευταία ημερομηνία και μέχρι την άσκηση της ένδικης, νέας, αγωγής τους δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος για την παραγραφή χρόνος των είκοσι ετών.

Προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού τους για διακοπή της παραγραφής οι εκκαλούσες, με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, επικαλούνται και προσκομίζουν αντίγραφο της ανωτέρω πρώτης αγωγής τους και τις με αριθμούς ....01, .....02/23-10-1987 και ....98/1-9-1987 σχετικές εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Δράμας και Αθηνών Π.

Α. και Ά. Ν. αντίστοιχα, από τις οποίες πράγματι προκύπτει ότι αντίγραφο της αγωγής, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 1-10-1988 (βλ. υπ' αριθ. 79/7-7-1999 σχετικό πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Δράμας) και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή, επιδόθηκε νόμιμα στην πρώτη εναγόμενη Σχολική Επιτροπή και στο Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου καθολικός από το νόμο διάδοχος τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος, στις 23-10-1987 και 1-9-1987, αντίστοιχα.

Μεταξύ δε της πρώτης και της ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού αμφότερες βασίζονται επί του ιδίου δικαιοπαραγωγικού γεγονότος (καθολική διαδοχή από τις αναιρεσείουσες της Μ. Τ., που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί του επιδίκου, με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο κυριότητας) και ταυτότητα διαδίκων, του ήδη εναγομένου Δήμου, έχοντος την ιδιότητα του εκ του νόμου διαδόχου της εναγομένης στην προηγούμενη δίκη Σχολικής Εφορίας και της Σχολικής Επιτροπής του προαναφερόμενου Σχολείου, ως κατόχων του επιδίκου (ΑΠ 552/2017).

Συνεπώς, με την άσκηση της πρώτης αγωγής επήλθε διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, κατά την βάσιμη περί τούτου αντένσταση των εναγουσών-εκκαλουσών και, επομένως, η προβληθείσα συναφής ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του την δέχθηκε ως βάσιμη κατ7 ουσίαν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο έφεσης, και πρέπει να γίνει αυτός δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοδόχοι τους είχαν καθ' όλη τη διάρκεια της κατάληψης του επιδίκου ακινήτου την απαιτούμενη κατά νόμο για την άσκηση νομής διάνοια κυρίου (άρθρο 974 ΑΚ). Αντιθέτως: α) Με την Δ.Ε. 2821/8.11.1975 απόφαση της Νομαρχίας Δράμας συγκροτήθηκε Επιτροπή εκτίμησης της αξίας του επιδίκου για την επέκταση του γηπέδου του ...

Δημοτικού Σχολείου ...., η οποία προέβη σε σύνταξη σχετικής έκθεσης την 13.11.1975 και, θεωρώντας αυτό κατάλληλο και αναγκαίο όπως προσαρτηθεί στον αύλειο χώρο του Σχολείου, εκτίμησε τη συνολική αξία του σε 137.000 δραχμές, προκειμένου να αγορασθεί από τις κληρονόμους της αρχικής κυρίας Μ. Τ., β) Με το ....08/28-11-1975 έγγραφο του Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης ....

εκλήθησαν οι ενάγουσες, ως κληρονόμοι της ιδιοκτήτριας του επιδίκου ακινήτου Μ. Τ., να προσέλθουν εντός 10 ημερών προς συνεννόηση για την αγοραπωλησία τούτου, γ) Με το .....69/21.06.1978 πιστοποιητικό του Δημάρχου ...., πιστοποιήθηκε ότι στο όνομα των κληρονόμων της Μ. Τ. δεν οφείλονται για το επίδικο ακίνητο εισφορές από την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας του Δήμου, δ) Με την από 1.11.1993 αίτηση των εναγουσών προς το Υπουργείο Οικονομικών (Υπηρεσία Δημοσίων Κτημάτων), η οποία επιδόθηκε στις 24.11.1993 προς τον Δήμο ..... (βλ.

υπ' αριθ. ......14/24.11.1993 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Δράμας Ι. Σ.), επιζητήθηκε να τηρηθεί η νόμιμη προδικασία σύμφωνα με το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938, προκειμένου να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και η αποβολή των αντιδίκων απ' αυτό, ε) Με την από 22 Απριλίου 1994 έκθεση εκτίμησης από τη συγκροτηθείσα προς τούτο με την 3758/1994 απόφαση του Νομάρχη Δράμας Επιτροπή) με σκοπό την αγορά του επιδίκου προκειμένου να προσκυρωθεί στο .....Δημοτικό Σχολείο ....., η αξία του εκτιμήθηκε στο ποσό των 1.500 δραχμών ανά τ.μ.

και στ) Στο .....54/7.7.1994 έγγραφο του Δημάρχου ... προς τα Υπουργεία Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων, αναφέρεται ότι το ζήτημα της αγοράς του επιδίκου χρονολογείται από το έτος 1969, αλλά ότι ο Δήμος .... δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης.

Συνεπώς, εφόσον ελλείπει η διάνοια κυρίου στο πρόσωπο των εναγομένων, η προβληθείσα από αυτούς ένσταση ιδίας κυριότητας που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η επί του επιδίκου ακινήτου συγκυριότητα των συνεχιζουσών τη δίκη καθολικών διαδόχων των αρχικώς εναγουσών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν και να καταδικασθούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των πρώτων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 281 ν. 3463/2006), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 7/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 16-12-1996 αγωγής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει τις συνεχίζουσες τη δίκη Α. Σ. του Α. και Ε. Σ. του Α., ως καθολικές διαδόχους των αρχικών εναγουσών, συγκύριες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθ. 211 οικοπέδου, έκτασης 548 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο ... στο 28 ΟΤ τούτου και συνορεύει βόρεια και νότια με το υπ' αριθ. 210 οικόπεδο ιδιοκτησίας Κ. Θ., δυτικά με το υπ' αριθ. 209 οικόπεδο (προαύλιο) του ....Δημοτικού Σχολείου …., νοτιοανατολικά με τα υπ' αριθ. 214 και 213 οικόπεδα ιδιοκτησίας Κ. Κ. και Μ. Κ. αντίστοιχα, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Α. και νότια με δημοτικό δρόμο και ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Κ..

Υποχρεώνει τους εναγομένους να αποδώσουν στις συνεχίζουσες τη δίκη καθολικές διαδόχους των αρχικών εναγουσών το ανωτέρω ακίνητο.

Καταδικάζει τους εναγομένους στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζουσών τη δίκη καθολικών διαδόχων των αρχικών εναγουσών αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ