Supreme Court dismisses appeal for some plaintiffs but remands case for others due to procedural irregularities in summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal for five plaintiffs due to procedural irregularities in their summons, declaring the hearing inadmissible. Conversely, the court allowed the appeal for six other plaintiffs, finding the lower court erred in applying unjust enrichment principles regarding their employment contracts. Consequently, the case was remanded for further trial for the allowed group while costs were awarded against the public entity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 94, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 238 of the Civil Code: If a party fails to participate properly in the appeal hearing, the court must examine whether the summons was valid; if not, the hearing is inadmissible, whereas if the lower court incorrectly applies unjust enrichment rules to an invalid contract, the appeal is admissible and the case is remanded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1140 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1140/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Ν. Κ., κατοίκου ..., 2.Σ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 3.Γ. Ε. Τ., κατοίκου ... 4.Α. Α. Κ., κατοίκου ..., 5.Γ. Α. Κ., κατοίκου ..., 6.Α. Δ. Μ., κατοίκου ..., 7.Σ. Π. Λ., κατοίκου ..., 8.Θ. Α. Μ., κατοίκου ..., 9.Β. Α. Τ., κατοίκου ..., 10.Ε. Σ. Τ., κατοίκου ..., 11.Ι. Ι. Σ., κατοίκου ..., 12.Δ. Ι. Α., κατοίκου ..., 13.Ό. Π. Μ., κατοίκου ..., και 14.Π. Δ. Π., κατοίκου .... Οι 6η, 7η, 12η, 13η και 14η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 και κατέθεσαν προτάσεις και οι λοιποί (1ος έως 5ος και 8η έως 11ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής "Ελληνική Στατιστική Αρχή" (ΕΛ.ΣΤΑΤ), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υποκατέστησε ως ειδική διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, που πηγάζουν από τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), η οποία καταργήθηκε με το Ν. 3832/2010. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ- Μάριο Βαρότσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03-05-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3686/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06-07-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως κάποιος από τους διαδίκους, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ποίος διάδικος έχει επισπεύσει την συζήτηση, εάν δε την συζήτηση έχει επισπεύσει ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως διάδικος, ερευνάται εάν η επίσπευση από αυτόν της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως, σε αρνητική δε περίπτωση, εξετάζεται περαιτέρω εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ και την διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένη, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, ότι ο διάδικος, επ' ονόματι του οποίου παρέστη ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο πληρεξουσιότητος, δικαιούται να εγκρίνει εκ των υστέρων τις διαδικαστικές πράξεις του τελευταίου και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων, συνεπώς, εάν την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων και ο παριστάμενος κατά την συζήτηση ως πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος δεν αποδεικνύει την νόμιμη προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητος προς παράσταση, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω ερευνάται εάν υπήρχε πληρεξουσιότης του υπογράφοντος την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, σε αρνητική δε περίπτωση, η κλήση κηρύσσεται άκυρη και, εάν δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, ως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με την διάταξη του άρθρου 63 Ν. 4509/2017 (Φ.Ε.Κ. Α', 201/22-12-2007), η ισχύς της οποίας άρχισε την 22α Δεκεμβρίου 2017 (άρθρο 80 ιδίου νόμου), στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότης δίνεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η διάταξη του άρθρου 665 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, κατά την οποία, στις εργατικές διαφορές, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότης δύναται να δοθεί με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή, έχει καταργηθεί με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (Ειδικές Διαδικασίες, άρθρα 591 - 681Δ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591 - 645, τα οποία δεν περιλαμβάνουν παρομοία ρύθμιση, ενώ με το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του ιδίου Νόμου, παράγραφοι 2 και 4, ορίζεται ότι οι αφορώσες τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες διατάξεις των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται ως προς τα κατατιθέμενα από την 1η Ιανουαρίου 2016 ένδικα μέσα και αγωγές και ότι, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2016.
Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι η πληρεξουσιότης, η οποία χορηγείται σε δικηγόρο υπό το ισχύον ως άνω δικονομικό καθεστώς, εντός του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2016 μέχρι 22ας Δεκεμβρίου 2017, προς εκπροσώπηση του διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου σε υποθέσεις εργατικών διαφορών, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ. 1 εδ.
α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, παρέχεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι και με ιδιωτικό έγγραφο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν κάποιος από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί παραδεκτώς ως προς τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.
Στην προκειμένη υπόθεση, ως προς τις 6η, 7η, 12η, 13η και 14η αναιρεσείουσες προσκομίζονται ακριβή αντίγραφα των συμβολαιογραφικών πράξεων, με τις οποίες χορηγείται στον δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη πληρεξουσιότης εκπροσωπήσεως αυτών ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και εγκρίνονται όλες οι γενόμενες προηγουμένως σχετικές διαδικαστικές πράξεις.
Ως προς τον 5ο αναιρεσείοντα προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής από δημοσία υπηρεσία με ημερομηνία 4 Αυγούστου 2016, με το οποίο παρέχεται προς τον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότης, ακύρως όμως συμφώνως προς τα ανωτέρω, ενώ ως προς τους 1ο, 2α, 3ο, 4ο, 8η, 9ο, 10η και 11η των αναιρεσειόντων ουδέν έγγραφο προσκομίζεται σχετικώς με την παροχή πληρεξουσιότητος.
Ουδείς των ως άνω 1ου, 2ας, 3ου, 4ου, 5ου, 8ης, 9ου, 10ης και 11ης των αναιρεσειόντων έχει παράσχει με προφορική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά ή στην έκθεση πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο, επομένως, συμφώνως προς τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς αυτόν προς επίσπευση της συζητήσεως, ενώ δεν προκύπτει ούτε ότι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, συνεπώς, ως προς αυτούς η συζήτηση δεν είναι παραδεκτή.
Περαιτέρω, η προκειμένη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή προς έκαστον των αναιρεσειόντων της αποδοτέας ωφελείας, την οποία απεκόμισε το αναιρεσίβλητο από την απασχόληση αυτού υπό άκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, συνεπώς συμφώνως προς τα ανωτέρω παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους 1ο, 2α, 3ο, 4ο, 5ο, 8η, 9ο, 10η και 11η των αναιρεσειόντων, Χ. Κ. του Ν., Σ. Κ. του Κ., Γ. Τ. του Ε., Α. Κ. του Α., Γ. Κ. του Α., Θ. Μ. του Α., Β. Τ. του Α., Ε. Τ. του Σ. και Ι. Σ. του Ι., και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθείς δεν μετάσχει προσηκόντως ο διάδικος, επιμελεία του οποίου γίνεται η συζήτηση, ο Άρειος Πάγος προβαίνει στην συζήτηση της υποθέσεως εν απουσία αυτού.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν ...10 Νοεμβρίου 2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Κ. Σ. προκύπτει ότι, κατόπιν εγγράφου παραγγελίας του δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη ως πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μετά πράξεως ορισμού δικασίμου της 28ης Μαρτίου 2017 και κλήσεως προς συζήτηση έχει νομίμως επιδοθεί στο αναιρεσίβλητο.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο η υπόθεση ανεβλήθη αιτήσει των αναιρεσειόντων και ωρίσθη νέα δικάσιμος η 17η Οκτωβρίου 2017, κατά την οποία και πάλιν ανεβλήθη η υπόθεση αιτήσει των ιδίων και ωρίσθη νέα δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία δεν παρέστησαν οι 6η, 7η, 12η, 13η και 14η αναιρεσείουσες, ούτε είχε κατατεθεί δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτών.
Επειδή, η υπό κρίση από 6ης Ιουλίου 2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3686/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 19ης Ιουνίου 2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν 123/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, καθ' ο μέρος είχε δι' αυτής απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 3ης Μαΐου 2011 αγωγή αυτών κατά του αναιρεσιβλήτου, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται αφ' ενός ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, αφ' ετέρου ότι ο εν λόγω πλουτισμός απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής της εργασίας υπό άκυρη σύμβαση και συνεπώς υφίσταται και αν ακόμη ο εργοδότης δεν θα είχε προσλάβει αντί του απασχοληθέντος άλλον μισθωτό υπό έγκυρη σύμβαση.
Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή τους φορείς του ευρυτέρου δημοσίου τομέως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά.
Εάν η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει πλείονες λόγους και με την παραδοχή ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι λοιποί λόγοι, εκτός εάν υπάρχουν και άλλα προσβληθέντα κεφάλαια, τα οποία παραμένουν άθικτα, ή δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.
Στην κρινομένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "(... οι εκκαλούντες παρείχαν νόμιμα τις υπηρεσίες τους στην εφεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα από 18-06-2010 μέχρι και 28-07-2010, δυνάμει της από 17-06-2010 προσωρινής διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από τις 28-07-2010 και εντεύθεν, όταν και έπαυσε η ισχύς της εν λόγω προσωρινής διαταγής, λόγω δημοσίευσης της υπ' αριθ. 6186/2010 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η παροχή των υπηρεσιών τους στην εφεσίβλητη ήταν άκυρη, αφού προσέκρουε στο, δημόσιας τάξης, νομοθετικό πλαίσιο απασχόλησης εργαζομένων στο Ελληνικό Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω.
Ακολούθως, και παρά το γεγονός ότι οι εκκαλούντες παρείχαν, πραγματικά, τις υπηρεσίες, στην εφεσίβλητη, και κατά το χρονικό διάστημα από 29-07-2010 μέχρι 22-09-2010, η τελευταία δεν κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, αφού δεν προέκυψε η υποχρεωτική πρόσληψη άλλων εργαζομένων στη θέση αυτών, η οποία (πρόσληψη) κατέστη περιττή, λόγω της παροχής των υπηρεσιών από μέρους των εκκαλούντων, με συνέπεια την αποφυγή δαπάνης από μέρους της και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό της".
Υπό τις ως άνω όμως παραδοχές, ότι, βάσει του περιεχομένου της αγωγής, δεν προέκυψε η υποχρεωτική πρόσληψη άλλων εργαζομένων στην θέση των αναιρεσειόντων και συνεπώς το αναιρεσίβλητο δεν κατέστη πλουσιώτερο, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο κατά τα ανωτέρω απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, εσφαλμένως εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, αφού συμφώνως προς τα προαναφερθέντα βάσει των εκτιθεμένων περιστατικών το αναιρεσίβλητο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερο από μόνη την παροχή της εργασίας υπό άκυρη σύμβαση των αναιρεσειόντων ενεχόμενο σε απόδοση της εντεύθεν ωφελείας, αδιαφόρως εάν θα είχε προσλάβει ή μη αντ' αυτών άλλους μισθωτούς υπό έγκυρη σύμβαση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει κατά τα ανωτέρω, εν όψει της αναιρετικής εμβελείας του εν λόγω δεκτού γενομένου λόγου, η εξέταση του ετέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αφορώντος αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ως ηττώμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, καθ' όσον η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους 1ο, 2α, 3ο, 4ο, 5ο, 8η, 9ο, 10η και 11ο των αναιρεσειόντων, Χ. Κ. του Ν., Σ. Κ. του Κ., Γ. Τ. του Ε., Α. Κ. του Α., Γ. Κ. του Α., Θ. Μ. του Α., Β. Τ. του Α., Ε. Τ. του Σ. και Ι. Σ. του Ι..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 3686/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τους ως άνω διαδίκους.
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3686/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τις 6η, 7η, 12η, 13η και 14η αναιρεσείουσες, Α. Μ. του Δ., Σ. Λ. του Π., Δ. Α. του Ι., Ό. Μ. του Π. και Π. Π. του Δ..
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τις ως άνω αναιρεσείουσες προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ