Supreme Court dismisses appeal against two defendants but allows it against the first defendant regarding interest on future compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the two absent defendants but allowed it against the first defendant, T. P., regarding interest calculations. The court found the lower court failed to apply statutory provisions on interest for future compensation payments, violating the Civil Code. Consequently, the case was remanded for a new substantive hearing to address the legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 345 and 346 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When future compensation cannot be paid in installments, interest must be calculated from the date of each installment's due date, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1140 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1140/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) Κ. Π., κατοίκου ... και 3) Φ. Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Καπετανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκε με την από 4-5-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η ήδη αναιρεσείουσα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/495-1020/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2711/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Τ. Π. με την από 10-3-2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 994/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το εις το σκεπτικό κεφάλαιό της και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι 448/2013 μη οριστική και 2626/2013 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 27-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε η από 18-2-2014 και με αριθμ. καταθ. 37/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2626/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο να απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά τους δύο τελευταίους αναιρεσιβλήτους και να γίνει δεκτή όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. 10417/9-10-2014 και 10418/9-10-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 6ης Φεβρουαρίου 2015 και κλήσεως προς συζήτησή της κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Π. και στην τρίτη αναιρεσίβλητη Φ. Ι., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, αφού αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α' και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, διότι διαφορετικά δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως και αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Ολομ.ΑΠ 11/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή ο Κ. Π. και η Φ. Ι., στην κατ' έφεση δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ήταν αντίδικοι της αναιρεσείουσας αλλά ομόδικοί της, αφού μόνον ο πρώτος αναιρεσίβλητος Τ.
Π. άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 105/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και μόνον κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας που ήταν τότε εναγόμενοι ομόδικοι και δεν ασκήθηκε έστω και επικουρική έφεση από μέρους της αναιρεσείουσας και παρεμπιπτόντως ενάγουσας για την παρεμπίπτουσα αγωγή της, ούτως ώστε να αποτελέσει αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης και η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκτός από συνεναγόμενοι της αναιρεσείουσας ήταν και παρεμπιπτόντως εναγόμενοι απ' αυτήν.
Υπό τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, στην κατ' έφεση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξαν αντίδικοι της αναιρεσείουσας και μάλιστα νικήσαντες, αλλά ομόδικοί της, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη ή αιτιολογία επωφελή για τους άνω ομοδίκους της αναιρεσείουσας και δυσμενή για την τελευταία (Ολ.ΑΠ 15/1996 και 16/1996).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων (δεύτερου και τρίτης), οι οποίοι στην κατ' έφεση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αντίδικοι της αναιρεσείουσας αλλά ομόδικοί της, πρέπει και αυτεπάγγελτα να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την άσκησή της.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και νικήσαντα αντίδικο της αναιρεσείουσας, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, κατά τον αρ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ ετών 2004 - 2005 που κυρώθηκε με την ΠΚΥΕ 16/28-5-2004 και τα άρθρα 2 και 11 της από 12-4-2006 ΕΓΣΣΕ ετών 2006 - 2007 που κυρώθηκε με την ΠΚΥΕ 14/13-4-2006, οι οποίες ΕΓΣΣΕ αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου που ίσχυαν κατά τα έτη 2004 μέχρι και 2007 και με τις οποίες καθορίζονταν οι νόμιμες ελάχιστες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη με κριτήριο αν είναι άγαμος ή έγγαμος και πόσες τριετίες απασχολείται ως ανειδίκευτος εργάτης, καθορίσθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2007 τα κατώτατα όρια των ημερομισθίων των ανειδίκευτων εργατών ως εξής:
Άγαμος χωρίς προϋπηρεσία από 1-1-2005 σε 25,56 ευρώ, από 1-9-2005 σε 26,41 ευρώ, από 1-1-2006 σε 27,18 ευρώ, από 1-9-2006 σε 27,96 ευρώ, από 1-5-2007 σε 29,39 ευρώ, άγαμος με προϋπηρεσία μία τριετία από 1-1-2005 σε 26,51 ευρώ, από 1-9-2005 σε 27,38 ευρώ, από 1-1-2006 σε 28,17 ευρώ, από 1-9-2006 σε 28,99 ευρώ, από 1-5-2007 σε 30,47 ευρώ, άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες από 1-1-2005 σε 27,67 ευρώ, από 1-9-2005 σε 28,69 ευρώ, από 1-1-2006 σε 29,52 ευρώ, από 1-9-2006 σε 30,38 ευρώ, από 1-5-2007 σε 31,93 ευρώ, άγαμος με προϋπηρεσία τρεις τριετίες από 1-1-2005 σε 29,00 ευρώ, από 1-9-2005 σε 29,96 ευρώ, από 1-1-2006 σε 30,86 ευρώ, από 1-9-2006 σε 31,76 ευρώ, από 1-5-2007 σε 33,37 ευρώ, άγαμος με προϋπηρεσία τέσσερις τριετίες από 1-1-2005 σε 30,30 ευρώ, από 1-9-2005 σε 31,30 ευρώ, από 1-1-2006 σε 32,21 ευρώ, από 1-9-2006 σε 33,14 ευρώ, από 1-5-2007 σε 34,83 ευρώ, άγαμος με προϋπηρεσία πέντε τριετίες από 1-1-2005 σε 31,56 ευρώ, από 1-9-2005 σε 32,60 ευρώ, από 1-1-2006 σε 33,55 ευρώ, από 1-9-2006 σε 34,52 ευρώ, από 1-5-2007 σε 36,28 ευρώ, έγγαμος χωρίς προϋπηρεσία από 1-1-2005 σε 28,12 ευρώ, από 1-9-2005 σε 29,05 ευρώ, από 1-1-2006 σε 29,89 ευρώ, από 1-9-2006 σε 30,76 ευρώ, από 1-5-2007 σε 32,33 ευρώ, έγγαμος με προϋπηρεσία μία τριετία από 1-1-2005 σε 29,06 ευρώ, από 1-9-2005 σε 30,02 ευρώ, από 1-1-2006 σε 30,89 ευρώ, από 1-9-2006 σε 31,79 ευρώ, από 1-5-2007 σε 33,41 ευρώ, έγγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες από 1-1-2005 σε 30,22 ευρώ, από 1-9-2005 σε 31,22 ευρώ, από 1-1-2006 σε 32,24 ευρώ, από 1-9-2006 σε 33,17 ευρώ, από 1-5-2007 σε 34,87 ευρώ, έγγαμος με προϋπηρεσία τρεις τριετίες από 1-1-2005 σε 31,56 ευρώ, από 1-9-2005 σε 32,60 ευρώ, από 1-1-2006 σε 33,58 ευρώ, από 1-9-2006 σε 34,55 ευρώ, από 1-5-2007 σε 36,31 ευρώ, έγγαμος με προϋπηρεσία τέσσερις τριετίες από 1-1-2005 σε 32,86 ευρώ, από 1-9-2005 σε 33,94 ευρώ, από 1-1-2006 σε 34,92 ευρώ, από 1-9-2006 σε 35,94 ευρώ, από 1-5-2007 σε 37,77 ευρώ και έγγαμος με προϋπηρεσία πέντε τριετίες από 1-1-2005 σε 34,12 ευρώ, από 1-9-2005 σε 35,20 ευρώ, από 1-1-2006 σε 36,26 ευρώ, από 1-9-2006 σε 37,31 ευρώ και από 1-5-2007 σε 39,22 ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε με αυτή ότι από 1-1-2005 μέχρι και τις 31-12-2007 "το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, βάσει της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ανερχόταν στο αναγραφόμενο στην αγωγή... ποσό των 37,22 ευρώ για το έτος 2005, των 40,80 ευρώ για το έτος 2006 και των 42,50 ευρώ για το έτος 2007" και με βάση τα ποσά αυτά, δεχόμενη απλώς και μόνον ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ενάγων εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης κατά το χρόνο του ατυχήματος (11-1-2003) και θα συνέχιζε να εργάζεται ως ανειδίκευτος εργάτης και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να αναφέρει αν αυτός ήταν άγαμος ή έγγαμος και πόση προϋπηρεσία είχε ως ανειδίκευτος εργάτης, υπολόγισε την αποθετική ζημία του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ενάγοντος από διαφυγόντα κέρδη ένεκα απώλειας των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη εξαιτίας της αναπηρίας του και της ανικανότητάς του προς εργασία.
Δεχόμενο τα ανωτέρω το Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν στέρησε απλώς την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αν ήταν έγγαμος ή άγαμος ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ενάγων και ως το πόσες τριετίες είχε προϋπηρεσία, αλλά παραβίασε και ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ΕΓΣΣΕ που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ως ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη που προβλέπονται απ' αυτές ποσά ανώτερα απ' αυτά που ορίζονται απ' αυτές.
Επομένως, ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με την εισήγηση, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Η επιδίκαση πλέον των αιτηθέντων μπορεί να αφορά και σε τόκους, επιτρέπεται δε αναίρεση όταν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε τόκους πλέον εκείνων που είχε ζητήσει ο ενάγων με την αγωγή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζητούσε επικουρικά με την ένδικη αγωγή του ως αποζημίωση για μελλοντική ζημία του κατά τα έτη 2008 μέχρι 2046 από απώλεια εισοδημάτων εξαιτίας του τραυματισμού του και της ανικανότητάς του να εργασθεί ως εργάτης, το ποσό των 12.260 ευρώ για κάθε έτος, καταβαλλομένου στην αρχή του κάθε έτους, νομιμοτόκως από της καθυστερήσεως κάθε ετήσιας δόσεως άχρις εξοφλήσεως, το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του ναι μεν επιδίκασε σ' αυτόν μικρότερες σε κεφάλαιο ετήσιες δόσεις απ' αυτές που ζητούσε, πλην όμως επιδίκασε σ' αυτόν τόκους για τις ετήσιες δόσεις που αφορούσαν τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 όχι για κάθε ετήσια δόση από τότε που ζητούσε αυτός, δηλαδή από την αρχή του κάθε έτους, αλλά για όλες τις ετήσιες δόσεις που αφορούσαν όλα τα ως άνω έτη, από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής του που έγινε στις 27-3-2007, δηλαδή του επιδίκασε τόκους υπερημερίας περισσότερους από όσους είχε ζητήσει με την αγωγή του, κατά παράβαση της από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώδους δικονομικής αρχής της διάθεσης και συζήτησης στα πολιτικά δικαστήρια, που ενεργούν με βάση τις αιτήσεις των διαδίκων και όχι πλέον αυτών.
Συνεπώς, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του τόκους που δεν ζητήθηκαν και συγκεκριμένα νόμιμους τόκους επί κεφαλαίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκείνου που ζήτησε ο ενάγων, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως μόνον όσον αφορά τους τόκους που επιδικάστηκαν για τα ως άνω έτη.
Κατά το άρθρο 929 εδ. α' του Α.Κ. σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία η αποζημίωση περιλαμβάνει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Στην περίπτωση αυτή, που η αποζημίωση αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται, κατά το άρθρο 930 παρ. 1 του Α.Κ., σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος οπότε μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εξαιτίας του τραυματισμού του από το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα κατέστη εντελώς ανίκανος να ασκήσει στο μέλλον και κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 2008 μέχρι και του έτους 2014 την εργασία του ανειδίκευτου εργάτη με συνέπεια να απωλέσει τις αποδοχές που θα κέρδιζε μετά πιθανότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εργασία του αυτή στο μέλλον κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, οι οποίες αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Θεσσαλονίκης επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) ως αποζημίωση που αναφέρεται στο μέλλον για το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 μέχρι και το έτος 2014 κεφάλαια εφάπαξ, έντοκα από την επίδοση της αγωγής που έγινε στις 27-3-2007 και όχι χρηματικές δόσεις κατά μήνα, έντοκα από της καθυστερήσεως κάθε μηνιαίας χρηματικής δόσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω αποζημίωση είναι εκείνη που προβλέπεται και στηρίζεται στο άρθρο 929 του Α.Κ., με το να επιδικάσει (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) σε κεφάλαια εφάπαξ και έντοκα από την επίδοση της αγωγής την ως άνω αποζημίωση, χωρίς να δέχεται ότι υπάρχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930 του Α.Κ. (ΑΠ 1811/1998) και όχι τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ.
που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού δεν μπορούσε κατά το νόμο να καταβληθεί η αποζημίωση που αναφερόταν στο μέλλον σε ετήσιες χρηματικές δόσεις και μάλιστα προκαταβολικά, για να πρέπει να υπολογισθούν οι τόκοι από της καθυστερήσεως κάθε ετήσιας χρηματικής δόσης κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με την εισήγηση, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται κατά την αληθινή έννοιά του η αιτίαση της παραβίασης της ως άνω διάταξης του άρθρου 930 του Α.Κ. με την επιδίκαση σε κεφάλαιο εφάπαξ και εντόκως από την επίδοση της αγωγής της παραπάνω αποζημίωσης που αναφερόταν στο μέλλον χωρίς να δέχεται η απόφαση ότι συνέτρεχε προς τούτο σπουδαίος λόγος, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επομένως, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και αντίδικο της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο για να δικαστεί κατ' ουσίαν, για την εκπλήρωση δε της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την ως άνω διάταξη υποχρέωσης για εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν μετά από δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει, μετά την έκδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατά τη νέα αυτή δικάσιμο οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Επίσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα και κατ' εφαρμογή των άρθρων 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ. να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση όσον αφορά τους δύο τελευταίους αναιρεσίβλητους Κ. Π. και Φ. Ι..
Δέχεται την αναίρεση όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Τ. Π. του Π.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο Τ. Π. στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ