1140/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1140/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επιμελητή Ρόδου ... εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της ως άνω συμ/φου χωρίς την παρουσία του ανακόπτοντος ή προσώπου ενεργούντος γι' αυτόν (αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτή) τα κατασχεθέντα με την 5727/1997 έκθεση του δικ. επιμελητή Ρόδου ... ακίνητα του ανακόπτοντος δηλ.
Full text
Απόφαση 1140 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1140/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Μουζάκη.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με διακριτικό τίτλο "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" "MARFIN EGNATIA BANK" καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δι'απορροφήσεως της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά και 2. Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΝΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" πρώην "ΤΗREE S' ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο δήμο Ιαλυσού Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο και Μαρίνο Μακρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Απριλίου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 295/2003 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 935/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (295/2003) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 222/2007 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του και με τους με ιδιαίτερο, 25/8.2.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2012 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 6/25-1-2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 25/8.2.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 222/12-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 6/25-1-2008 αίτηση αναιρέσεως και με τους με ιδιαίτερο, 25/8-2-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 222/12-7-2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά τον ενδιαφέροντα την παρούσα αναιρετική διαδικασία τρίτο κατά σειρά λόγο της 237/27-4-2001 ανακοπής, δι' αυτής εδιώκετο η ακύρωση (ι) του διενεργηθέντος την 18-4-2001, με επίσπευση της πρώτης των καθών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αναγκαστικού πλειστηριασμού των χαρακτηριζομένων με στοιχ. (β)-(δ) ακινήτων του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά το οποίο αναδείχθηκε ως υπερθεμάτρια η δεύτερη των καθ'ων και ήδη αναιρεσιβλήτων, (ii) της .../18-4-2001 συνταχθείσης προς τούτο εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμ/φου Ρόδου Μ.
Παπαδάκη-Γιαννοπούλου, (iii) της .../2-5-2001 πράξεως υπολοίπου εκπλειστηριάσματος και (iiii) της .../2-5-2001 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της αυτής συμβ/φου, με θεμελίωσή της κατά τούτο στα ακόλουθα περιστατικά. Ειδικότερα, διελαμβάνεται στον τρίτο κατά σειρά λόγο της ανακοπής, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφής της "Όπως, προκύπτει, από την προσβαλλομένη με αριθμό .../18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Παπαδάκη - Γιαννόπουλου, τα άνω περιγραφόμενα τέσσερα (4) ακίνητα μου κατεκυρώθησαν, παρά το Νόμο, ενιαίως εις την δευτέρα των καθ' ων Ανώνυμο Εταιρία, αντί, ποσού δρχ, 431.004.000,- (και για τα 4 ακίνητα μου), όπως τούτο ρητώς αναγράφεται στην άνω προσβαλλομένη έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (7ο φύλλο 1η σελίς), χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλομένη έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως το για κάθε ένα ακίνητο επιτευχθέν πλειστηρίασμα, όπως επίσης χωρίς να γίνεται μνεία από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο μετά την καθεμία χωριστή και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές κατακύρωση, ότι το επιτευχθέν μέχρι τη στιγμή εκείνη πλειστηρίασμα, δεν αρκούσε για την κάλυψη της απαιτήσεως της επισπευδούσης, των τυχών αναγγελθέτων δανειστών και των εξόδων εκτελέσεως, οπότε να προχωρούσε στον πλειστηριασμό του επόμενου ακινήτου.
Αποτέλεσμα της άνω παραλείψεως της εκτελεστικής διαδικασίας είναι ότι για μία απαίτηση της επισπευδούσης Τραπεζικής Εταιρείας μόλις ποσού δραχμών 30.000.000 περίπου, εξεπλειστηριάσθη η άνω πολύ μεγάλης αξίας, ακίνητη περιουσία μου (αξίας 1,5 δις) με προφανή βλάβη μου". Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική επί του εν λόγω και των λοιπών λόγων αυτής 170/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 272/9-9-2002 εφέσεως του ανακόπτοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στον τρίτο λόγο της ανακοπής, εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή κατά τούτο της ανακοπής, η 295/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες παραδοχές της: "(Β) Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με αριθ. .../18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού που συνέταξε η 3η εφεσίβλητη συμβολαιογράφος Ρόδου ως υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδεικνύεται ειδικότερα ότι: (1) Την ώρα και στον τόπο (Δημοτικό Κατάστημα του Δήμου Ιαλυσού) που είχεν ορισθεί με την 882/2001 Θ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικ.
επιμελητή Ρόδου ... εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της ως άνω συμ/φου χωρίς την παρουσία του ανακόπτοντος ή προσώπου ενεργούντος γι' αυτόν (αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτή) τα κατασχεθέντα με την 5727/1997 έκθεση του δικ. επιμελητή Ρόδου ... ακίνητα του ανακόπτοντος δηλ.
τ' ακίνητα με αριθ. κτημ. Μερίδων (α) μερίδα 132 γαιών Ιξιάς (β) μερίδα 110 οικοδομών Ιξιάς (γ) μερίδα 135 γαιών Ιξιάς και (δ) μερίδα 168 οικοδομών Ιξιάς για την πληρωμή απαίτησης της 1 ης καθής από την 281/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με τους τόκους και τα έξοδα, δηλ. για ποσό (α) 100.000 δολλ.
Η.Π.Α. στο ισόποσο σε δραχμές κατά την ήμερα της εξόφλησης ανερχόμενο σε 30.873.000 δρχ. πλέον τόκων υπερημερίας από 13-4-1999 και Ε.Φ.Τ.Ε. επί των τόκων (β) υπόλοιπο τόκων επί του ως άνω κεφαλαίου από 20/2/1998 - 13/4/1999 ύψους 607.253 δρχ. (γ) έξοδα, τέλη, σύνταξη της από 2-9-1999 επιταγής, παραγγελία προς επίδοση και επίδοση 35.000 δρχ.
με το νόμιμο τόκο από 2-9-1999 και μετά, πλην του κονδυλίου των τόκων, με το νόμιμο τόκο. (2) Πριν απ' όλα η ως άνω συμ/φος έδωσε εντολή στον κήρυκα Α. Δ. να κηρύξει δημόσια την διενέργεια του πλειστηριασμού καθώς και έκανε, διάβασε δε την περιγραφή των πλειστηριαζομένων ακινήτων και τους όρους του πλειστηριασμού από το απόσπασμα της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης δηλώνοντας ως πρώτη προσφορά σύμφωνα με την 1068/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου το ποσό των 300.000.000 δρχ.
για το α" ακίνητο (από πρόδηλη γραφική παραδρομή στην έκθεση πλειστηριασμού έχει γραφεί 300.000 δρχ.), ποσό 13.000.000 δρχ. για το β' ακίνητο, ποσό 18.000.000 δρχ. για το γ' ακίνητο και ποσό 100.000.000 δρχ. για το δ' ακίνητο (3) Περί την 13.24 ώρα εμφανίσθηκεν ο δικηγόρος Ρόδου Μ. Μακρίδης που δήλωσεν ότι παρίσταται για λογαριασμό της 2η- καθής και ζήτησε να πλειοδοτήσει γι' αυτήν και αφού κατέθεσε τις εκεί αναφερόμενες εγγυητικές επιστολές προσέφερε (α) 300.001.000 δρχ.
για την μερίδα 132 γαιών Ιξιάς (β) 13.001.000 δρχ. για την μερίδα 110 οικοδομών Ιξιάς, (γ) 18.001.000 δρχ. για την μερίδα 135 γαιών Ιξιάς και (δ) 100.001.000 δρχ. για την μερίδα 168 οικοδομών Ιξιάς. (4) Στο σημείο αυτό και ώρα 14.20" και επειδή ουδείς άλλος πλειοδότης παρουσιάσθηκε, ούτε μετά την επί 3 άλλες φορές σχετική κλήση από τον κήρυκα, η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατακύρωσε τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα στην μοναδική υπερθεματίστρια 2η καθής στις τιμές που προσέφερε για κάθε ακίνητο και συνολικά για 431.004.000 δρχ.
Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι η κατακύρωση έγινε ενιαία για όλα τα ακίνητα, ενώ έπρεπε να σταματήσει ο πλειστηριασμός μετά την κατακύρωση του α' ακινήτου, αφού το επιτευχθέν γι' αυτό πλειστηρίασμα υπερεκάλυπτε το ως άνω ποσό της απαίτησης της 1ης καθής, για το οποίο επισπεύσθηκε ο πλειστηριασμός, ενώ από την ίδια τη έκθεση πλειστηριασμού προκύπτει ότι ουδείς άλλος δανειστής είχεν αναγγελθεί.
Εσφαλμένα, επομένως, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος με αριθ. 3 της 237/2001 ανακοπής κατά τον βάσιμο περί τούτου με στοιχ. Β3 λόγο της έφεσης, με τον οποίο ακριβώς ψέγεται η εκκαλουμένη ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκεν ότι ο πλειστηριασμός δεν σταμάτησε μετά την κατακύρωση του πρώτου ακινήτου του ανακόπτοντος.
Κατά συνέπεια πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού της έφεσης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, καθόσον μέρος της απορρίφθηκε μ' αυτήν κατ' ουσίαν ο ως άνω λόγος (βάση) της ανακοπής και στην συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικασθεί η ανακοπή κατά τον προαναφερθέντα λόγο, να γίνει δεκτός αυτός ως βάσιμος και ουσιαστικά, καθόσον συντρέχει αυταπόδεικτα και βλάβη του ανακόπτοντος, δεδομένου ότι εκπλειστηριάσθηκαν ακίνητα του ανακόπτοντος πολλαπλάσιας αξίας από την απαίτηση της 1ης καθής (καλυπτόμενη από την πλειστηρίαση και κατακύρωση του α' ακινήτου) και ν' ακυρωθούν η ως άνω έκθεση πλειστηριασμού, ο πλειστηριασμός καθεαυτόν και οι μετέπειτα πράξεις εκτέλεσης, μόνον όσον αφορά τα λοιπά ακίνητα".
Την εν λόγω δευτεροβάθμια απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις Α 16/22-3-2004 και Β 3/14-1-2004, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 935/2006 απόφαση του Ζ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, απορριπτική επί της με στοιχ. Α αιτήσεως του ανακόπτοντος. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ Β αιτήσεως των καθών η ανακοπή και της διατυπούμενης με τον πρώτο λόγο αυτής αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 γ ΚΠολΔ ανήρεσε την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην παραδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση στο Εφετείο Δωδεκανήσου προς περαιτέρω εκδίκαση της.
Την κρίση της αυτή στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτή κρίθηκε μερικά βάσιμος ο τρίτος λόγος της ανακοπής, που ασκήθηκε, όπως έχει εκτεθεί, από τον Ε. Σ. του Σ. δηλαδή με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητο. Με τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής αυτής διατυπώθηκε ως προς τη συνταγείσα από τη συμβολαιογράφο Ρόδου Μ.
Παπαδάκη-Γιαννοπούλου υπ' αριθμ. .../18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης των προσδιορισμένων στην ίδια έκθεση ακινήτων του αναιρεσίβλητου αιτίαση από, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ίδιας ανακοπής, τη διάταξη του άρθρου 1001 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Αυτή όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιβάλλει (α) το χωρισμό κατά την ίδια μέρα πλειστηριασμό ακινήτων που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση και (β) την παύση του πλειστηριασμού των λοιπών ακινήτων μόλις καλυφθεί με το πλειστηρίασμα των ακινήτων που κατακυρώθηκαν το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που ανήγγειλαν εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τους κατά του καθού η εκτέλεση και των εξόδων της εκτέλεσης.
Στην εκτεθείσα ως προς τον τρίτο λόγο της ανακοπής κρίση οδηγήθηκε το Εφετείο, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι (α) πλειστηριάσθηκαν την ίδια ημέρα και με την ίδια έκθεση ενιαία περισσότερα ακίνητα του με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητου Ε. Σ. του Σ. που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια και "ήταν πολλαπλάσιας αξίας από την απαίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας "(καλυπτόμενη από την πλειστηρίαση και κατακύρωση του α' ακινήτου" (β) από την "έκθεση πλειστηριασμού προκύπτει ότι ουδείς άλλος δανειστής είχε αναγγελθεί" και (γ) συντρέχει από τον, κατά τον ανωτέρω τρόπο πλειστηριασμό των ακίνητων του αναιρεσίβλητου -ανακόπτοντος, περίπτωση βλάβης του.
Όμως παρά την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση περί της λήψης υπόψη από το Εφετείο και όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σε αυτό, από τις ανωτέρω παραδοχές του και ειδικότερα τη δεύτερη καταλείπονται αμφιβολίες ως προς το αν αυτό για την κατάρτιση του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος του ως προς τον από τη σημειωθείσα διάταξη τρίτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης έγγραφα.
Αυτά (α) όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες στο Εφετείο από τις με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσείουσες -καθών η ανακοπή- προτάσεις τα επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες -καθών η ανακοπή (με τις στις ίδιες προτάσεις διακρίσεις) για την απόρριψη του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, και (β) αποτελούν αναγγελίες πριν από τον ανωτέρω αναγκαστικό πλειστηριασμό δανειστών του με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητου -ανακόπτοντος.
Από αυτές μόνη η επικληθείσα από 14 Φεβρουαρίου 2000, δηλαδή προγενέστερη από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου αφορά, (κατά τη σχετική επίκληση), απαίτηση ποσού 1.595.594.232 δραχ. δηλαδή μεγαλύτερο από το κατά την προσβαλλόμενη απόφαση άθροισμα των πλειστηριασμάτων των ακινήτων του αναιρεσίβλητου που πλειστηριάσθηκαν, αφού αυτό, κατά την ίδια απόφαση, ανήλθε στο ποσό των 431.004.000 δραχ..
Συνακόλουθα με τα ανωτέρω ο πρώτος λόγος της υπό κρίση από 9 Ιανουαρίου 2004 αναίρεσης, με τον οποίο για την εκτεθείσα παράλειψη του Εφετείου διατυπώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αντίστοιχη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αιτίαση είναι βάσιμος με αποτέλεσμα να καθίσταται μάταια η έρευνα των λοιπών λόγων της ίδιας αναίρεσης" Στη συνέχεια επανήλθε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια της ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου (Κ.Πολ.Δ 581 παρ. 2), με περιορισμό του αντικειμένου της δίκης εκείνης στην έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου της ανακοπής, κεφάλαιο στο οποίο αναφέρονται και οι διατυπούμενοι με την ένδικη αίτηση λόγοι αναιρέσεως.
Άλλωστε οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της 237/27-4-2001 ανακοπής ως προς τα με στοιχ.(α)-(δ) ακίνητα και οι λοιποί αυτής, ως και εκείνοι του 268/16-5-2001 προσθέτου δικογράφου και της 278/25-5-2001 ανακοπής ως προς το με στοιχ (α) ακίνητο, απορρίφθηκαν με την 295/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με αιτιολογίες που προσήκουν και δικαιολογούν όμοια απορριπτική κρίση αναφορικά με τα στοιχ. (β)-(δ) ακίνητα.
Επακολούθησε η έκδοση της απορριπτικής επί του τρίτου λόγου της 237/27-4-2001 ανακοπής και του αντίστοιχου περιεχομένου λόγου της εφέσεως του ανακόπτοντος 222/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κρίση της την οποία στήριζε τις ακόλουθες αναιρετικως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Με την επίσπευση αρχικά της "Λαϊκής Τράπεζας ΑΕ" και για την ικανοποίηση απαίτησης της από την 16012/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατασχέθηκαν αναγκαστικά με την 5727/1997 έκθεση κατάσχεσης του δικ.
επιμελητή Ρόδου ... τα εξής ακίνητα του ανακόπτοντος κείμενα όλα στην Ιξιά Ιαλυσού Ρόδου (1) αγρός έκτασης 6000 ΓΠ2 με αριθ. κτηματομέριδας 132 Γαιών Ιξιάς (2) οικοδομή επιφανείας 100 ΓΠ2 με αριθ. μερίδας 110 οικοδομών Ιξιάς (3) αγρός έκτασης 360 ΓΠ2 με αριθ. μερίδας 135 γαιών Ιξιάς (4) διώροφη οικοδομή με αριθ. μερίδας 113 οικοδομών Ιξιάς και (5) οικοδομή με αριθ.
μερίδας 168 οικοδομών Ιξιάς, οι ορισθέντες, όμως, στην συνέχεια πλειστηριασμοί για τις 14.1.1998, 8.4.1998, 27.5.1998, 22.7.1998, 7.10.1998, 18.11.1998, 3.2.1999 και 21.4.1999 δεν πραγματοποιήθηκαν για διάφορους λόγους. (Β) Την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συνέχισε η 1η καθης για την ικανοποίηση απαίτησης της που απέρρεε από την 281/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο ανακόπτων διατάσσεται να καταβάλει σ' αυτήν, εις ολόκληρο με τα αναφερόμενα εκεί άλλα πρόσωπα, το ισόποσο σε δραχμές κατά την ημερομηνία εξόφλησης του ποσού των 100.000 δολαρίων Η.Π.Α.
με τους τόκους υπερημερίας από την δημοσίευση της κτλ., ορίσθηκαν δε για την διενέργεια του πλειστηριασμού οι 20.10.1999 (κατά την οποία απέβη άγονος λόγω μη προσέλευσης των πλειοδοτών), 5.1.2000 (επίσης άγονος), 16.2.2000 (κατά τον οποίο εκπλειστηριάσθηκε μόνο το ακίνητο με αριθ. μερίδας 113 οικοδομών Ιξιάς, ενώ κατά τα λοιπά απέβη άγονος), 3.5.2000 (δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μερικής καταβολής), 21.6.2000 (άγονος) και 27.9.2000.
Στο σημείο αυτό της εκτελεστικής διαδικασίας με την 1068/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και ύστερα από αίτηση της 1ης καθής διατάχθηκεν η διενέργεια νέου πλειστηριασμού, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών, με κατώτερες τιμές πρώτης προσφοράς (α) για την μερίδα 132 γαιών Ιξιάς 300.000.000 δρχ. (β) για την μερίδα 110 οικοδομών Ιξιάς 13.000.000 δρχ. (γ) για την μερίδα 135 γαιών Ιξιάς 18.000.000 δρχ.
και (8) για την μερίδα 168 οικοδομών Ιξιάς 100.000.000 δρχ. Στην συνέχεια με την 860/2000 Ζ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικ. επιμελητή Ρόδου ... ορίσθηκε για τον πλειστηριασμό η 11.10.2000, κατά την οποία αυτός ματαιώθηκε, ακολούθως με την 866/2000 Η' επαναληπτική περίληψη του ίδιου δικαστικού επιμελητή για την 24.1.2001, ματαιωθείς και πάλι, τέλος δε με την ανακοπτόμενη 882/2001 Θ' επαναληπτική περίληψη του ως άνω δικαστικού επιμελητή, επιδοθείσα στον ανακόπτοντα με την επίσης ανακοπτόμενη 2082Δ/8.2.2001 έκθεση επίδοσης του δικ.
επιμελητή Αθηνών ..., ο πλειστηριασμός ορίσθη για την 18.4.2001. Κατά την ως άνω ημερομηνία πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Παπαδάκη-Γιαννοπούλου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, κατ' αυτόν δε εμφανίσθηκε ως μόνη υπερθεματίστρια η 2η καθής, η οποία προσέφερε (α) 300.000.000 δρχ.
για την 132 μερίδα γαιών (β) 13.001.000 δρχ. για την μερίδα οικοδομών 110 (γ) 18.001.000 δρχ. για την 135 μερίδα γαιών και (δ) 100.001.000 δρχ. για την 168 μερίδα οικοδομών με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν σ' αυτήν τα ως άνω ακίνητα αντί του συνολικού ποσού των 431.004.000 δρχ. με την, ανακοπτόμενη, με αριθ. .../18.4.2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων και κατακύρωσης που συνέταξε η παραπάνω συμ/φος.
Κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο είχαν αναγγελθεί 1) στις 25.2.2000 η Τράπεζα Εργασίας για ποσόν 81.736,436 δραχμών 2) στις 13.12.1999 η Εγνατία Τράπεζα για ποσόν 250.000 δολαρίων ΗΠΑ 3) στις 23.10.2000 το Ελληνικό Δημόσιο για ποσόν 1.435.247.831 δραχμών και 4) 14.2.2000 το Ελληνικό Δημόσιο για ποσόν 1.595.594.232 δραχμών, ήτοι υπήρχαν αναγγελθείσες απαιτήσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ το άθροισμα της αξίας των ακινήτων που πλειστηριάστηκαν.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος με τον παραπάνω λόγο, ότι ο πλειστηριασμός έπρεπε να σταματήσει μετά την κατακύρωση του πρώτου ακινήτου, αφού το επιτευχθέν για αυτό πλειστηρίασμα υπερκάλυπτε το ποσόν της απαίτησης της πρώτης των καθων ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, αφού κατά το χρόνο πλειστηριασμού υπήρχαν απαιτήσεις τρίτων δανειστών οι οποίες είχαν νομίμως αναγγελθεί σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, επιπλέον δε για τις απαιτήσεις του δημοσίου οι οποίες υπερκάλυπταν το επιτευχθέν πλειστηρίασμα αρκούσε η αναγγελία αυτού, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών στοιχείων των απαιτήσεων του.
Ακόμη η μη αναφορά των αναγγελθεισών απαιτήσεων στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού δεν επιδρά στο κύρος της νομίμου αναγγελίας αυτών, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ανακόπτοντα, ότι οι αναγγελίες δεν ήταν νόμιμες, αφού οι απαιτήσεις δεν ήταν εκκαθαρισμένες και ως εκ τούτου δεν μπορούσε η υπάλληλος του πλειστηριασμού να λάβει υπόψη και έπρεπε να σταματήσει ο πλειστηριασμός μετά την κατακύρωση του πρώτου ακίνητου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε το λόγο αυτό ως ουσία αβάσιμο, αφού όμως από αριθμητικό λάθος υπολόγισε την αξία του πρώτου πλειστηριασθέντος ακινήτου σε 300.000 δραχμές αντί του πραγματικού ποσού τον 300.000.000 δραχμών, το οποίο ποσόν δεν επαρκούσε για την κάλυψη της απαίτησης της πρώτης των καθών και στη συνέχεια προχώρησε στο πλειστηριασμό και των άλλων ακινήτων, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες με τις παρούσες." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσως.
Ειδικότερα:
Α' Κύριο δικόγραφο
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή εκείνης του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1001 παρ. 2 του ΚΠολΔ "Αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή αλλιώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει τη σειρά με την οποία κατακυρώνονται αυτά.
Μόλις το πλειστηριασμό των ακινήτων που κατακυρώθηκαν καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που αναγγέλθηκαν και τα έξοδα της εκτέλεσης παύει ο πλειστηριασμός των λοιπών ακινήτων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν υπάρχουν πολλά ακίνητα που έχουν κατασχεθεί αναγκαστικώς με σύνταξη μιας εκθέσεως κατασχέσεως πρέπει, πριν από την κατακύρωση οποιουδήποτε από τα ακίνητα αυτά, να προηγηθεί ο προσδιορισμός της σειράς με την οποία αυτά θα κατακυρώνονται.
Ο προσδιορισμός αυτός, εφόσον δεν γίνει από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή από αντιπρόσωπο του με αντίστοιχη εξουσία, παριστάμενο τυχόν και καλούμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ορίσει τη σειρά κατακυρώσεως, γίνεται από τον ίδιο τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ακολούθως πρέπει η κατακύρωση να αρχίσει και ενδεχομένως να συνεχισθεί, με την ως άνω προσδιοριζόμενη σειρά, εωσότου το συνολικό ποσό του πλειστηριάσματος, που οφείλεται για την κατακύρωση, καλύψει, στην έκταση τους, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, την απαίτηση του επισπεύδοντος, για την ικανοποίηση της οποία συντελείται η εκτέλεση, και τις εκκαθαρισμένες απαιτήσεις που έχουν ήδη κατά το χρόνο του πλειστηριασμού τυχόν αναγγελθεί με τους έως την ημέρα του πλειστηριασμού αντίστοιχους νόμιμους τόκους, καθώς και τα έξοδα εκτελέσεως, όπως αυτά νοούνται στα άρθρα 932 και 975 του ΚΠολΔ (πρβλ και αρθρ 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση αυτή, όταν το άθροισμα των αντίστοιχων χρηματικών ποσών καλυφθεί, πρέπει να πάψει η όλη διαδικασία του πλειστηριασμού των ακινήτων, έτσι ώστε να μη κατακυρωθούν εκείνα από τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα που τυχόν απομένουν, δοθέντος ότι έπονται κατά την προσδιοριζόμενη σειρά κατακυρώσεως.
Η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1001 παρ. 2 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα εφόσον, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ως βλάβη για την περίπτωση τέτοιας παραβάσεως νοείται και η περιουσιακή, όπως η προκαλούμενη μέσω της απώλειας της κυριότητας ακινήτων τα οποία θα ήταν δυνατόν να μην κατακυρωθούν αν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όριζε και τηρούσε σειρά κατακυρώσεως.
Η παράβαση διατάξεως αυτής μπορεί να προταθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι λόγοι της οποίας, παραδεκτώς προτεινόμενοι μόνο με το κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο αυτής (ΚΠολΔ 585 παρ. 2), επέχουν θέση ιστορικής βάσεως αγωγής. Επομένως δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της εφέσεως κατά της απορριπτικής επί της ανακοπής αποφάσεως ή το δικόγραφο αυτής, και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων, κατισχύει η εν λόγω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.
Τέλος, κατά τους ορισμούς του άρθρου 55 ν. δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), ο διευθυντής του δημοσίου υποχρεούται να αναγγείλει το δημόσιο για τα βεβαιωμένα στο ταμείο χρέη του καθού ο πλειστηριασμός με αναγγελία, η οποία κοινοποιείται μόνο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα εν λόγω χρέη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη κατάθεση τίτλων.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ι) Κατά τον διενεργηθέντα στις 18-4-2001 δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό των χαρακτηριζομένων με στοιχ. (α)-(δ) ακινήτων του αναιρεσείοντος εμφανίσθηκε, ως μόνη πλειοδότρια, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία πρόσφερε αντίστοιχα το ποσό των (α) 300.000.100, (β) 13.001.000, (γ) 18.001.000 και (δ) 100.001.000 δρχ., στην οποία και κατακυρώθηκαν αντί του συνολικού ποσού των 431.004.000 δρχ και (ii) ότι κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού είχαν αναγγελθεί, πλην άλλων, και το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα στις 23-10-2000 για το ποσό του 1.435.247.831 δρχ.
και στις 14-2-2000 για εκείνο του 1595.594.232.δρχ., τα οποία κατά πολύ υπερέβαιναν το ποσό του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, καταλήγοντας στο ορθό καταληκτικό πόρισμα ότι ελέγχεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και αντίστοιχος τρίτος κατά σειρά λόγος ανακοπής με τον οποίο υποστηρίχθηκε ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού έπρεπε να περιορισθεί στην κατακύρωση του με στοιχ (α) ακινήτου.
Επομένως η προβαλλόμενη με το α'σκέλος του 1ου κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητα του πλειστηριασμού για τα λοιπά κατά σειρά με στοιχ (β)-(δ) ακίνητα, ελέγχεται ως αβάσιμη. Με τους λοιπούς λόγους διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 11, 12, 19, 1, 8, 19 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση Ι.
δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι στην .../18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακηρώσεώς της επί της πλειστηριασμού υπαλλήλου συμ/φου Μαρίας Παπαδάκη-Γιαννοπούλου δεν μνημονεύονται αναγγελίες, II. δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω έκθεση, III. παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της αυτής εκθέσεως, IV.
στερείται παντελώς αιτιολογίας για τον τρόπο βεβαιώσεως των αναφερομένων στις παραδοχές της αναγγελιών και V. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του Συντάγματος με την παραδοχή της ότι για την αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου αρκεί, κατά το άρθρο 55 του ν.δ/τος 356/1974, μόνη η κοινοποίησης της στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, χωρίς παράλληλα να ληφθεί υπόψη και αξιολογηθεί ο σχετικός περί τούτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.
Οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις ερείδονται στην άρνηση του παραδεκτού, της νομιμότητας και της βασιμότητας των αναγγελιών, αμφισβητώντας προεχόντως την πραγματοποίηση αυτών Από την επιτρεπτή όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ανακοπής, από το περιεχόμενο της οποίας οριοθετείται το αντικείμενο της ανοιγείσης δι' αυτής δίκης, προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο αυτής, στην οποία περιορίσθηκε το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προβλήθηκε αντίστοιχου περιεχομένου λόγος ανακοπής, υποστηρίζοντας δι' αυτού ειδικότερα, κατ' ακριβή κατά τούτο αντίγραφου του "δεν αναφέρεται (στην .../18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού) ότι το επιτευχθέν μέχρι τη στιγμή εκείνη πλειστηριασμό (για το στοιχ (α) ακίνητο) δεν επαρκούσε για την κάλυψη της απαιτήσεως της επισπευδούσης, των τυχόν αναγγελθέντων δανειστών και των εξόδων εκτελέσεως, οπότε να προχωρούσε στον πλειστηριασμό του επόμενου ακινήτου".
Επομένως οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, ερειδόμενες επί απαραδέκτως προβληθέντως το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως λόγο ανακοπής "ότι ουδεμία αναγγελία υπήρχε", ελέγχονται ως αβάσιμες, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται προφανώς από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πλεονεκτικώς ερεύνησε και αρνητικά αξιολόγησε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις ερείδονται επί του ελεγχόμενου για τη βασιμότητα του νομικού ισχυρισμού ότι το παραδεκτό και υποστατό των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν εξαρτάται από την αναφορά τους στην έκθεση του αναγκαστικού πλειστηριασμού, με την οποία συνδέεται και η απόδειξη τους.
Τέλος η εμφάνιση ως μόνης πλειοδότριας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, με προσφορά για έκαστο των με στοιχ. (α)-(δ) ακινήτων, η οποία δεν κάλυπτε στο σύνολο της τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, δικαιολογούσε τον πλειστηριασμό τους.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο
Με το πρόσθετο δικόγραφο επαναδιατυπώνεται οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 8, 20 Κ.Πολ.Δ. οι οποίες ομοίως ελέγχονται ως αβάσιμες με βάση τις αυτές με στοιχ. Α αιτιολογίες. Η πρόσθετη αναιρετική αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα ακίνητα εκπλειστηριάσθηκαν ενιαίως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και τούτο για τον λόγο ότι ο επιτασσόμενος από την διάταξη του άρθρου 1001 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. διαδοχικός πλειστηριασμός των πλειόνων ακινήτων συνδέεται με την τυχόν κάλυψη των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών από το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα και εντεύθεν να μη δικαιολογείται ο πλειστηριασμός του συνόλου των ακινήτων, περίπτωση με την οποία συνδέεται η περιουσιακή βλάβη του καθού η εκτέλεση, προϋπόθεση η οποία δεν συνέτρεχε στην ερευνώμενη υπόθεση, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με τον επίμαχο τρίτο κατά σειρά λόγο της ανακοπής. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, με βάση την αυτοτελή τους παράσταση, στο ποσό των 2.700,00 ευρώ, για εκάστη τούτων (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 6/25-1-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 25/8-2-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 222/12-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ για εκάστη τούτων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ