Legislator Case Law & Legislation
1140/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and inadmissible evidence evaluation claims.

Case Number 1140/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a civil dispute. The appellants argued that the lower court's reasoning was contradictory and failed to properly evaluate evidence submitted by the respondents. The court rejected these claims because the appeal grounds were too vague to identify specific legal violations and because the evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8, 11, 19 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law rule, the facts accepted by the lower court, or the specific deficiencies in reasoning, and the evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal grounds contradictory reasoning evaluation of evidence inadmissible appeal substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 KPolD
Art. 559 para. 11 lit. c KPolD
Art. 559 para. 19 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1140 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1140/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ... . Οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χριστόπουλο, ο δε 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γρηγορίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-10-2000 και 8-4-2002 αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 561/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-8-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 2-12-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, την απόρριψη της, καθένας δει την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, δεν αποτελούν έγγραφα, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου χρειάζεται γι' αυτές ειδική μνεία στην απόφαση (ΑΠ 35/2001). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που μνημονεύει, ρητά την υπ' αριθ. 648/2004 ένορκη βεβαίωση η οποία περιέχει τις καταθέσεις τεσσάρων μαρτύρων αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων ακινήτων και ελήφθη μετά προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου τους, δεν την έλαβε υπόψη, αφού δεν προβαίνει ούτε σε κρίση για την αξιοπιστία των μαρτύρων, ούτε αντιπαραβάλλει τις καταθέσεις τους σε σχέση με τα αποδεικτικά έγγραφα, ούτε και τις χρησιμοποιεί για την επίρρωση των δικών τους ισχυρισμών.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα με το λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ' ορθή υπαγωγή, την αναιρετική πλημμέλιεα από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου αυτού που επικαλούνται αυτοί. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ότι ο αναιρεσίβλητος και όχι οι αναιρεσείοντες ασκούσαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων και "Από...

την με αριθμό .../6.10.2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Δράμας, ληφθείσα μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων... και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία αυτής.

Σημειώνεται ότι μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ξεχωριστή αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου δεν ιδρύει τον λόγο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εξάλλου "πράγματα" και κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 223/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης και των εγγράφων. Επομένως και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται n αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1742/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, και κατά το πρώτο μέρος του, της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ότι έτσι θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του παραπάνω άρθρου (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ).

Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος, και, συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτόν η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, ούτε τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και είναι αναγκαία για την επάρκεια του, αλλά ούτε και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και ποια είναι τα αντιτιθέμενα μέρη.

Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αόριστος. Με τον ίδιο λόγο, και κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα στα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, τα οποία όμως δεν αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του, ενώ δεν αξιολόγησε σωστά τα αναφερόμενα στην αναίρεση έγγραφα που προσκόμισαν οι ίδιοι (αναιρεσείοντες), και υπό τις αιτιάσεις αυτές γίνεται επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όμως, με το λόγο αυτόν και κατά το πιο πάνω μέρος του, υπό την επίφαση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία είναι όμως αναιρετικώς ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-8-2006 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 561/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ