Supreme Court dismisses appeal against termination of employment contract citing good faith limits on employer's right to rescind.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting his claim for damages following his termination. The appellant argued his contract was rescinded in bad faith due to retaliation for protests, but the court found the termination was based on unjustified absences and refusal to work. The court held that the employer's right to rescind is not unlimited and must respect good faith, concluding the termination did not exceed these limits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 669, 281, 174, 648, 656 of the Civil Code; The right of an employer to rescind an indefinite-term employment contract is not unlimited and must be exercised within the limits of good faith and social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1140 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1140/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Βύρωνα Α.Ε.», με έδρα το Δήμο Βύρωνα και συγκεκριμένα το Νεκροταφείο Βύρωνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1712/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9257/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2004 αίτησή του και τους από 31-8-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 19-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η κατά το άρθρο 669 του ΑΚ καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίες αόριστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής αδικοπραξία, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και ασκείται οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δεν πρέπει, δηλαδή, να υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η από τον κοινωνικό ή νομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε περίπτωση τέτοιας υπερβάσεως, η καταγγελία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 του ΑΚ, είναι άκυρη και ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν, τις προσφερθείσες υπηρεσίες του μισθωτού και σε περίπτωση αρνήσεώς του είναι υποχρεωμένος στην καταβολή των μισθών υπερημερίας κατ' άρθρα 648 και 656 του ίδιου κώδικα.
Τέτοια προφανής υπέρβαση υπάρχει και όταν η απόλυση γίνεται απλώς και μόνο για λόγους εκδικήσεως εκ μέρους του εργοδότη έναντι του μισθωτού, διότι ο τελευταίος διεκδικεί νόμιμες ή συμβατικές αποδοχές ή άλλες παροχές ή αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των νόμιμων ή συμφωνημένων όρων εργασίας. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που είχε ή εφήρμοσε κανόνα μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα ή τον εφήρμοσε εσφαλμένα.
Η παραβίαση αυτή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και όχι με βάση και εκείνα που συνέτρεχαν κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, αλλά δεν εξετάστηκαν. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, όχι όμως αυτός της παραβάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις 15.7.1997 ο ενάγων ήδη αναιρεσείων συνήψε με την εναγομένη ή δη αναιρεσίβλητη εταιρεία προφορική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας εργάστηκε ως ψήστης στο αναψυκτήριο «.....», που λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν η εναγομένη στο θέατρο ....., έως τις 28.9.1997.
Ακολούθως, στις 23.6.1998, οι διάδικοι συνήψαν νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου πλέον χρόνου, με βάση την οποία ο ενάγων απασχολήθηκε με την ίδια άνω ιδιότητα μέχρι τις 6.9.1999. Την ημερομηνία αυτή η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση καταβάλλοντας στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση, διότι ο τελευταίος από της 1.9.1999, αν και είχε κληθεί από εκείνη, δεν προήρχετο να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο πιο πάνω αναψυκτήριο.
Ο ενάγων, συνεχίζει το Εφετείο, με την αγωγή του και τις προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του έγινε για λόγους εκδικήσεως στο πρόσωπό του και δη προκειμένου να παύσει να διαμαρτύρεται για οφειλόμενες και μη καταβληθείσες αποδοχές του και να μη δεσμευτεί η εναγομένη ως προς την τήρηση των νόμιμων χρονικών ορίων απασχολήσεώς του.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι δεν προέκυψε διαμαρτυρία του ενάγοντος για τη μη καταβολή συγκεκριμένων οφειλομένων ποσών ή για την υπέρβαση των χρονικών ορίων απασχολήσεώς του. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το κατατεθέν από τους μάρτυρές του, ότι αυτός διαμαρτυρήθηκε (αορίστως) στο Δήμαρχο του Βύρωνα, αλλά του υποσχέθηκαν (χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένα πρόσωπα) ότι θα τον προσλάμβαναν σε μόνιμη θέση και έτσι δεν συνέχισε τις διαμαρτυρίες του.
Όπως δε ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στις πρωτόδικες προτάσεις και στις προτάσεις του στο δεύτερο βαθμό, η εναγομένη του επαναπροσέλαβε για το χρονικό διάστημα από 1.8.2000 έως 15.11.2000, τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2002 και την 1.2.2003, γεγονός, που δεν θα συνέβαινε, εάν η καταγγελία της συμβάσεώς του είχε γίνει για λόγους εκδικάσεως στο πρόσωπό του και συνεπεία των διαμαρτυριών του, όπως αυτός υποστηρίζει.
Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, η καταγγελία της συμβάσεώς του, που έγινε για αδικαιολόγητες απουσίες και άρνηση, παροχής των υπηρεσιών του στην εναγομένη, δεν είναι καταχρηστική και, ως εκ τούτου, το αγωγικό αίτημα περί καταβολής εκ μέρους της μισθών υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας είναι αβάσιμο.
Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 281 του ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου μοναδικός κατά το σχετικό μέρος του, του κυρίου αναιρετηρίου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Ο ίδιος δε αυτός πρόσθετος λόγος, ως προς τις αιτιάσεις που αναφέρονται σε φερόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά διάφορα των προεκτεθέντων, που δέχθηκε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, με το μοναδικό λόγο του κυρίου αναιρετηρίου και το δεύτερο των προσθέτων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και συγκεκριμένα την κατάθεση του μάρτυρά του ...., που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με τη 2219/2001 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την υπ' αριθμ. 6086/2001 ένορκη ενώπιον συμβολαιογράφου βεβαίωση του .....
και το από ..... δελτίο εργατικής διαφοράς του τμήματος επιθεώρησης εργασίας Δάφνης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα που ρητά μνημονεύει τα οποία εκτίμησε ανέλεγκτα (άρθρ. 261 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά την εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος κι εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμοί, που ο αναιρεσείων πρότεινε το δικαστήριο και αυτό δεν έλαβε υπόψη.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10.4.2005 αίτηση του ........ για αναίρεση της αριθ. 9257/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που καθορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ