Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where new evidence was not submitted to the Court of Appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in a labor dispute regarding wrongful dismissal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving the employer's misconduct, but the court found these documents were never formally submitted or referenced during the appellate proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal lacked substantive grounds because the new evidence was procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant fails to submit new evidence to the Court of Appeal, rendering the appeal devoid of substantive grounds for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 113 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Ι., κατοίκου ….. που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Καραγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "…..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πηνιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1089/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2570/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 13-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8517/847/ 2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2570/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 26-9-2023 (βλ. σχετική σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Δ.Α. επί του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα αντιγράφου αυτής) και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 25-10-2023).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 12254/319/2022) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη το έτος 1993, αρχικά ως κλητήρας, ενώ από το 1994 έως το 2012 κατείχε θέση διοικητικού υπαλλήλου και από το 2012 έως την 1-10-2021, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, κατείχε τη θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος Νομικής Προστασίας.
Ότι πάσχει από επιληψία και έχει κριθεί αρμοδίως, για τον λόγο αυτό, ανάπηρος σε ποσοστό 67%, η δε πρόσληψή του έγινε από την εναγομένη μέσω του ΟΑΕΔ λόγω της άνω αναπηρίας του, εξαιτίας όμως αυτής υπήρχε προκατάληψη προς το πρόσωπό του και προσβλητική συμπεριφορά εκ μέρους τόσο των συναδέλφων όσο και των ανωτέρων του.
Ότι την εν λόγω απαξιωτική και προσβλητική γι' αυτόν συμπεριφορά είχε γνωστοποιήσει εγγράφως στην εναγομένη, ζητώντας από αυτήν να επιληφθεί του θέματος, πλην όμως εκείνη δεν το έπραξε. Ότι από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με το σύστημα της τηλεργασίας, λόγω covid, επειδή όμως ήταν ο μόνος από τους υπαλλήλους του Τομέα Νομικής Προστασίας που η εναγομένη εταιρεία είχε εφοδιάσει με φορητό υπολογιστή, ο γενικός διευθυντής αυτής του ανέθεσε τη διαχείριση όλου του Τομέα, με συνέπεια να εργάζεται νυχθημερόν, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, και συνακόλουθα να επιβαρύνεται με υπέρογκα ποσά λογαριασμών ρεύματος και χρήσης διαδικτύου.
Ότι τα ως άνω προβλήματα γνωστοποίησε κατ' επανάληψη εγγράφως στην εναγομένη, ζητώντας από αυτήν να τον μετακινήσει από τον ανωτέρω Τομέα σε οποιαδήποτε άλλη θέση, όμως το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε, συνέχισε δε να εργάζεται υπό τις ίδιες αντίξοες συνθήκες, γεγονός το οποίο του δημιούργησε επιπρόσθετα προβλήματα υγείας (καρδιαγγειακά και ψυχιατρικά), που είχαν ως συνέπεια την αύξηση του ποσοστού αναπηρίας του από 67% σε 75%, σύμφωνα με την από 14-9-2021 απόφαση του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), ενώ παράλληλα κατά την αξιολόγηση του έτους 2020 κρίθηκε απλώς ότι "επιτυγχάνει" και όχι ως "εξαίρετος".
Ότι μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του υπό καθεστώς τηλεργασίας, επέστρεψε στον χώρο εργασίας του, όπου αντιμετώπισε την ίδια, όπως και προηγουμένως, υποτιμητική και προσβλητική συμπεριφορά των συναδέλφων και των ανωτέρων του, στην οποία όμως προστέθηκε και εκείνη της νέας Προϊσταμένης του Τομέα Νομικής Προστασίας, γεγονός που τον εξανάγκασε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του την 1-10-2021, προκειμένου να αποφύγει τις καταστροφικές για την υγεία του συνέπειες που θα είχε η συνέχιση της εργασίας του υπό τις ανωτέρω συνθήκες.
Ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, η οποία ισοδυναμεί με άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της τελευταίας, ενώ συγχρόνως συνιστά υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία του προξένησε ηθική βλάβη.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 41.210 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 100.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 141.210 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1089/2022 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την 10-11-2022 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 2570/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ενάγων με την υπό κρίση αίτησή του. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019).
Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 262/2020, 677/2015).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1495/2023, 19/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010).
Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11β' και 11γ' ΚΠολΔ, αληθώς δε, με το πρώτο σκέλος του η πλημμέλεια εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με το δεύτερο σκέλος του η πλημμέλεια εκ του αριθμού 11γ' του ιδίου άρθρου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, κατά τις εξής διακρίσεις: 1) Ως προς το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτό πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις ουσιαστικές παραδοχές της που καταλήγουν στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, ειδικότερα δε, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα υιοθετώντας τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς απόδειξη, συνεπώς υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. 2) Ως προς το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος, διότι με αυτό προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και συγκεκριμένα:
α) Τα από 10-8-2020, 14-9-2020 και 19-11-2020 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αυτός είχε αποστείλει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, β) τα έγγραφα της μισθοδοσίας του, γ) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ.Ρ. και Μ.Β., δ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ε) την από 27-6-2022 ιατρική γνωμάτευση του καρδιολόγου Μ.Λ., στ) την από 23-6-2022 βεβαίωση του Ψυχιατρικού Τμήματος του Νοσοκομείου "….." και ζ) το έγγραφο με το οποίο η αναιρεσίβλητη προανήγγειλε την εθελουσία έξοδο από την υπηρεσία, ωστόσο από την αναφορά στο σκεπτικό της, επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσης του, συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και τις υπ' αριθ. 1821 και 1822/1-4-2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ.
Ρ. και Μ.Β., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό με τις παραδοχές αυτης ότι "Ούτε άλλωστε προέκυψε ακριβώς ο όγκος εργασίας, το αντικείμενο και ο αριθμός των υποθέσεων, που επιβάρυνε, σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους, επιπλέον τον ενάγοντα, ο οποίος σημειωτέον ήταν και ο προϊστάμενος του τμήματος, ενώ οι μάρτυρες απόδειξης ουδέν ειδικότερο και πιο συγκεκριμένο κατέθεσαν σχετικά." (βλ.
σελ. 14), ότι "Ο τελευταίος (ενν. ο ενάγων) παραπονέθηκε με ηλεκτρονικά μηνύματα (10-8-2020 και 14-9-2020) που απέστειλε, για τις εξαντλητικές ώρες κατ' οίκον εργασίας, για τα έξοδα ηλεκτρικού ρεύματος και χρήσης internet...." (βλ. σελ. 14), ότι "ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσκομίστηκε κανένας λογαριασμός, έστω και τρίτου προσώπου, στο οποίο είχαν γίνει οι συνδέσεις τηλεφωνίας και internet, για παράδειγμα της μάρτυρα απόδειξης Μ.
Β. (με την οποία ο ενάγων συμβιούσε κατά τον χρόνο εκείνο)...." (βλ. σελ. 14 και 15), ότι "Από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ο οποίος αποχώρησε από την εταιρεία, με εθελουσία, το έτος 2019...." (βλ. σελ. 15), ότι "ο ενάγων - εκκαλών αισθανόμενος πιεσμένος από όλα τα παραπάνω, όπως κατέθεσαν άπαντες οι μάρτυρες απόδειξης, και θεωρώντας ότι κατ' αυτόν τον τρόπο προσβάλλεται η προσωπικότητά του....
προέβη στην ένδικη παραίτηση στις 4-10-2021." (βλ. σελ. 19), καθώς και ότι "όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, επρόκειτο να ανακοινωθεί σύντομα πρόσκληση ενδιαφέροντος για συμμετοχή σε πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης προσωπικού (που έγινε εν τέλει στις 31-12-2021." (βλ. σελ. 19), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, και τα ανωτέρω αναφερθέντα υπό στοιχ.
α', β', γ', δ' και ζ'. Όσον αφορά τα υπό στοιχ. ε' και στ' έγγραφα, από την, κατ' άρθρο 651 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 24-1-2023 κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι στις σελίδες 24 και 25 αυτών γίνεται αναφορά στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται στα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν ενώπιον του Εφετείου αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως 31 στις σελίδες 35 έως 39 των ως άνω προτάσεών του, ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για επίκληση και προσκομιδή των προαναφερόμενων εγγράφων σε οποιοδήποτε άλλο σημείο των εν λόγω προτάσεων ή της προσθήκης αυτών.
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2570/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ