Legislator Case Law & Legislation
113/2022 AI generated

113/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

113/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., να μην προκαλεί κάποιος υπαίτια ζημία σε άλλον (Α.Π. 1028/2015, Α.Π. 1738/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ταταρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/2/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 12-2-2020 (4/12-2-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 179/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή, η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ. (Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 1350/2018, Α.Π. 118/2006, Α.Π. 831/2005, Α.Π. 174/2005).

Είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., να μην προκαλεί κάποιος υπαίτια ζημία σε άλλον (Α.Π. 1028/2015, Α.Π. 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1019/2019, Α.Π. 1350/2018, Α.Π. 974/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (Α.Π. 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές (ανωτέρω διατάξεις), θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Πρέπει, εξ άλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο, κατωτέρω εκτιθέμενο, άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Α.Π. 865/2017, Α.Π. 1738/2013).

Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 ν.3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα εύληπτο και κατανοητό ως και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Τούτο σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται οι πληροφορίες, που αφορούν γενικά στην αγορά, στο αντικείμενο της επένδυσης, στην οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέπει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά, οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως και κατά τρόπο κατανοητό την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα και αν δεν ενημερώνει, με απολύτως σαφή τρόπο, τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (Α.Π. 944/2016, Α.Π. 1738/2013).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε. Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτό, όταν η διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί εννοιολογικώς με ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Ο εφεσίβλητος-ενάγων ήταν πελάτης της εκκαλούσας-εναγομένης τράπεζας, στην οποία τηρούσε περισσότερους από έναν καταθετικούς λογαριασμούς. Πριν από το έτος 2007, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης στα ...

και, σε συζήτηση με την τότε διευθύντρια του υποκαταστήματος Ι. Ζ., αποφάσισε να μεταφέρει το συνολικό ποσό των 58.537,14 €, που είχε κατατεθειμένο σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς, σε έναν ενιαίο νέο λογαριασμό, προκειμένου να τοποθετηθεί αυτό σε μια επωφελή για τον ίδιο προθεσμιακή ή παρόμοια κατάθεση.

Κατά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, η Ι. Ζ., η οποία ενεργούσε ως θεματοφύλακας της εκκαλούσας-εναγομένης, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, προέτρεψε τον ενάγοντα να αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια τα οποία, όπως τον διαβεβαίωσε, εξασφάλιζαν σίγουρη επιστροφή του κεφαλαίου και απέδιδαν τόκο, τουλάχιστον για τα τρία πρώτα χρόνια, 3%.

Το στοιχείο αυτό ήταν βαρύνουσας σημασίας για τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος ήταν ένας απλός μικροεπενδυτής, χωρίς ιδιαίτερη εκπαίδευση ή εμπειρία περί των χρηματοοικονομικών θεμάτων, η δε ιδιότητά του ως Εισαγγελέας Εφετών και το υψηλό μορφωτικό του επίπεδο σε άλλους τομείς, ουδόλως τον καθιστούσαν ειδήμονα περί των παραπάνω θεμάτων, γεγονός που γνώριζε η υπάλληλος της εκκαλούσας-εναγομένης.

Εξάλλου, ο ρόλος της τελευταίας ήταν ακριβώς η παροχή επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών στον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ανάλογα με το επενδυτικό του προφίλ, αφού η παραπάνω υπάλληλος διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις περί των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ι. Ζ. δεν παρείχε στον εφεσίβλητο-ενάγοντα επαρκείς πληροφορίες κατά τρόπο κατανοητό, ώστε να επιλέξει κάποιο κατάλληλο, για το επενδυτικό του προφίλ, χρηματοπιστωτικό προϊόν, αντίθετα τον παρακίνησε να αποδεχτεί τη συγκεκριμένη επένδυση, παρουσιάζοντάς την ως ιδιαίτερα συμφέρουσα με σίγουρη απόδοση, ώστε να μη δύναται ο ενάγων να αντιληφθεί τον επενδυτικό κίνδυνο.

Ειδικότερα, η παραπάνω υπάλληλος του παρουσίασε τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, στα οποία επένδυσε ο ενάγων, ως προγράμματα προθεσμιακών καταθέσεων, τα οποία δεν είχαν κανένα οικονομικό κίνδυνο του επενδυμένου κεφαλαίου του, αλλά είχαν απλώς ένα σταθερό ευνοϊκό επιτόκιο 3% και εγγυημένο κεφάλαιο μέχρι το τέλος της τριετίας, στοιχείο που ήταν καταλυτικό για τον ενάγοντα, ο οποίος ουδόλως επιθυμούσε επενδυτικό ρίσκο για τυχόν μεγαλύτερη απόδοση.

Στις 21-6-2007, ο εφεσίβλητος-ενάγων ανέλαβε 10.000 € από τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό για να αγοράσει μερίδιο αμοιβαίων κεφαλαίων με τον τίτλο "..."... Στις 9.7.2007, ο ενάγων αντάλλαξε τα ως άνω μερίδια με αυτά των αμοιβαίων κεφαλαίων με τον τίτλο "...", ισόποσης αξίας, ενώ στις 11.7.2007, ο ενάγων αγόρασε, έναντι τιμήματος 40.000 €, μερίδια των ανωτέρω αναφερόμενων αμοιβαίων κεφαλαίων με τον ίδιο τίτλο..., με χρέωση του υπ' αριθμό ...

λογαριασμού. Τέλος, στις 11.7.2007, η ανωτέρω υπάλληλος... προέβη για λογαριασμό του ενάγοντα, εν αγνοία του και χωρίς τη λήψη αντίστοιχης εντολής στην αγορά 1.500 μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "...", συνολικού τιμήματος, πλέον προμήθειας 8.537,14 €... Όμως οι ως άνω επενδύσεις και κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου είχαν και δε συνιστούσαν προθεσμιακή κατάθεση, στοιχεία που η παραπάνω υπάλληλος απέκρυψε από τον ενάγοντα...

Αντίθετα, η ως άνω υπάλληλος τόνισε μεν, ως πλεονέκτημα των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων, την εξασφάλιση του κεφαλαίου, παρέλειψε όμως να πει ότι το κεφάλαιο επιστρέφεται ολόκληρο μετά την πάροδο 10ετίας, ενώ, σε περίπτωση πρόωρης εξαγοράς, κανείς δεν εγγυάται ολόκληρο το κεφάλαιο. Μετά την παραλαβή των πρώτων τριμηνιαίων ενημερωτικών σημειωμάτων, ο εφεσίβλητος-ενάγων διαπίστωσε συνεχή μείωση του κεφαλαίου του, οπότε θορυβημένος απευθύνθηκε προς την Ι.

Ζ., ως την πλέον αρμόδια να τον ενημερώσει σχετικά. Η τελευταία, προκειμένου να τον ενημερώσει σχετικά. Η τελευταία, προκειμένου να τον καθησυχάσει, σημείωσε στο σώμα του από 28.9.2007 ενημερωτικού σημειώματος της εναγομένης τράπεζας για την κίνηση του επενδυτικού προϊόντος, με την ιδιότητά της ως διευθύντριας... "για 3 χρόνια 3% εγγυημένο και εγγύηση κεφαλαίου στη λήψη".

Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων παραπλανήθηκε και πείστηκε ότι το κεφάλαιό του παραμένει εξασφαλισμένο για τρία τουλάχιστον χρόνια. Επειδή δε από τα ενημερωτικά σημειώματα της τράπεζας ο ενάγων διαπίστωσε ότι το κεφάλαιο της επένδυσης συνέχισε να μειώνεται, ζήτησε και έλαβε εκ νέου την από 23.7.2010 επιστολή με τη ρητή διαβεβαίωση της διευθύντριας ότι η ίδια, με προσωπική της ευθύνη, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει στο ακέραιο το ποσό των 50.000 € καθώς και το ποσό των 8.537,14 € μέχρι τις 30.8.2010, προθεσμία, η οποία παρατάθηκε έως τις 30.10.2010.

Με τον τρόπο αυτό, η παραπάνω υπάλληλος εξακολουθούσε να διαβεβαιώνει τον ενάγοντα ότι πράγματι το κεφάλαιό του είναι εγγυημένο, παρόλο που η ίδια γνώριζε ότι αυτό δεν ισχύει και, παρόλο που ήδη, λόγω της επερχόμενης οικονομικής κρίσης, η πτώση των μετοχών, των οικονομικών αξιών και όλων των επενδύσεων ήταν ήδη φανερή.

Και ναι μεν είναι αληθές ότι στα παραπάνω σημειώματα δεν υπάρχει σφραγίδα της τράπεζας ούτε δεύτερη υπογραφή υπαλλήλου, αλλά μόνο υπογραφή της Ι. Ζ., εν τούτοις η ως άνω συμπεριφορά της τελευταίας, σαφώς και δέσμευε την προστήσασα αυτήν τράπεζα, ακόμη και η παραπάνω υπάλληλος ενεργούσε καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της...

Με τη συμπλήρωση της τριετίας και συγκεκριμένα στις 30.7.2010, ο ενάγων έδωσε εντολή εξαγοράς όλων των ως άνω μεριδίων προς τη ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΑΕ, οπότε πιστώθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό του το ποσό των 41.405,93€, το οποίο υπολειπόταν από το αρχικό κεφάλαιο των 50.000 € κατά 8.874,07 €, ενώ από την πώληση των μετοχών της "...", στις 8.9.2010, ο ενάγων έλαβε τίμημα ύψους μόλις 1.526,11 €, το οποίο υπολειπόταν από το αρχικό κεφάλαιο κατά 7.011,03 €.

Συνεπώς, από την παραπάνω επένδυση, ο ενάγων απώλεσε κεφάλαιο... 15.885,10 €. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της προστηθείσας της εναγομένης... και της ζημίας που υπέστη ο ενάγων. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της παραπάνω υπαλλήλου συνίσταται κατά πρώτο λόγο στη μη καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης επενδυτικής συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπόμενων υποχρεώσεων, με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών...

συνεπεία των οποίων ο ενάγων δεν επέλεξε με πλήρη γνώση και συνείδηση το επενδυτικό προϊόν που του ταίριαζε, κατά δεύτερο δε λόγο, στη διαβεβαίωση του εφεσιβλήτου-ενάγοντα περί εξασφάλισης του κεφαλαίου του για τα τρία πρώτα χρόνια, εξαιτίας της οποίας επαναπαύθηκε και δεν έσπευσε να πωλήσει τις μετοχές μόλις αντιλήφθηκε τη μείωση του κεφαλαίου του.

Επομένως, ο ενάγων έχει αξίωση αποζημίωσης σε βάρος της προστήσασας εκκαλούσας-εναγομένης, λόγω των ως άνω παραβάσεων της προστηθείσας υπαλλήλου της. Και είναι μεν αληθές ότι ο ενάγων πράγματι υπέγραψε τις ένδικες αιτήσεις συμβάσεις..., στο σώμα των οποίων περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, η δήλωση "επιθυμώ να συμμετάσχω στα Α/Κ που αναφέρονται παραπλεύρως με το συνολικό ποσό..." καθώς επίσης και η δήλωση "αποδέχομαι τον Κανονισμό των Α/Κ στα οποία συμμετέχω...

Έλαβα γνώση και αποδέχομαι τους όρους που αναγράφονται στην πίσω όψη της παρούσας αίτησης", πλην όμως, κατά τα κοινώς γνωστά, αν κάποιος δεν έχει εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις, αδυνατεί να αντιληφθεί τους όρους αυτούς και τη λειτουργία των προϊόντων αυτών εν τοις πράγμασι, συνεπώς ο κάθε επίδοξος μικροεπενδυτής συμβουλεύεται τον υπάλληλο ή το διευθυντή της τράπεζας που κινεί αυτά τα προϊόντα, ως το πλέον κατάλληλο άτομο, προκειμένου να καταλήξει στο κατάλληλο για το επενδυτικό του προφίλ προϊόν.

Εξάλλου, ήταν γνωστή η πίεση των τραπεζών στους υπαλλήλους τους να προωθήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρηματοπιστωτικά προϊόντα μπορούσαν, την εποχή της οικονομικής ανάπτυξης και της γενικότερης ευρωστίας, χωρίς σχολαστική ενημέρωση ή υποδείξεις προς αυτούς, καθόσον κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τότε την πτώση των μετοχών, λόγω της οικονομικής κρίσης.

Επομένως... δεν υπάρχει μεν σκοπός εξαπάτησης του ενάγοντος εκ μέρους της ως άνω υπαλλήλου της εναγομένης, αλλά ελλιπής πληροφόρηση και ενημέρωση, που οδήγησε στην άγνοια των ειδικότερων όρων του επιλεγέντος επενδυτικού προϊόντος... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα έντυπα των αιτήσεων συμμετοχής και εξαγοράς/ανταλλαγής προς τη "ΔΙΕΘΝΙΚΗ" και ακριβώς κάτω από τη θέση για τη σφραγίδα και τις υπογραφές, αναγραφόταν με κεφαλαία γράμματα "ΤΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ", γεγονός που θορύβησε τον ενάγοντα και, σε σχετική ερώτησή του, η Ι.

Ζ. τον διαβεβαίωσε ότι ο όρος αυτός δεν αφορά τη μεταξύ τους σύμβαση, αλλά μόνο όσες συμβάσεις ενδεχομένως είχαν ως αντικείμενο την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, ακολούθως δε δεσμεύτηκε η ίδια προσωπικά για την απόδοση του κεφαλαίου του... Επομένως, ο ενάγων είχε πειστεί βάσιμα από τη συμπεριφορά της ανωτέρω υπαλλήλου ότι το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο τουλάχιστον για τρία χρόνια και, επομένως, η πώληση των μετοχών μετά την πάροδο της τριετίας, έγινε από αυτόν με τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι θα του επιστραφεί ολόκληρο το κεφάλαιο...

ουδεμία συνυπαιτιότητα του ενάγοντα στην πρόκληση της ζημίας προέκυψε... Τέλος, αποδείχθηκε ότι, λόγω της συμπεριφοράς της προστηθείσας της εναγομένης, ο ενάγων στενοχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε, καθόσον απώλεσε σημαντικό μέρος από τις οικονομίες του και αναγκάστηκε να απευθυνθεί επανειλημμένως στην τράπεζα όσον και σε δικηγόρο και διαμεσολαβητή τραπεζικών επενδυτικών εργασιών και, επομένως, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία...

ανέρχεται στο ποσό των 3.000,00 €...". Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 383/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, δέχθηκε την υπαιτιότητα της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προστήσασας, λόγω της εκ μέρους της προστηθείσας αυτής, παράβασης του καθήκοντος της εύλογα κατανοητής και σαφούς ενημέρωσης του περιορισμένης επενδυτικής εμπειρίας ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου για τους κινδύνους της συγκεκριμένης επένδυσης, της ελλιπούς και πρόχειρης ενημέρωσης του ενάγοντος, με συνέπεια την υλική και ηθική του ζημία, η οποία δεν θα είχε επέλθει, αν η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δια της προστηθείσας, είχε ενημερώσει κατά τρόπο εύληπτο και επαρκή, ως όφειλε, τον επενδυτή για τα χαρακτηριστικά της επενδύσεώς του και, συνεπώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288 του Α.Κ., 8 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 2251/1994 και του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ.

ως και τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 και 25 του ν. 3606/2007, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της αναιρεσείουσας. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, το οποίο προσκομίστηκε νομίμως μετ' επικλήσεως από διάδικο, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως 'πραγματικά γεγονότα', που δέχθηκε το δικαστήριο, παραμορφώνοντας το έγγραφο, νοούνται εκείνα, που αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως, κατ' άρθρο 335 του Κ.Πολ.Δ. και από τα οποία εξαρτάται η απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, που εξετάσθηκε κατ' ουσία. Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, επουσιώδης ή αλυσιτελής (Ολ.Α.Π. 887/2008), αν το παραμορφωθέν μέρος του εγγράφου, δηλαδή, οι λέξεις που διάβασε λανθασμένα ή που παρέλειψε να διαβάσει το δικαστήριο, αναφέρεται σε επουσιώδες, μη κρίσιμο για την απόδειξη του πραγματικού ισχυρισμού περιστατικό ή αν η 'παραμόρφωση' οφείλεται σε προφανή παραδρομή ή γραφικό λάθος του δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εξάλλου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικά, από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην αξιολογική κρίση του, δηλαδή, στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο ή στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία περιεχομένου εγγράφου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 663/2018, Α.Π. 175/2017, Α.Π. 161/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο μόρφωσε, κατά κύριο λόγο, το αποδεικτικό του πόρισμα από δύο (2) έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, το περιεχόμενο των οποίων εσφαλμένα ανέγνωσε και συγκεκριμένα α) την ιδιόγραφη και ενυπόγραφη επισημείωση της Ι.

Ζ. επί του σώματος του από 28-9-2007 ενημερωτικού σημειώματος της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΙΚΗ Ε.Δ.Α.Κ. Α.Ε." και β) την από 23-7-2010 ενυπόγραφη επιστολή της ανωτέρω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση α) στο πρώτο των άνω αποδεικτικών εγγράφων, ήτοι στην ιδιόγραφη και ενυπόγραφη επισημείωση της προαναφερόμενης προστηθείσας της αναιρεσείουσας αναγράφεται, επί λέξει, ότι "για 3 χρόνια 3% εγγυημένο και εγγύηση κεφαλαίου κατά τη λήξη" και β) στο δεύτερο εξ αυτών, ήτοι στην από 23-7-2010 ενυπόγραφη επιστολή της ίδιας προς τον αναιρεσίβλητο, αναγράφονται, επί λέξει, τα εξής: "Στη συνέχεια προφορικής και έγγραφης προσωπικής εγγυήσεώς μου, που αφορά κεφάλαιο πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000 ευρώ) και οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα επτά ευρώ (8.537,14 ευρώ), υπόλοιπο άλλου λογαριασμού, τα οποία έχουν κατατεθεί από εσάς στο υποκατάστημα της εθνικής τράπεζας, για την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο (100%), ανεξάρτητα από τις όποιες διακυμάνσεις της αγοράς, αναλαμβάνω την υποχρέωση, με προσωπική μου ευθύνη, για την επιστροφή ολόκληρου του κεφαλαίου των πενήντα χιλιάδων ευρώ και του ποσού των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 ευρώ) από το κεφάλαιο των 8.537,14 ευρώ μέχρι την 30 Αυγούστου 2010, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με την καταβολή μετρητών από εσάς μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ), θα κατατεθεί στο υποκατάστημα ...

Εθνικής Τράπεζας σε ασφαλή τοποθέτηση ή για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Κράτους. Η επιστροφή σε σας του παραπάνω χρηματικού ποσού των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000 ευρώ) θα πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι την 30 Αυγούστου 2010". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, στις οποίες παρατίθεται το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, καταδεικνύεται ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς τα έγγραφα αυτά, τα οποία ορθώς ανέγνωσε, αλλά, αφού τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο, που η αναιρεσείουσα, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό τους, θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατά τα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη εκτιθέμενα.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί και ο (επικουρικός) αυτός λόγος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2020 (4/12-2-2020) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 179/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ