Legislator Case Law & Legislation
113/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible and unfounded errors regarding evidence evaluation and contract interpretation.

Case Number 113/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on appeal. The appellant argued that the court failed to properly evaluate private lease agreements and misinterpreted their content, claiming this constituted a procedural error. The court rejected these claims, ruling that the First Instance Court correctly assessed all evidence and that the appellant's arguments regarding the interpretation of the contracts were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the evaluation of evidence rather than the consideration of evidence, and unfounded if the lower court correctly interpreted the documents and weighed all evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence interpretation of contracts procedural error Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 591/20

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ-ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και με το διακριτικό τίτλο "ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ" που εδρεύει στην περιοχή Παλαιοκαστρίτσα του Δήμου Παλαιοκαστριτών Κέρκυρας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Πήττα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.

Εκδόθηκε η 14/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση παρεπέμφθη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, ως αρμόδιο δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2011 μη οριστική, 1212/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το εδ. γ' του αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα χωρίς ανάγκη χωριστής μνείας αυτών. (βλ. σχ. ΑΠ 591/20), ειδάλλως ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξετέρου, όμως, κατά το εδ.

α' του ίδιου άρθρου και αριθμού, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα προτασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων. Έτι περαιτέρω, απ' το άνω άρθρο (559 ΚΠολΔ) αρ.20 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου κώδικα αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η έκθεση πραγ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων ή οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμ/φου, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτρίωσης ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων Υπηρεσιών.

ΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 88/19, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, έχουν ως εξής: "Δυνάμει των υπ' αριθ. …/…-4-1967 και …/…-4-1967 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παξών Κέρκυρας, η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικών Εμπορικών και Τουριστικών Επιχειρήσεων" και το διακριτικό τίτλο "Φουρτούνα", αγόρασε δύο ακίνητα που βρίσκονται στην ειδικότερη θέση "..." στους ..., συνολικής έκτασης κατά τα ως άνω συμβόλαια εμβαδού 2.520 τ.μ.

με τα εντός αυτών δύο ελαιόδεντρα, περιφραγμένα με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα. Ειδικότερα, δυνάμει του πρώτου των ως άνω συμβολαίων (…/…-4-1967), η ενάγουσα αγόρασε από τον Φ. Φ. του Γ., όπως νομίμως εκπροσωπείτο αυτός από τον Χ. Β., ένα χερσότοπο, ήτοι ένα αγροτικό κτήμα, όπως αυτό αποτυπώνεται με αριθμό (1) στο προσαρτώμενο στο εν λόγω συμβόλαιο από Φεβρουάριο 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.

Ρ., έκτασης 2.020 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." στους ..., με τα εντός αυτού δύο ελαιόδεντρα, περιφραγμένο με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα και το οποίο συνορεύει, προς βορράν με ιδιοκτησία Φ. Φ. επί τεθλασμένης πλευράς μέτρων τεσσάρων (4) συν μέτρων δέκα (10) συν μέτρων δώδεκα (12) συν μέτρων δέκα έξι (16), ήτοι συνολικής πλευράς μέτρων σαράντα δύο (42), μεσημβρινώς με όμοιο ακίνητο κτήμα ιδιοκτησίας Χ.

Β. επί πλευράς μέτρων τριάντα δύο (32), δυτικώς με ιδιοκτησία του Φ. Φ. επί πλευράς εις το άκρον της τεθλασμένης μέτρων πενήντα εννέα (59) συν τρία (3), ήτοι συνολικής πλευράς εξήντα δύο μέτρων (62) και προς ανατολάς με θάλασσα επί πλευράς μέτρων πενήντα δύο (52). Επίσης η ενάγουσα, δυνάμει του δευτέρου των ως άνω συμβολαίων, υπ' αριθ.

…/…-4-1967,το οποίο μετεγράφη νομίμως στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Παξών Κέρκυρας, στις 17-6-1997, στον τόμο … και με α.α. …, αγόρασε από τον Χ. Β., ένα χερσότοπο, ήτοι ένα αγροτικό ακίνητο-κτήμα, όπως αυτό αποτυπώνεται με αριθμό (2) στο προσαρτώμενο στο πρώτο των ανωτέρω συμβολαίων (υπ' αριθ. …/…-4-1967), από Φεβρουάριο 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.

Ρ., έκτασης 500 τ.μ,, που βρίσκεται στη θέση "..." στους ..., με τα εντός αυτού δύο ελαιόδεντρα, περιφραγμένο με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα και το οποίο συνορεύει προς βορράν με ιδιοκτησία πρώην Φ. Φ. και νυν της ενάγουσας επί πλευράς μέτρων τριάντα δύο (32), δυτικομεσημβρινώς εν μέρει με ιδιοκτησίας Φ. Φ.

επί τεθλασμένης πλευράς μέτρων εννέα (9) συν μέτρων δώδεκα (12), ήτοι συνολικής πλευράς μέτρων είκοσι ενός (21) και εν μέρει με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος επί πλευράς μέτρων δέκα τεσσάρων (14) και ανατολικώς εν μέρει με ρέμα επί πλευράς μέτρων είκοσι (20) και εν μέρει (πέρα του ρέματος) με θάλασσα επί πλευράς μέτρων οκτώ (8).

Εξάλλου, στην πρώτη εναγομένη, περιήλθε λόγω προικός εκ μέρους του πατέρα της Ε. Β., με το υπ' αριθ. …/…-10-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παξών Αναστασίου Λύχνου, που μετεγράφη νομίμως, μία ισόγεια κατοικία, αποτελούμενη από τρία κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους συνολικού εμβαδού 64 τ.μ. επί οικοπέδου 560τ.μ., στη θέση "..." στους ..., όπως ειδικότερα περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του με αριθμό …/…- 8-1997 προσυμφώνου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Παξών Κέρκυρας Αναστασίου Λύχνου, οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έτος, έβδομη, όγδοη και ένατη των εναγόμενων, με την ιδιότητα των κτητόρων του δέκατου εξ αυτών, Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος, προσυμφώνησαν, να πωλήσουν στην πρώτη των εναγομένων, ένα αγροτικό ακίνητο-ελαιόκτημα με των εντός αυτού δεκατεσσάρων (14) ελαιοδένδρων, που βρίσκεται στην ίδια θέση "...Σ", συνολικής έκτασης 3.327 τ.μ.

και συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Β., με ιδιοκτησία αλλοδαπών, με ιδιοκτησία Δ. Φ., και με κοινοτική παραλιακή επαρχιακή οδό, όπως αυτό εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο από Δεκέμβριο 1996 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα- μηχανικού Χ. Χ.. Ωστόσο, εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθ.

…/…-3-1999 συμβολαίου, προσυμφώνου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου-οικοπέδου, του συμβολαιογράφου Παξών Κέρκυρας Αναστασίου Λύχνου, οι ως άνω συμβαλλόμενοι προέβησαν σε ακύρωση του προγενεστέρου υπ' αριθ. …/…-8-1997 προσυμφώνου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που είχε συνταχθεί ανάμεσα στους ίδιους συμβαλλομένους, διότι εν τω μεταξύ, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, προέκυψαν διαφορές στην προσυμφωνηθείσα προς πώληση ως άνω έκταση και συγκεκριμένα διαπίστωσαν, αφενός μεν, ότι η εν λόγω έκταση δεν είχε εμβαδόν 3.327 τ.μ., ως αρχικώς ανεγράφη στο προγενέστερο προσύμφωνο, αλλά 2.180 τ.μ., αφετέρου δε, υπήρχε και άλλο ακίνητο με το οποίο συνόρευε το δικό τους, ήτοι ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρίας.

Με το μεταγενέστερο δε αυτό προσύμφωνο (…./9-3-1999), περιορίζουν τον αριθμό των ελαιοδένδρων που υφίστανται εντός του ακινήτου, από 14 σε 12 και, περαιτέρω, προσυμφωνούν να μεταβιβάσουν στην πρώτη των εναγομένων το αγροτικό αυτό ακίνητο, έκτασης πλέον 2.180 τ.μ., μετά των εντός αυτού δώδεκα (12) ελαιοδένδρων, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, όπως αυτό αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο από Δεκέμβριο 1996 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ιδίου αρχιτέκτονα-μηχανικού, Χ.

Χ., και συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Β. και εν μέρει με την παραλιακή οδό, με ιδιοκτησία Δ. Φ., με ιδιοκτησία της ενάγουσας και με την παραλιακή επαρχιακή οδό προς το νέο λιμάνι. Το επίδικο της υπό κρίση αγωγής, είναι το ακίνητο εκτάσεως 500τ.μ., που απέκτησε η ενάγουσα εταιρεία με το προαναφερθέν συμβόλαιο υπ' αριθ.

…/…-4-1967. Οι εναγόμενοι αφετέρου, αρνούμενοι την αγωγή, υποστηρίζουν ότι το επίδικο της αγωγής, δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας της ενάγουσας, δηλαδή στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς, αλλά ανήκει στον δέκατο εναγόμενο, Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος, ως τμήμα του προαναφερθέντος ακινήτου εκτάσεως 2.180 τ.μ., το οποίο περιήλθε εις αυτόν δυνάμει χρησικτησίας, μετά από άτυπη παραχώρηση λόγω δωρεάς, η οποία έλαβε χώρα προ πεντηκονταετίας περίπου, εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των κτητόρων αυτού.

Υποστηρίζουν δε περαιτέρω, οι εναγόμενοι, ότι το ακίνητο που φέρεται να απέκτησε η ενάγουσα με το προαναφερθέν υπ' αριθ. …/…-4-1967 συμβόλαιο βρίσκεται σε διαφορετική τοποθεσία, από εκείνη όπου κείται το ακίνητο των 2.180τ.μ., που ανήκει στον δέκατο εξ αυτών και έχει προσυμφωνηθεί η πώλησή του στην πρώτη εξ αυτών (εναγομένων).

Επί του ζητήματος αυτού, της ακριβούς θέσεως του επιδίκου όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή και στον τίτλο κτήσεως της ενάγουσας (υπ' αριθ. …./1967 συμβόλαιο) διετάχθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, η οποία και διενεργήθη, συνταχθείσης σχετικώς της υπ' αριθ. εκθ. εγχειρίσεως …/2013 εκθέσεως, του διορισθέντος με την υπ' αριθ.

…./2011 απόφαση, πραγματογνώμονος, αγρονόμου-τοπογράφου Χ. Γ.. Σύμφωνα με την Έκθεση αυτή, η ακριβής θέση του επιδίκου τμήματος που αγόρασε κατά τα προεκτεθέντα η ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθ. …/….4.1967 συμβολαίου αγοραπωλησίας, εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω πραγματογνώμονος (σχέδιο 1) από το τμήμα Α με στοιχεία 21, 22, 41, 42,...46, 38, 21, σημερινής έκτασης εμβαδού 415,22 τ.μ., όπως τα υφιστάμενα εν τοις πράγμασι όρια του επιδίκου αποτυπώνονται στο ως άνω τοπογραφικό, δοθέντος ότι από το χρόνο σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας μέχρι σήμερα, επήλθε μεταβολή στη γεωμορφία της περιοχής, διότι πραγματοποιήθηκε διάνοιξη δρόμου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η διαφορά μεταξύ της έκτασης του επιδίκου, όπως αυτό αναφέρεται από την ενάγουσα στην αγωγή έκτασης 488 τ.μ. και της σημερινής έκτασης που αυτό καταλαμβάνει (415,22 τ.μ.), οφείλεται σε ένα μέρος στην κατάληψη μέρους αυτού από τη διερχόμενη δημοτική οδό (γραμμοσκιασμένη περιοχή εμβαδού 31,10 τ.μ.

σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα), ενώ το υπόλοιπο μέρος 41,90 τ.μ. σε λάθος εμβαδομέτρηση στο από Αυγούστου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Φ. Κ.. Όπως δε αναφέρεται στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη, αλλά εναργώς γίνεται αντιληπτό και από μη έχοντα ειδικές γνώσεις, από μία απλή αντιπαραβολή, προκύπτει ότι η μοναδική διαφορά μεταξύ των δύο τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων του αρχιτέκτονα-μηχανικού Χ.

Χ. που έφεραν ταυτόσημη ημερομηνία (Δεκέμβριο 1996) και προσαρτήθηκαν στα υπ' αριθ. …/1997 και …/1999 προσύμφωνα αγοραπωλησίας, αντίστοιχα, μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, εκ των οποίων το μεταγενέστερο (με αριθμό …/1999) ακύρωσε το προγενέστερο (με αριθμό …/1997), ευρίσκεται στο ότι το τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο προγενέστερο προσύμφωνο, περιλαμβάνει ως ιδιοκτησία του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος επιπλέον έκταση προς το βορρά, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήτοι προσαρτήθηκε στο πρώτο τοπογραφικό ολόκληρη η σημερινή όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας, η οποία και αφαιρέθηκε από το δεύτερο τοπογραφικό, όπως αντιστοίχως, από το δεύτερο προσύμφωνο αφαιρέθηκαν δύο ελαιόδενδρα.

Ήδη, από τα δύο αυτά ελαιόδενδρα, έχει απομείνει το ένα, η ακριβής θέση του οποίου, εντός του επιδίκου, αποτυπώνεται στην Έκθεση του πραγματογνώμονος. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνυομένης της ακριβούς σημερινής θέσης και έκτασης του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτό αποτυπώνεται στο συνημμένο στην Έκθεση του ως άνω πραγματογνώμονος τοπογραφικό διάγραμμα (σχέδιο 1), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε βρισκόταν στο σημείο που επικαλείται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, ενώ σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω, αβασίμως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε την προσάρτησαν στην ιδιοκτησία τους (βλ.

προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι με το υπ' αριθ. …/…-4-1967 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή η ενάγουσα εταιρία προέβη στην αγορά του επίδικου ακινήτου από αληθινό κύριο και συγκεκριμένα από τον Χ. Β. του Ε., ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού όπως αποδεικνύεται ο τελευταίος νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου για χρόνο υπέρτερο της τριακονταετίας μέχρι και το έτος 1967, οπότε και το πούλησε στην ενάγουσα, ασκώντας υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, όπως στη χρησιμοποίησή του ως σφαγείο από τον κρεοπώλη του χωριού, ..., δοθέντος ότι η επίδικη έκταση επί το πλείστον ήταν βραχώδης και δυσπρόσιτη και με τις οποίες πράξεις φανερώνεται η βούλησή του να είναι το πράγμα δικό του.

Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή, ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Π. Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία "...ο Χ. Β. ήταν Παξινός, φούρναρης είχε τα 500-600 μέτρα που αγόρασε η Α.Ε.. Το είχε πολλά χρόνια, ήταν βραχώδης περιοχή. Είχε 2 ελιές μέσα. Από το 1967 και μετά το είχε η εταιρεία.

Ήταν περιφραγμένο παλιά...εκεί παλιά ήταν σφαγεία...", καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρος Π. Β., αδελφής της πρώτης εναγομένης, στην υπ' αριθ. 16.063/2011 ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία "Το ακίνητο του Ιερού Ναού ουδέποτε έφτανε - παλιά - μέχρι τη θάλασσα και τα τελευταία 40 περίπου χρόνια με τον δημοτικό δρόμο που οδηγεί στο λιμάνι των …, διότι μεταξύ του κτήματος του Ιερού Ναού και της θάλασσας μεσολαβούσε μία μικρή ιδιοκτησία η οποία ανήκε σε κάποιον Χ.

Β., αρτοποιό, γνωστό με το όνομα Ρ., ο οποίος προ 40 περίπου ετών το είχε πωλήσει. Τόσο το ακίνητο του Β. όσο και το ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Φ. δεν ήταν ελαιοκτήματα και συνεπώς ουδέποτε καλλιεργούνταν. Το ακίνητο αυτό το χρησιμοποίησε ο ...ς (ο κρεοπώλης του χωριού) για σφαγείο, διότι ήταν μακριά από τα σπίτια και σε δυσπρόσιτη περιοχή και δεν ενοχλούσε κανέναν".

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Χ. Β. του Ε., σύμφωνα με το ως άνω υπ αριθ. …/….4.1967 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή, μεταβίβασε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο ακίνητο, έκτασης κατά το προαναφερόμενο συμβόλαιο εμβαδού 500 τ.μ., πλην, όμως, η ως άνω μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου σε αυτήν επήλθε την 16-6-1997, οπότε και μεταγράφηκε αυτό, κατ' άρθρ. 1198 Α.Κ., στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Παξών στον τόμο 89 και με α.α. 16.

Πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου έκτασης 2.180 τ.μ., επί του οποίου ο Ιερός Ναός (δέκατος εναγόμενος), απέκτησε την κυριότητα, δυνάμει άτυπης παραχώρησης δωρεάς, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους έλαβε χώρα προ 50 περίπου ετών εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των κτητόρων αυτού και ότι έκτοτε νέμονται το επίδικο τμήμα, ως τμήμα του ακινήτου των 2.180 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καλλιεργώντας αυτό και μισθώνοντάς το για τη συλλογή του ελαιόκαρπου.

Ειδικότερα, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι τα προσκομιζόμενα με ημερομηνίες 1-10-1966 και 25-12-1980 ιδιωτικά συμφωνητικά, υπογεγραμμένα μόνο από τον εκπρόσωπο των κτητόρων του Ιερού Ναού, Θ. Κ., τρίτο των εναγομένων, σύμφωνα με τα οποία ο Ιερός Ναός μίσθωνε τον ελαιόκαρπο δεκατεσσάρων (14) ελαιοδένδρων ιδιοκτησίας του, αρχικά στον Ε.

Β., πατέρα της πρώτης εναγομένης για μία δεκαετία αντί τριών γαλονιών ελαιόλαδο για κάθε ελαιοσοδεία και εν συνεχεία στην ίδια την πρώτη εναγομένη για μια δεκαετία αντί δύο γαλονιών, αφορούν σε αγρομίσθωση και των δύο ελαιοδένδρων της επίδικης έκτασης και ότι σχετίζονται με αυτήν, δεδομένου ότι σε αυτά (συμφωνητικά), δεν αναφέρεται ούτε η συνολική έκταση ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού, όπου βρίσκονταν τα ελαιόδεντρα, ούτε οριοθετείται η συγκεκριμένη θέση αυτών, παρά μόνο αναφέρεται αορίστως ότι τα δεκατέσσερα ελαιόδεντρα είναι ιδιοκτησίας του τελευταίου, ευρισκόμενα στη θέση "...", πόσω δε μάλλον, όταν με το προαναφερόμενο υπ' αριθ.

… /1999 προσύμφωνο αγοραπωλησίας, διορθώθηκε το προγενέστερο υπ' αριθ. …/1997 προσύμφωνο αγοραπωλησίας τόσο ως προς την συνολική έκταση της ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού στη θέση "..." όσο και ως προς το συνολικό αριθμό των ελαιόδεντρων που είχε στην ιδιοκτησία του από δεκατέσσερα σε δώδεκα ελαιόδεντρα, ήδη δε αποδεικνύεται ότι εντός του επιδίκου υφίσταται ένα ελαιόδενδρο μεγάλης ηλικίας.

Επομένως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο Ιερός Ναός (δέκατος εναγόμενος), θεμελίωσε μέχρι και το έτος αυτό εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επί της επίδικης έκτασης των 415,22 τ.μ., που να εμποδίζει την κτήση της κυριότητας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι κτήτορες αυτού νέμονταν την έκταση αυτή, ασκώντας υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω στο επίδικο ακίνητο, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή τους να είναι το πράγμα δικό τους, κρίση που ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος Π.

Μ., σύμφωνα με την οποία από το έτος 1967 έως και το έτος 1999 το επίδικο τμήμα ήταν παρατημένο, ούτε όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθείσες αγρομισθώσεις που φέρεται να έχει συνάψει ο Ιερός Ναός, με τον Ε. Β. και την πρώτη εναγομένη αφορούσαν και την επίδικη έκταση, δοθέντος μάλιστα ότι η επίδικη έκταση είναι επί το πλείστον βραχώδης, εντός της οποίας υπάρχει μόνο ένα παλαιό ελαιόδεντρο.

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας του δεκάτου εξ αυτών επί του επίδικου ακινήτου, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 1999, η ενάγουσα διά του νομίμου εκπροσώπου της, Α. Ζ., προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εν λόγω εταιρείας, συμφώνησε προφορικά με την πρώτη εναγομένη, στην παραχώρηση της χρήσεως, άνευ ανταλλάγματος, της επίδικης έκτασης, προκειμένου η τελευταία να τοποθετήσει τραπεζοκαθίσματα για τις ανάγκες του εστιατορίου-μπαρ που λειτουργεί στο παρακείμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της και να το διαμορφώσει σε βαθμίδες για την καλύτερη ανάπτυξη αυτών.

Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή στηρίζεται στην κατάθεση της μάρτυρος Ε. Π. (υπ' αριθ. …/2007 ένορκη βεβαίωση), η οποία έχει προσωπική αντίληψη της εν λόγω συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, δοθέντος ότι ο σύζυγος της, Ι. Π., ο οποίος υπήρξε εν ζωή επί χρόνια επιστήθιος φίλος του διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας, Α.

Ζ., ήταν αυτός που μεσολάβησε προκειμένου να παραχωρηθεί εκ μέρους της ενάγουσας η χρήση του επίδικου ακινήτου της, με την απόδοσή της στην ενάγουσα όταν παρίστατο ανάγκη. Η ως άνω σύναψη της προαναφερθείσας σύμβασης άτυπου χρησιδανείου επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Π. Β., οι οποίες δεν αντικρούονται πειστικά από την πρώτη εναγομένη.

Από τα ίδια εξάλλου αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι το καλοκαίρι του έτους 2004, για πρώτη φορά η πρώτη εναγομένη προέβαλε ίδια δικαιώματα επί του επιδίκου, εμποδίζοντας την ενάγουσα να προβεί σε εργασίες τοπογράφησης του επιδίκου ακινήτου της, ισχυριζόμενη ότι νέμεται νόμιμα την επίδικη έκταση από το έτος 1999 δυνάμει του ως άνω προσυμφώνου αγοραπωλησίας ασκώντας επί της έκτασης αυτής διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο του ακινήτου, ήτοι τοποθετώντας τραπεζοκαθίσματα για τις ανάγκες του εστιατορίου-μπαρ που λειτουργεί με τη διαμόρφωσή τους σε βαθμίδες για την καλύτερη ανάπτυξη αυτών.

Στη συνέχεια δε, όταν εκλήθη να αποδώσει το επίδικο στην ενάγουσα αρνήθηκε τούτο, αμφισβητώντας την κυριότητά της επί του επιδίκου, σημερινής έκτασης 415,22 τ.μ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (και λοιπών μη διαδίκων εδώ) κατά της 1212/17 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που δέχθηκε διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης (κατά της αναιρεσείουσας και του δεύτερου εναγόμενου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) για ακίνητο στους ....

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επιρρίπτει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη, 88/19, απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 (κατ' εκτίμηση εδ. α'), διότι, όπως ισχυρίζεται, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και, ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη την …/..-7-07 ένορκη βεβαίωση της Ε. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και για την οποία οι εκθέσεις επίδοσης για την κλήτευση των αντιδίκων (αναιρεσείουσας και ετέρων, κατά τα ως άνω) έλαβαν χώρα μεταγενέστερα και δη στις 17-9-07 και στις 18-9-07, ενώ στο τέλος αυτής (πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης) αναφέρεται, ότι ακριβές αντίγραφο αυτής εξήχθη στις 24-9-07. Η ένορκη δε αυτή βεβαίωση ήταν, κατά την αναιρεσείουσα, ουσιώδης για την απόδειξη του ισχυρισμού της (αναιρεσίβλητης) περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης προκύπτει, ότι η ημεροχρονολογία λήψης αυτής είναι η 24-9-07, όπως αναγράφεται στην αρχή της 1ης σελίδας του σώματος αυτής, η δε επίδοση προς τους εναγόμενους της από 11-9-2007 κλήσης της ενάγουσας, με επιμέλεια της οποίας λήφθηκε η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, έγινε στις 17-9-2007 όπως αναγράφεται στο τέλος του σώματος αυτής.

Συνεπώς, η επίμαχη ένορκη βεβαίωση λήφθηκε νόμιμα, μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων της ενάγουσας (μεταξύ των οποίων είναι και η αναιρεσείουσα), δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτή (422 παρ.1 ΚΠολΔ), η δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων, η με αριθμό …/…-7-2007 ένορκη βεβαίωση αντί της ορθής …/…-9-2007, οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου, αφού δεν αμφισβητείται ότι στις 24-9-2007 λήφθηκε μόνο η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη σφραγίδα που έθεσε η γραμματέας Χριστίνα Δαλίετου στο τέλος του ακριβούς αντιγράφου αυτής, όπου φέρει ημερομηνία έκδοσης την 24-9-2007.

Προσέτι, με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, μέρος α', η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.19 του άνω άρθρου, διότι διαλαμβάνει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αφορά στα ιδιωτικά συμφωνητικά, από 1-10-1966 και 25-12-1980 αγρομίσθωσης και των δύο ελαιοδένδρων της επίδικης έκτασης (μεταξύ των κτητόρων της εκκλησίας Αγ.

Σπυρίδωνος Γαίου Παξών και του Ε. Β. και Λ. Σ. Κ., αντίστοιχα). Τα εν λόγω συμφωνητικά, κατά την αναιρεσείουσα, είναι ουσιώδη για την στήριξη του ισχυρισμού της περί ιδίας κυριότητός της επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος κατά το άνω (α') μέρος αυτού είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, η πιο πάνω αποδιδόμενη πλημμέλεια στοιχειοθετείται, όταν πλήττονται οι παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, όπως είναι τα επικαλούμενα έγγραφα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ωσαύτως, με τον ίδιο λόγο, μέρος β', η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.20, αφού, όπως διατείνεται, ως προς τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά το Εφετείο με έμμεσο τρόπο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους και δη τόσο θετικά, αφού προέβη στην ουσία σε εσφαλμένη διάγνωση του κειμένου αυτών, όσο και αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεκτέο γεγονός φράσεων που είχαν ως αποτέλεσμα την απόρριψη του άνω ισχυρισμού της (αναιρεσείουσας) περί ιδίας κυριότητός της στο επίδικο και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος κατά το β' μέρος αυτού, ως προς μεν την αιτίαση της φερόμενης ως εσφαλμένης (και δη με έμμεσο τρόπο) διάγνωσης είναι απαράδεκτος, γιατί ο αντίστοιχος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας με προσήκουσα ανάγνωση του εγγράφου προβαίνει σε διαφορετική διάγνωση και καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, ο λόγος κατά το ίδιο (β') μέρος του, ως προς την αιτίαση ότι έγινε παραμόρφωση των πιο πάνω ιδιωτικών συμφωνητικών με την παράλειψη της ανάγνωσης κρίσιμων φράσεων του κειμένου τους, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύεται ότι σωστά και χωρίς παραλείψεις του περιεχομένου τους αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά.

Η δε δικανική κρίση, (όπως αυτή, κατά τα ως άνω, επισκοπήθηκε) σχηματίσθηκε, όχι αποκλειστικά με βάση τα επίμαχα συμφωνητικά, αλλά από το συνδυασμό και τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εκατέρωθεν επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: 1) Η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στην ηττώμενη αναιρεσείουσα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2019 αίτηση της Λ. Κ. για αναίρεση της 88/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ