113/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνον όταν ο κανόνας που φέρεται ότι έχει παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, η ανωτέρω πλημμέλεια δεν ιδρύεται, όταν οι κανόνες που φέρονται ότι έχουν παραβιαστεί είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 320/2012, ΑΠ 22/2012). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της αυτής, την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και εκείνη του άρθρου 316 ΚΠολΔ (ΑΠ 553/2004, ΑΠ 1124/2002), σύμφωνα με την οποία "αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνεται αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".
Legislator headnote
AI generated113/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε με την απόφασή του αυτή ότι ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια γεννάται ως προς την παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την 27/2013 απόφασή του ότι ο διαθέτης Δ. Κ. εγκατέστησε με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του την αναιρεσίβλητη ως κληρονόμο του, μαζί με τους αναιρεσείοντες και όχι ως κληροδόχο του.
Full text
Απόφαση 113 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α) Ι. Κ. Π. και β) Κ. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάμπαλη.
Της αναιρεσίβλητης Σ. Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Σιώτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2013 αίτηση των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης για ερμηνεία της 27/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2015 του Δικαστηρίου αυτού και 301/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-8-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 301/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 10/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση των ιδίων για ερμηνεία της 27/2013 απόφασης του παραπάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνον όταν ο κανόνας που φέρεται ότι έχει παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, η ανωτέρω πλημμέλεια δεν ιδρύεται, όταν οι κανόνες που φέρονται ότι έχουν παραβιαστεί είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 320/2012, ΑΠ 22/2012). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της αυτής, την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και εκείνη του άρθρου 316 ΚΠολΔ (ΑΠ 553/2004, ΑΠ 1124/2002), σύμφωνα με την οποία "αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνεται αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε με την απόφασή του αυτή ότι ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια γεννάται ως προς την παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την 27/2013 απόφασή του ότι ο διαθέτης Δ. Κ. εγκατέστησε με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του την αναιρεσίβλητη ως κληρονόμο του, μαζί με τους αναιρεσείοντες και όχι ως κληροδόχο του.
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 10/2015 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα παραπάνω και είχε απορριφθεί ως αβάσιμη αίτηση των αναιρεσειόντων για ερμηνεία της ανωτέρω 27/2013 απόφασης, ώστε να γίνει δεκτό ότι, κατά την αληθινή έννοια της απόφασης αυτής, η αναιρεσίβλητη αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ως κληροδόχος και όχι ως κληρονόμος του ανωτέρω διαθέτη.
Σύμφωνα με αυτά, οι έβδομος και ένατος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατά την ερμηνεία της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, παρέβη τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1996 ΑΚ με τον πρώτο και 173 και 1781 ΑΚ με το δεύτερο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, πρωτίστως, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο των ανωτέρω (δευτεροβάθμιας και πρωτοβάθμιας) δικών ήταν η ερμηνεία της παραπάνω δημόσιας διαθήκης, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, αντικείμενο των δικών αυτών, ήταν, βάσει του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων, η ερμηνεία της 27/2013 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Επίσης, οι τέταρτος και πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, για ανεπάρκεια και έλλειψη, αντίστοιχα, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραπάνω παραδοχή της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, λόγω του δικονομικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 316 ΚΠολΔ, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης δεν ιδρύονται εν προκειμένω.
2. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 316 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, σκοπός της ερμηνείας της δικαστικής απόφασης είναι η ανεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαστών, που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, με βάση την ατελή ή ασαφή διατύπωσή της στην εν λόγω απόφαση. Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο στη δίκη εκείνη, ήτοι η ορθότητα της απόφασής του, αλλά πώς, πράγματι, απεφάνθη. Το δικαστήριο θα χωρήσει στην ερμηνεία "κατά τους κοινούς κανόνες" και "βάσει του συνόλου της απόφασης και των στοιχείων εν γένει της δίκης", θα λάβει, δηλαδή, υπόψη του, εφόσον είναι αναγκαίο και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, στην οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση, όπως αγωγή, προτάσεις, προδικαστικές αποφάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας. Απαγορεύεται, συνεπώς, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί τότε (ΑΠ 1735/2014).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε με την απόφασή του αυτή ότι η παραπάνω 27/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της οποίας ζητήθηκε η ερμηνεία, δεν χρειάζεται ερμηνεία, διότι "σαφώς και χωρίς ουδεμία αμφιβολία" αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τη βούληση του διαθέτη, εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος και όχι ως κληροδόχος αυτού.
Κατέληξε δε το Εφετείο στην κρίση του αυτή, εκτιμώντας αποκλειστικά και μόνο το περιεχόμενο της απόφασης, της οποίας ζητήθηκε η ερμηνεία και όχι και τις αποδείξεις της δίκης, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, κάτι, που, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να πράξει. Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου της παραπάνω δημόσιας διαθήκης, καθόσον, σύμφωνα με αυτή, η αναιρεσίβλητη εγκαθίσταται ως κληροδόχος και όχι ως κληρονόμος του διαθέτη και ο όγδοος, από το μη αναφερόμενο άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, επειδή το Εφετείο παρείδε, δεσμευτική γι' αυτό, ομολογία της αναιρεσίβλητης στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη 27/2013 απόφαση, ότι είναι κληροδόχος και όχι κληρονόμος του διαθέτη.
Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί, αφενός μεν διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, στην οποία, όμως, τούτο δεν προέβη, αφετέρου δε διότι ορθά το Εφετείο, κατά την ερμηνεία της παραπάνω απόφασης, δεν εκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
3. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής και της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης για κάθε άλλου είδους πράγματα, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 615/2013, ΑΠ 178/2013).
Εν προκειμένω, με τους τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8β και 9γ, αντίστοιχα, ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να αποφανθεί για το αίτημα του αναιρεσείοντος "να ονομασθεί" η αναιρεσίβλητη κληροδόχος και όχι κληρονόμος του ανωτέρω διαθέτη. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τα παραπάνω και όσα προεξετέθησαν ως προς την εξουσία του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία της απόφασής του, το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη διερεύνηση του αιτήματος ερμηνείας της ανωτέρω 27/2013 απόφασης, δεν είχε εξουσία να αποφανθεί για το παραπάνω αίτημα, αφού, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του, δια του αιτήματος αυτού ζητείται, στην πραγματικότητα, ο έλεγχος της ορθότητας της ερμηνευόμενης 27/2013 απόφασης, ήτοι να αποφανθεί το δικαστήριο που ερμηνεύει την εν λόγω απόφαση, αντίθετα από ό,τι αποφάνθηκε το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη είναι κληροδόχος και όχι κληρονόμος του διαθέτη.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μην αποφανθεί για το παραπάνω αίτημα, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που του αποδίδονται με τους ερευνώμενους λόγους.
4. Εξάλλου, με τους τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, και έκτο λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8α και 9α, αντίστοιχα, ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την από 29-3-2012 αίτησή της έκδοσης κληρονομητηρίου και την από 23-10-2012 αγωγή της, για την οποία εκδόθηκε η παραπάνω 27/2013 απόφαση, της οποίας οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την ερμηνεία, να αναγνωρισθεί εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, εντούτοις με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, πρωτίστως, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απεφάνθησαν για τις παραπάνω αίτηση και αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ τούτο δεν συνέβη, καθόσον τα εν λόγω Δικαστήρια απεφάνθησαν για την ανωτέρω αίτηση του αναιρεσείοντος για ερμηνεία της απόφασης που προαναφέρθηκε.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-8-2018 αίτηση των Ι. Κ. Π. και Κ. Ι. Π., για αναίρεση της 301/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ