Legislator Case Law & Legislation
113/2019 AI generated

113/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

113/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
disciplinary sanction against attorney immediate termination for fraud professional misconduct severance pay excessive remuneration unfair dismissal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …ι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπεκρή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1946/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7.6.2017 και με αριθ. κατάθεσης 4072/346/8.6.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1946/23.6.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 20.10.2013 και με αριθ.

κατάθ. 6661/18.11.2013 έφεσης και των δι' ιδίου από 17.2.2016 δικογράφου ασκηθέντων πρόσθετων λόγων έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 412/26.2.2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 21.6.2012 και υπ' αριθ. κατάθ. 1134.../26.6.2012 αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", στη συνέχεια, δικάζοντας την ως άνω αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της εκ μέρους της εναγομένης από 21.2.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και επιδίκασε σε αυτόν, κατά ένα μέρος αναγνωριστικά και κατά ένα μέρος καταψηφιστικά, τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, ως αποδοχές υπερημερίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Εξ άλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα επί μέρους πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 456/2018.

ΑΠ 294/2016, ΑΠ 1419/2015). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ. β του ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά. Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Ειδικότερα, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας, όμοιας, κατά περιεχόμενο αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης του ορισμένου αυτής, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της ως άνω δεύτερης αγωγής (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 190/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την με αριθμό 534/14.3.2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη καταστάσα τελεσίδικη, η οποία είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την από 5.5.2011 και με αριθ.

κατάθ. 80...22/2011 προηγούμενη αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής με ταυτόσημο αίτημα, ήτοι την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ισχυρισμό τον οποίο νομίμως αυτή επανέφερε με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω με αριθ. 534/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, το εν λόγω δικαστήριο, με αναφορά μάλιστα στην ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 του ΚΠολΔ για το αναγκαίο περιεχόμενο αγωγής, ως στοιχείο του ορισμένου αυτής, απέρριψε την προηγούμενη από 5.5.2011 και με αριθ.

κατάθ. 80...22/2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου ως αόριστη και όχι ως νομικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του εκθέτει ότι δυνάμει της από 1.7.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του ως βοηθός σερβιτόρου.

Ότι παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες του μέχρι τις 21.2.2011, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος και μάλιστα χωρίς να κινηθεί εντός της προβλεπομένης από τον εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης πειθαρχικής διαδικασίας. Ότι περαιτέρω η ανωτέρω απόλυση είναι άκυρη, επειδή η εναγομένη δεν συνυπολόγισε στην καταβληθείσα σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης τα προαιρετικά φιλοδωρήματα που δεχόταν ο ενάγων από πελάτες της εναγομένης.

Ζητεί λοιπόν - όπως παραδεκτά κατ' άρθρα 223 και 591 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ περιορίζονται τα αιτήματα της αγωγής με τις προτάσεις - ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 23.083,67 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας από 21.2.2011 έως 21.2.2012 με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και να υποχρεωθεί η εναγομένη ν' αποδέχεται τις πιο πάνω υπηρεσίες του, επ' απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησής της.

Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμόδια [...]. Κρίνεται όμως, όσον αφορά την πρώτη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και συνεπώς απορριπτέα, διότι δεν γίνεται σε αυτήν επίκληση συγκεκριμένων λόγων, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ, ενώ η μη τήρηση εκ μέρους της εναγομένης της ανωτέρω πειθαρχικής διαδικασίας δεν καθιστά την απόλυση του ενάγοντος καταχρηστική, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα [...].

Επίσης αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και συνεπώς απορριπτέα κρίνεται και η δεύτερη βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, όπως ισχύει, διότι δεν εκτίθεται σε αυτή, αφενός η πρότασή του προς την εναγομένη για κατάρτιση σχετικής συμφωνίας συνυπολογισμού στις αποδοχές του ενάγοντος και των προαιρετικών ως άνω φιλοδωρημάτων, αφετέρου πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της πρότασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα [...].

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αγωγή". Επομένως ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι "δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικού δεδικασμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού η αρχική αγωγή απερρίφθη λόγω αοριστίας και ο ενάγων δεν κωλύεται, εάν η αρχική του αγωγή απερρίφθη για τυπικούς λόγους, να ασκήσει νέα αγωγή, πληρούσα τους όρους του άρθρου 216 ΚΠολΔ, με όμοιο αίτημα" και συνακόλουθα ορθώς απέρριψε τον περί συνδρομής δεδικασμένου ισχυρισμό της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας.

Δεν συνιστά δε απόρριψη της αρχικής από 5.5.2011 και με αριθ. κατ. 80...22/2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως νομικά αβάσιμης, η αναφορά στην με αριθ. 534/2012 απόφαση ότι [μόνη] η μη τήρηση της προβλεπομένης από εσωτερικό κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικής διαδικασίας δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της απόλυσης του μισθωτού, αφού στην ως άνω αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά την πρώτη αυτής βάση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η καταχρηστικότητα της απόλυσης αυτού είχε ως νομικό έρεισμα την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μέσου και σκοπού, ενόψει της οικογενειακής του κατάστασης και του είδους του παραπτώματος αυτού (ανεξαρτήτως της κριθείσας αοριστίας αυτής), και όχι μόνο την παράλειψη της εναγομένης να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία για το παράπτωμα στο οποίο ο ενάγων είχε υποπέσει κατά τη διάρκεια της εργασίας του.

Ούτε επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν γεννάται δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους, αλλά δέχθηκε (ορθώς) ότι το δεδικασμένο αυτό δεν καλύπτει και το ουσιαστικό δικαίωμα, του οποίου έγινε επίκληση. Εξ άλλου, η επικαλουμένη περαιτέρω αιτίαση στον αναιρετικό λόγο ότι ουδεμία διόρθωση ή συμπλήρωση της δεύτερης από 21.6.2012 και με αριθ. 1134.../26.6.2012 αγωγής του ενάγοντος σε σχέση με την αρχική από 5.5.2011 και με αριθ.

κατ. 80...22/2011 αγωγή αυτού έλαβε χώρα, ως προς τη βάση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη συνυπολογισμού των προαιρετικών φιλοδωρημάτων που λάμβανε ο ενάγων από πελάτες της εναγομένης, προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη, καθότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ουδόλως ερεύνησε τη βάση αυτή, την οποία είχε απορρίψει κατ' ουσία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη με αριθ. 412/2013 οριστική απόφαση, με το αιτιολογικό ότι στο δικόγραφο της έφεσης δεν διαλαμβανόταν σχετικό παράπονο εκ μέρους του ενάγοντος - εκκαλούντος για την απόρριψη της αγωγής [ως αβάσιμης κατ' ουσία] κατά την εν λόγω βάση, και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο από τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, δεν θα την εξετάσει εκ νέου (7ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης).

Τέλος η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι δεν διαλαμβάνει ποίο ήταν το ζήτημα που κρίθηκε με την απορριπτική απόφαση, ούτε περιέχεται παραδοχή περί του εάν η εκδικασθείσα δεύτερη αγωγή διόρθωσε τις πιο πάνω ελλείψεις, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος αναφέρεται στην εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι κανόνες που αφορούν το δεδικασμένο (ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 1524/2007).

Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης. Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ).

Αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008).

Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 εδ α του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΚ 279), όπως είναι και αυτή που ορίζεται στο ως άνω άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για αξιώσεις του μισθωτού από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ.1 και 221 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.

Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.

Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).

Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού ή, εντός της προβλεπομένης βραχύτερης προθεσμίας, προκειμένου περί αξιώσεων που υπόκεινται σε βραχύτερη προθεσμία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 404/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η ένδικη από 21.6.2012 και με αριθμό κατάθ. 1134.../26.6.2012 (δεύτερη) αγωγή δεν καλυπτόταν από το δεδικασμένο της με αριθ. 534/2012 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αρχική αγωγή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου (άρθ. 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955) δεν απέρριψε την εν λόγω δεύτερη αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 21.2.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως απαράδεκτη, λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την καταγγελία, παρά την εκ μέρους αυτής προβολή σχετικού ισχυρισμού στη δευτεροβάθμια δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τον περί τούτου ισχυρισμό της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί απαράδεκτης ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής [ενν. της δεύτερης από 21.6.2012 και με αριθμό κατάθ. 1134.../26.6.2012 αγωγής] με την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας (άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955), θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προηγούμενη από 5 - 5 - 2011 αγωγή, που απερρίφθη λόγω αοριστίας με την 534/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε ασκηθεί εμπροθέσμως και δη στις 10 - 5 - 2011 (ως βεβαιώνεται στην ως άνω απόφαση και δεν αμφισβητείται), η δε υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263 ΑΚ (βλ.

την …17 - 7 - 2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Η. Ζ.), σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη της παρούσας". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, 261 παρ.1 εδ.α και 263 του ΑΚ και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθότι, όπως προκύπτει άλλωστε και από το περιεχόμενο των ως άνω αγωγών, τις οποίες ως διαδικαστικά έγγραφα της αυτής ή άλλης δίκης παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η ένδικη υπόθεση αφορούσε αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της από 21.2.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και συνακόλουθα την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, ερειδομένη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, όπως και η πρώτη αγωγή που είχε το ίδιο αντικείμενο και την ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και ιστορική αιτία, με τις αναγκαίες όμως διαφοροποιήσεις σε σχέση με την πρώτη αγωγή, με τις οποίες συμπληρώθηκαν οι ασάφειες και οι ελλείψεις της πρώτης αγωγής, που προκάλεσαν την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστης.

Επομένως, δεν επρόκειτο περί αγωγής με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω καταγγελίας, ερειδομένη επί διαφορετικών λόγων ακυρότητας με βάση διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον σχετικό αναιρετικό λόγο. Η κατά τα άνω δε ταυτότητα της θεμελίωσης των ως άνω αγωγών αρκεί για την επέλευση της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ συνέπειας, δηλαδή της μη συμπλήρωσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.6.2017 και με αριθ. κατάθ. 346/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1946/23.6.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ