Legislator Case Law & Legislation
113/2016 AI generated

113/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 113 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

113/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 113 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ -ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ... "Η ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "Η ..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από α) τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καΐση, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. β) πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γουλιέλμο που ανεκάλεσε την από 22-4-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και γ)τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φαίδωνα Κεδίκογλου .

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΕΡΓΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από α)την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Θανασάκου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και β)τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σκαλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης όπου στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 2/2011 διαιτητικής απόφασης του Διαιτ. Δικαστηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 731/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2014 αίτησή της και τους από 14-1-2015 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 6-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, στην ίδια δικάσιμο, η από 30-9-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 14-1-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και να εκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (αρθρ.573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 297, 298, 299, 573 παρ.1, 577 παρ.1,2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλομένη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεώς της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου. Η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά από την άσκηση όμως της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της αποφάσεως, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτήν υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται, ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, καθόσον η τελευταία, πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, είχε αποδεχθεί σιωπηρώς την διαιτητική απόφαση. Τούτο, κατά την αναιρεσίβλητη, συνάγεται από το γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε ήδη σε εκείνην, από το επιδικασθέν ποσόν, 2.333.000 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 594.963,12 ευρώ. Από το περιστατικό όμως αυτό δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της διαιτητικής αποφάσεως, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 896 ΚΠολΔ, αποτελεί δεδικασμένο και είναι εκτελεστή, η δε μερική καταβολή του επιδικασθέντος ποσού έγινε από την αναιρεσείουσα προδήλως προς αποφυγήν της από την μη πληρωμή συνέπειας, ήτοι της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αντιθέτως, από την συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ήτοι την άσκηση της αγωγής ενώπιον του Εφετείου και ακολούθως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και από την νόμιμη παράστασή της κατά την συζήτηση εκείνης συνάγεται σαφώς, ότι η τελευταία ουδεμία πρόθεση είχε για παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως και συνεπώς ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος (ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1003/2008, ΑΠ 880/2007).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, και αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Ο λόγος αυτός αποτελεί έκφανση της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, την οποία σκοπεί να προστατεύσει, θέτοντας φραγμό στην εξουσία των διαιτητών. Ειδικότερα, υπέρβαση της δικαιοδοτικής εξουσίας, που τα όριά της καθορίζει η περί διαιτησίας συμφωνία, υφίσταται όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στη διαιτησία ή κείται πέραν αυτού. Περαιτέρω, ναι μεν στην έγγραφη διαιτητική συμφωνία για τις μελλοντικές διαφορές πρέπει να αναφέρεται η ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές, δεν είναι, όμως, απαραίτητο να μνημονεύονται οι συγκεκριμένες διαφορές. Η συμφωνία διαιτησίας διατηρεί το κύρος της, ακόμη και όταν η ρήτρα έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, όπως όταν οι συμβαλλόμενοι υπάγουν σε διαιτησία κάθε διαφορά που θα προκύψει από τη σύμβαση. Πάντως, η διαιτητική συμφωνία, λόγω της αυτοτέλειας της, δεν επεκτείνει την ισχύ της και σε διαφορές από άλλη μεταγενέστερα μεταξύ των ιδίων μερών σύμβαση, έστω και με αντικείμενο συναφές με την αρχική, εκτός εάν η μεταγενέστερη αυτή σύμβαση είναι συμπληρωματική και συνδέεται αναποσπάστως με την αρχική, για την οποία συμφωνήθηκε η διαιτησία, υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για χωριστές συμβάσεις με συναφές αντικείμενο, αλλά για μία ενιαία σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, επί διαιτητικής ρήτρας, εφόσον διαπιστώνεται κενό ή ασάφεια, αυτή θ’ αντιμετωπισθεί με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε νομίμως το έτος 2002 με σκοπό την κατασκευή και λειτουργία, σε ιδιόκτητό της ακίνητο στην περιοχή ... θεραπευτηρίου-κέντρου αποκαταστάσεως ασθενών μακροχρονίων παθήσεων. Προς εκπλήρωση του σκοπού της συμφώνησε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στη … στον τομέα της κατασκευής οικοδομικών έργων, ν’ αναλάβει την κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων του άνω θεραπευτηρίου. Συνακολούθως, καταρτίσθηκαν μεταξύ των μερών τρεις διαδοχικές επί μέρους έγγραφες συμβάσεις έργου για τη κατασκευή του κτιρίου αυτού και ειδικότερα: 1) Η από 10- 6-2002 τοιαύτη, στα πλαίσια της οποίας η ανάδοχος εργολάβος εταιρεία ανέλαβε, αντί κατ’ αποκοπή αμοιβής 2.036.645,10 ευρώ, την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής, φέροντος οργανισμού και λοιπών εγκαταστάσεων που εμπεριέχονται στην θεμελίωση του άνω κτιρίου. 2) Η από 1-8-2002 ομοία τοιαύτη, με την οποία η ανάδοχος ανέλαβε, αντί κατ’ αποκοπή αμοιβής 450.000 ευρώ, τις εργασίες εκτελέσεως των αποχετευτικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων του ενδίκου κτιρίου και 3) η από 5-11-2002 σύμβαση, με την οποία η ιδία ανέλαβε, αντί κατ’ αποκοπή αμοιβής 3.350.000 ευρώ, την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών του κτιρίου (εκτός εκσκαφών, φέροντος οργανισμού, τοιχοποιίας, θερμομονώσεως και των λοιπών εγκαταστάσεων που εμπεριέχοντα στην πρώτη φάση του έργου), την κατασκευή του συστήματος βιολογικού καθαρισμού της εγκαταστάσεως και την περίφραξη του χώρου. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως των άνω εργασιών και δη κατά τη δευτέρα και τρίτη φάση τους, με πρόσθετες άτυπες μεταξύ των μερών συμφωνίες, η εργοδότιδα εταιρεία ανέθεσε στην ανάδοχο - εργολάβο και η τελευταία εκτέλεσε πρόσθετες στο όλο έργο εργασίες οι οποίες, α) είτε δεν προβλέποντο καθόλου από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, αλλά προέκυψαν στη συνέχεια και ήταν αναγκαίες για την, κατά τον προορισμό του, ολοκλήρωση του έργου, β) είτε προβλέποντο μεν, αλλ’ απαιτήθηκε από την εργοδότρια εταιρεία η εκτέλεση τους κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που συμβατικά είχε προσδιοριστεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη των κατά τα άνω εγγράφων μεταξύ των μερών συμβάσεων, που επαναλήφθηκε ταυτοσήμως σ’ αυτές ως άρθρο 19 (δεκαεννέα), τα μέρη συμφώνησαν την υπαγωγή σε διαιτησία κάθε διαφοράς τους που θα προέκυπτε από την προπεριγραφείσα συμβατική τους σχέση, ορίσαντα, ειδικότερα ότι κάθε διαφορά, η οποία τυχόν θα προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων από την παρούσα, θα επιλύεται από τη Διαιτησία, σύμφωνα με το άρθρο 42 της Συγγραφής Υποχρεώσεων", το οποίο, ειδικότερα, ορίζει επί λέξει τα ακόλουθα: 1. Για την απρόσκοπτη πρόοδο της εκτέλεσης του Έργου και εκπληρώνοντας την από τον Νόμο προβλεπόμενη υποχρέωση καλόπιστης εφαρμογής της Σύμβασης, τόσο ο Εργοδότης όσο και ο Ανάδοχος θα πρέπει να επιδιώκουν την άμεση διευθέτηση και διευκρίνιση κάθε ζητήματος που ανακύπτει από την μη σύμπτωση των αντιλήψεων πάνω σ’ αυτό. Η διατήρηση διαφορών σε εκκρεμότητα δεν επιτρέπεται, κάθε δε τυχόν επιφύλαξη ή αίτημα του Αναδόχου θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ, αν δεν επακολουθήσει μέσα σε δύο (2) μέρες έγγραφη ανακοίνωση προς τον Εργοδότη που να περιέχει συγκεκριμένα και σαφώς το περιεχόμενο της πιο πάνω επιφύλαξης ή αιτήματος επιτρέποντας έτσι την ταχεία εξομάλυνση της διαφοράς. 2. Κάθε διαφορά που προκύπτει μεταξύ του Επιβλέποντος και του Αναδόχου πάνω στην ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης, διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στον Εργοδότη από τον Επιβλέποντα με πλήρη έγγραφη έκθεση των απόψεων που υποστηρίζουν τα δύο μέρη. Ο Εργοδότης αφού ερευνήσει την υπόθεση καλώντας και τον Ανάδοχο για να τον ακούσει, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, ανακοινώνει τελικά σ’ αυτόν την συμβιβαστική λύση που αυτός, ο Εργοδότης, έχει προκρίνει. Εάν ο Ανάδοχος δεν αποδέχεται τη λύση αυτή, οι Συμβαλλόμενοι συμφωνούν η διαφωνία να κρίνεται διαιτητικά σύμφωνα με τις διατάξεις περί Διαιτησίας από το αρμόδιο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, του οποίου η απόφαση συμφωνείται ότι θα είναι οριστική και αμετάκλητη και για τα δύο μέρη. Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι από την υποβολή της διαφοράς στον Εργοδότη και μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου θα εφαρμόζεται προσωρινά και υποχρεωτικά για τον Ανάδοχο η λύση που προκρίθηκε από τον Εργοδότη, για να αποφευχθεί καθυστέρηση της εκτέλεσης του Έργου. 3. Εάν περάσουν πέντε (5) ημέρες από την ανακοίνωση στον Ανάδοχο από τον Εργοδότη της λύσης που προκρίθηκε απ’ αυτόν και εφαρμόζεται "προσωρινά χωρίς ο ένας από τους Συμβαλλομένους να επιδώσει στον άλλον κλήση για συζήτηση της προσφυγής του στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για οριστική επίλυση της διαφοράς, η πιο πάνω προσωρινή λύση γίνεται οριστική. Συμφωνείται επίσης η προθεσμία αυτή των 5 ημερών να είναι ανατρεπτική". Προκύπτει, περαιτέρω, ότι η εργολάβος εταιρεία εγκαταστάθηκε στον προσήκοντα χρόνο στο έργο, το οποίο και αποπεράτωσε και παρέδωσε στην εργοδότιδα, μετά παράταση, λόγω απροβλέπτων περιστάσεων, του αρχικώς ορισθέντος προς τούτο χρόνου, περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2004. Ακολούθως όμως υπήρξε διάσταση μεταξύ των μερών ως προς το ύψος της αμοιβής της εργολάβου εταιρείας, ιδία σε σχέση με τις πρόσθετες, ως άνω, εργασίες που εκτέλεσε στο έργο, η εκτίμηση των οποίων είχε συμφωνηθεί να γίνει μετά την πραγματοποίηση τους, οπότε η εργολάβος εταιρεία προσέφυγε, για το ζήτημα αυτό, στη συμφωνηθείσα, κατά τα άνω, διαιτησία, ασκήσασα την από 13-4-2006 αγωγή της ενώπιον του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 2/2011 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε υπέρ της εργολάβου εταιρείας το ποσόν των 1.706.422,35 ευρώ, κατά της αποφάσεως δε αυτής στρέφεται, όπως προαναφέρθηκε, με την ένδικη ακυρωτική αγωγή της η εργοδότιδα εταιρεία... Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, καθίσταται σαφές ότι οι προαναφερθείσες, έγγραφες και άτυπες, επί μέρους συμφωνίες των μερών έχουν, αλληλοσυμπληρούμενες, αδιάσπαστη ενότητα, ως αναφερόμενες σε ένα και μοναδικό έργο, δηλονότι το κτίριο του προαναφερθέντος θεραπευτηρίου της εργοδότιδος εταιρείας, το οποίο η εργολάβος εταιρεία ανέλαβε να κατασκευάσει εκ θεμελίων και αποπερατώσει πλήρως. Δηλονότι, παρά τη φαινομενική διάσπαση της συμφωνίας των μερών σε επί μέρους, τυπικές και άτυπες, τοιαύτες, πρόκειται για μία ενιαία μεταξύ αυτών σύμβαση έργου με συγκεκριμένο και μοναδικό αντικείμενο. Με δεδομένο δε ότι τα μέρη εξέφρασαν ρητά και πανηγυρικά τη θέληση τους να υπαγάγουν σε διαιτησία κάθε διαφορά τους εκ της ενιαίας ταύτης συμβάσεως, πράγμα εμφανές εκ της επαναλήψεως ταυτοσήμου της διαιτητικής ρήτρας, υπό το άρθρο 19, στις τρεις διαδοχικές έγγραφες μερικότερες συμβάσεις που συνυπέγραψαν, ορθώς το διαιτητικό Δικαστήριο επελήφθη του συνόλου των αιτημάτων της ενώπιον του εγερθείσης, ως άνω, αγωγής, απορριπτόμενου ως αβασίμου του προβαλλομένου με τον πρώτο λόγο της ενδίκου αγωγής ισχυρισμού της εναγούσης-εργοδότιδος εταιρείας, ότι αυτό υπερέβη την εξουσία του, επιληφθέν και των αιτημάτων των σχετιζομένων με τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε η εργολάβος εταιρεία στο ένδικο έργο, τις ως προς τις οποίες διαφορές αβασίμως θεωρεί ως μη καλυπτόμενες από τη διαιτητική ρήτρα. Περαιτέρω, από τη θεώρηση των κρισίμων, εν προκειμένω, περί διαιτησίας όρων των εγγράφων μεταξύ των μερών συμβάσεων, όπως το περιεχόμενο τους ανωτέρω παρατέθηκε, προκύπτει κατ’ αρχάς, ιδία εν όψει της απολύτου διατυπώσεως του συναφούς άρθρου 19 των συμβάσεων αυτών, ότι τα μέρη θέλησαν ρητώς και ανενδοιάστως να υπαγάγουν "κάθε διαφορά" τους από την ένδικη σύμβαση σε διαιτησία. Εξ άλλου, ο περιλαμβανόμενος στη συνοδεύουσα κάθε μία των προαναφερομένων συμβάσεων Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων συναφής όρος, υπό άρθρο 42, ερμηνευόμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δηλαδή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπ’ όψιν και των συναλλακτικών ηθών, άνευ προσηλώσεως στις λέξεις, έχει την έννοια ότι στην εκεί διαγραφόμενη προδικασία θα υποβάλλοντα μόνο οι διαφωνίες των μερών που θα ανέκυπταν κατά την εκτέλεση του έργου, ώστε να μη υπάρξει καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών και ανατροπή του χρονοδιαγράμματος αποπερατώσεώς τους. Τούτο είναι πρόδηλο από το όλο περιεχόμενο του όρου αυτού και ιδία τη χρήση φράσεων όπως "για την απρόσκοπτη πρόοδο της εκτέλεσης του Έργου", "η διατήρηση διαφορών σε εκκρεμότητα δεν επιτρέπεται", "μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου θα εφαρμόζεται προσωρινά και υποχρεωτικά για τον Ανάδοχο η λύση που προκρίθηκε από τον Εργοδότη, για να αποφευχθεί καθυστέρηση της εκτέλεσης του Έργου". Υπό τις παραδοχές αυτές είναι προφανές ότι: 1) Ο προαναφερόμενος, υπό το άρθρο 42 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, όρος δεν περιόρισε τη μεταξύ των μερών συνομολογηθείσα ρήτρα διαιτησίας μόνο στις διαφορές που θα ανέκυπταν κατά την εκτέλεση του έργου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα μέρη όρισαν, με τη γενική ρήτρα του άρθρου 19 των εγγράφων μεταξύ αυτών συμβάσεων, την υποβολή σε διαιτησία κάθε διαφοράς τους από την ένδικη σύμβαση. 2) Η διαφορά μεταξύ των μερών ως προς την εργολαβική αμοιβή της αναδόχου εταιρείας για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε στο έργο, προκύψασα κατά την ολοκλήρωσή του, οπότε και εχώρησε η αποτίμησή της, αφ’ ενός καλύπτεται, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, από τη διαιτητική ρήτρα και αφ’ ετέρου για την, μέσω της διαιτησίας διεκδίκησή της, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 42 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, αφού αυτή ήταν τηρητέα επί διαφορών αναφυομένων κατά την εκτέλεση του έργου. Υπό τα δεδομένα αυτά οι ισχυρισμοί της εναγούσης, ότι το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί των απαιτήσεων της αναδόχου-εργολάβου εταιρείας εκ των προσθέτων εργασιών που αυτή εκτέλεσε στο έργο, για το λόγο ότι, αφ’ ενός προέκυψαν μετά το πέρας κατασκευής του και αφ’ ετέρου γιατί δεν τηρήθηκε η προβλεφθείσα προδικασία, ως αναγκαίος όρος για την αναζήτηση τους, είναι αβάσιμοι και, συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγος της ενδίκου αγωγής, με τους οποίους οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται...". Με την κρίση του αυτή και τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 868, 869 και 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ορθώς υπήγαγε σ’ αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της απόφασής του προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του (δικαστηρίου), στη συγκεκριμένη περίπτωση για την μη κατάφαση του κανόνα του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι οι μεταγενέστερες, των ως άνω τριών έγγραφων συμβάσεων έργου, άτυπες συμφωνίες των συμβαλλομένων για την διενέργεια πρόσθετων εργασιών είναι συμπληρωματικές και συνδέονται αναποσπάστως με αυτές, για τις οποίες συμφωνήθηκε η διαιτησία, με την έννοια ότι δεν πρόκειται για χωριστές συμβάσεις με συναφές αντικείμενο, αλλά για μία ενιαία σύμβαση έργου με συγκεκριμένο και μοναδικό αντικείμενο την κατασκευή του επίδικου κτηρίου, το οποίο η εργολάβος εταιρεία ανέλαβε να κατασκευάσει εκ θεμελίων και αποπερατώσει πλήρως και ότι τα μέρη εξέφρασαν ρητά και πανηγυρικά τη θέληση τους να υπαγάγουν σε διαιτησία κάθε διαφορά τους από την ενιαία αυτή σύμβαση, με συνακόλουθη συνέπεια να υφίσταται δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου για να επιληφθεί της διαφοράς που αφορούσε τις προαναφερθείσες πρόσθετες εργασίες, μολονότι για τις σχετικές με αυτές συμφωνίες δεν τηρήθηκε τύπος.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώνονται από τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, και οι τρίτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Κατά το προαναφερθέν αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Η ως άνω παραβίαση μπορεί να γίνει και εκ πλαγίου, δηλαδή κατά τρόπο που να μη καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ερμηνευτικών κανόνων, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της συμβάσεως, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. (ΟλΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με το νόημα του άρθρου 19 των επίμαχων τριών συμβάσεων έργου. Η εκ περισσού δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων ως ενισχυτικών της αντίληψης περί της βούλησης των συμβαλλομένων, απόλυτα ήδη σαφώς εκπεφρασμένης με βάση τα όσα δηλώθηκαν παραπάνω, δεν συνιστά προσφυγή στην ως άνω μνημονευόμενη ερμηνευτική διάταξη. Κατ’ ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, το Εφετείο, μη προσφεύγοντας σε αυτές, δεν τις παραβίασε, ο δε αντίθετος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με την ως άνω ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων που έδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το προαναφερθέν άρθρο .42 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεδομένου ότι εκτίθενται σ’ αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ο σκοπός που επεδίωξαν τα διάδικα μέρη με τον ορισμό της ανωτέρω διαιτητικής προδικασίας (του άρθρου 42), που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ανωτέρω πόρισμα, το οποίο είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι έκτος και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ γ’ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, νοείται αφ’ ενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και γενικά εκείνη αποφάνσεως πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 Κ.Πολ.Δ., αφ’ ετέρου δε, κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνος, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 631/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αναφερθείσες ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο απεφάνθη, ότι το διαιτητικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί επί του συνόλου της κρινομένης υποθέσεως και ότι σε αυτήν δεν είναι απαραίτητη η τήρηση εγγράφου τύπου για τις συμπληρωματικές συμβάσεις του έργου και απέρριψε τους προβληθέντες με την αγωγή ακυρώσεως σχετικούς ισχυρισμούς - αιτήματα της αναιρεσειούσης. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 περ.γ’ ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπ’ όψιν από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή ελήφθη υπ’ όψιν και απερρίφθη για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο με το δεύτερο σκέλος του εβδόμου λόγου αναιρέσεως την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επειδή, επί λέξει: "...Δεν έλαβε υπόψη του τον σκοπό που επεδίωξαν τα διάδικα μέρη, ο οποίος, ήταν αναγκαίος για την ερμηνεία των ανωτέρω δηλώσεων βουλήσεως, ο οποίος παραδεκτώς προτάθηκε από εμάς, όπως ανωτέρω εκτίθεται, και ο οποίος κατά τρόπο ρητό διατυπώθηκε στις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 42 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, με τον ορισμό της ανωτέρω υποχρεωτικής προδικασίας, για όλες ανεξαιρέτως τις υποθέσεις, και συνίσταται, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, στην άμεση διευθέτηση και διευκρίνιση κάθε ζητήματος για το οποίο υφίσταται διαφορά μεταξύ τους, στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως των συμβαλλομένων εφαρμογής των συμβάσεων, στη μη διατήρηση διαφορών σε εκκρεμότητα, καθώς και, για την απρόσκοπτη πρόοδο της εκτέλεσης του έργου, στην εφαρμογή προσωρινά και υποχρεωτικά για τον ανάδοχο της λύσης που προκρίθηκε από τον εργοδότη μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, σε περίπτωση προσφυγής σ’ αυτό.....". Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αλλά ισχυρισμό ο οποίος συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ... "Η ..." ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τους από 14-1-2015 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθ.731/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ