Legislator Case Law & Legislation
113/2015 AI generated

113/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

113/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με όρο δε αυτής συμφωνήθηκε ότι "εάν η σύμβαση δεν λυθεί ή καταγγελθεί ... μέχρι την 14-2-2000, παρατείνεται αυτοδίκαια ... ". Δυνάμει της σύμβασης αυτής διακινούσε και μεταπωλούσε σε τρίτους λιανοπωλητές προϊόντα της αντιδίκου του και συγκεκριμένα τα παγωτά αυτής, σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της Αθήνας και δη στην Κάτω Ηλιούπολη...., έναντι αμοιβής ποσοστού 9,5%, υπολογιζόμενης στην τιμή πωλήσεως των προϊόντων προς τους λιανοπωλητές...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" ως καθολικής διαδόχου, δι' απορροφήσεως, της εταιρείας "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3889/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6005/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ο λόγος δε αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 15-2-2007 αγωγής του αναιρεσείοντος για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν με την εναγομένη σύμβασης αποκλειστικής διανομής, έγιναν δεκτά τα εξής που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο : "Στην Αθήνα, ήδη από το έτος 1997, ο ενάγων συνήψε με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης - εκκαλούσας ¬ εφεσίβλητης (εφεξής πρώτης εναγόμενης) εταιρείας που τότε είχε την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", την από 14-2-1997 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας συμβατικής διάρκειας από 14-2-1997 έως 14-2-2000.

Με όρο δε αυτής συμφωνήθηκε ότι "εάν η σύμβαση δεν λυθεί ή καταγγελθεί ... μέχρι την 14-2-2000, παρατείνεται αυτοδίκαια ... ". Δυνάμει της σύμβασης αυτής διακινούσε και μεταπωλούσε σε τρίτους λιανοπωλητές προϊόντα της αντιδίκου του και συγκεκριμένα τα παγωτά αυτής, σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της Αθήνας και δη στην Κάτω Ηλιούπολη...., έναντι αμοιβής ποσοστού 9,5%, υπολογιζόμενης στην τιμή πωλήσεως των προϊόντων προς τους λιανοπωλητές...

Η εν λόγω σύμβαση, μετά τη συμβατική λήξη της, παρατάθηκε σιωπηρά μέχρι 5-6-2000, οπότε υπογράφηκε μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντος νέα έγγραφη σύμβαση με συμβατική λήξη την 31η-10-2003. Η σύμβαση αυτή συνεχίστηκε με την από 1-11-2003 όμοια (σύμβαση) με χρόνο λήξης την 31η-10-2006, παρατάθηκε δε ακολούθως, με κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών, επί δύο μήνες, ήτοι μέχρι 31-12-2006.

Εν τω μεταξύ και δη το Μάρτιο του 2006, η δεύτερη εναγόμενη πολυεθνική εταιρεία με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", αγόρασε το 96,53% του μετοχικού πακέτου της παραπάνω δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης, την οποία μετονόμασε σε "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε.". Έτσι η τελευταία αυτή εταιρεία (α' εναγόμενη) έγινε καθολική διάδοχος της εταιρείας "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και αντισυμβαλλόμενη, πλέον του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια της τελευταίας σύμβασης.

Μετά δε και την τελευταία παράταση, η πρώτη εναγόμενη, με την από 22-12-2006 επιστολή της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι η συμβατική τους σχέση λήγει την 31η-12-2006. Η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ως εξής...... Έχουν λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ΠΔ 219/1991, σε συνδυασμό με αυτές περί εντολής του Αστικού Κώδικα...

Ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχουσας, μεταξύ των διαδίκων, συμβατικής σχέσης σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις, οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Γι' αυτό άλλωστε οι αλυσιδωτές αυτές συμβάσεις κρίνονται ως ενιαία σύμβαση, που συνήφθη για αόριστο χρόνο, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω η συμβατική σχέση λειτουργούσε και κατά τα διαστήματα μεταξύ των συμβατικών χρόνων.

Συγκεκριμένα μετά τη συμβατική λήξη της από 14-2-1997 έγγραφης συμβάσεως, η συμβατική σχέση παρέμεινε σε ισχύ μέχρι 30-6-2000, οπότε υπογράφηκε και πάλι νέα έγγραφη σύμβαση όμοιου περιεχομένου. Στην επίδικη σύμβαση λοιπόν βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 8 του παραπάνω αναφερόμενου ΠΔ 219/1991 και ειδικότερα η παράγραφος 4 αυτού (που αποτελεί αναγκαστικού δικαίου διάταξη), κατά την οποία η προθεσμία για την καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, που, κατά τα άνω, διήρκεσε εννιά χρόνια, είναι έξι μήνες...

Αυτός (ο ενάγων) δικαιούται εύλογη αποζημίωση, για την απώλεια της πελατείας του. Η αποζημίωση αυτή πρέπει να είναι ίση με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε τα τελευταία πέντε χρόνια λειτουργίας της κατά τα άνω, αορίστου χρόνου ενιαίας σύμβασής του, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση συνυπολογισμού και της επί πλέον διαφοράς, από τη μειωμένη προμήθεια που λάμβανε για τη διανομή των ίδιων προϊόντων στα σούπερ μάρκετ.

Ως προς το τελευταίο θέμα λεκτέα τα πιο κάτω: Όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1998 και εντεύθεν, η αμοιβή (προμήθεια) του ενάγοντος, ειδικά για τα παγωτά που πωλούνταν στα σούπερ μάρκετ, μειώθηκε, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, από 9,5% σε 5%. Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι η εν λόγω μείωση, του επιβλήθηκε μονομερώς από την πρώτη εναγόμενη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, κατόπιν καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης που είχε απ' αυτήν.

Κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος. Δεν αποδείχτηκε δηλαδή ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία εκμεταλλεύτηκε την οικονομική της θέση και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο με τα χρηστά ήθη, για να επιβάλει στον αντίδικο της τη μείωση αυτή. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι η εν λόγω μείωση ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης διαπραγμάτευσης, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, μεταξύ των μερών, τα οποία σταθμίζοντας τις συνθήκες της αγοράς και τον ανταγωνισμό που υπήρχε από άλλες ομοειδείς εταιρείες, προχώρησαν σ' αυτή προσδοκώντας αύξηση των πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ, η οποία (αύξηση) αντισταθμίζει τη μείωση της αμοιβής του ενάγοντος.

Συνεπώς ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας το σχετικό κεφάλαιο των 27.040,14 ευρώ που αφορά την απώλεια, κατά τα έτη 2002 έως 2006, των κερδών που θα κέρδιζε επιπλέον από τα προϊόντα που πουλούσε στα σούπερ μάρκετ, αν δεν μειωνόταν η προμήθεια του. Στο σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της ανωτέρω έφεσης....

Περαιτέρω, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως oυσιαστικά αβάσιμο το τμήμα του κεφαλαίου της αγωγής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος για το διάστημα μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης. Το τμήμα αυτό ο ενάγων επιχειρεί να στηρίξει στην αδικοπραξία. Από τα προπεριγραφέντα όμως περιστατικά και από την εκτίμηση όλων των ειδικών συνθηκών : 1) Δεν αποδείχτηκε ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης ήταν καταχρηστική, αντιβαίνουσα στο άρθρο 281 του ΑΚ, για να επιφέρει δικαίωμα του ενάγοντος για αποζημίωση από αδικοπραξία.

Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι από προηγούμενη συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, δημιουργήθηκε εύλογη πεποίθηση στον ενάγοντα ότι η αντίδικος του δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμα της καταγγελίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι η μεταξύ τους συνεργασία, στηριζόταν σε τυπικές έγγραφες συμβάσεις, ορισμένου χρόνου, που κάθε άλλο, παρά εύλογη πεποίθηση, περί μη ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Η δε παράταση της τελευταίας έγγραφης σύμβασης επί δίμηνο μόνο, αντί της ανανέωσης αυτής, υποδηλούσε, με πιθανότητα, τη βούληση της πρώτης εναγόμενης να καταγγείλει τη σύμβαση, μετά την παράταση, ενώ δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι όργανα της αντιδίκου του τον διαβεβαίωναν για το αντίθετο (δηλ.

για τη συνέχιση της επίδικης συμβατικής σχέσης και κατά τα επόμενα έτη). Άλλωστε, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και κατ' ανάλογη εφαρμογή και της αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος 219/1991, είναι αόριστης διάρκειας, λύεται κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλά της προθεσμίας που αναφέρθηκε.

Συνεπώς η πρώτη εναγόμενη είχε δικαίωμα ελεύθερα να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση οποτεδήποτε. Δεν υπήρχε δε υποχρέωση αυτής να αιτιολογήσει την καταγγελία, ούτε να αναφέρει σπουδαίο λόγο. 2) Αφού δε, κατά τα άνω, η πρώτη εναγόμενη είχε δικαίωμα ελεύθερης καταγγελίας της συμβάσεως, η συμπεριφορά της δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ούτε αποδείχτηκε ότι αυτή προέβη στην καταγγελία της σύμβασης με πρόθεση να ζημιωθεί ο αντίδικός της και να καρπωθεί αυτή αθέμιτα, και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, τα οφέλη από την ήδη υπάρχουσα πελατεία του. Ακόμη δεν αποδείχτηκε ότι κατά μήνα Ιανουάριο 2007 που έληξε η επίδικη συμβατική σχέση ήταν δύσκολο για τον ενάγοντα να ανεύρει νέα επαγγελματική συνεργασία.

Συνεπώς η συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης δεν συνιστά παράνομη πράξη και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ. 3) Δεν αποδείχτηκε ακόμη ότι η πρώτη εναγομένη, κατά τον επίδικο χρόνο, κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και είχε την πραγματική δυνατότητα μονομερούς επηρεασμού των όρων αυτής, καθόσον σ' αυτή (την αγορά) δραστηριοποιούνταν, με σημαντικό μερίδιο, και άλλες ανταγωνίστριες εταιρείες πώλησης παγωτού (ΕΒΓΑ, ALGIDA κλπ).

Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως της έναντι του ενάγοντος με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό. Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη επιχείρησε πράξεις ανταγωνισμού, καθώς και χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών.

Μόνη η μη τήρηση της προθεσμίας καταγγελίας της σύμβασης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αθέμιτη και άδικη συμπεριφορά.. Κατά την κρίση του ούτε η επί δίμηνο παράταση της τελευταίας σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί αθέμιτη πράξη της ανωτέρω διαδίκου, η οποία μάλιστα στόχευε στη στέρηση επαγγελματικής αποκατάστασης του ενάγοντος, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μετά την αγορά του πακέτου του μεγαλύτερου μεριδίου των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ Α.Ε.", η πρώτη εναγόμενη προέβη στη διακοπή της συνεργασίας της με τον ενάγοντα, στα πλαίσια των θεμιτών ενεργειών της, ως επιχειρηματία, για την αναδιοργάνωση και περαιτέρω ανάπτυξη της επιχείρησης της, με την αναδιάρθρωση του δικτύου διάθεσης των προϊόντων της.

Επειδή δε, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η διακοπή της συμβατικής σχέσης των διαδίκων δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά ούτε και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, απορριπτέο κρίνεται και το κεφάλαιο της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω βλάβης...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο σχετικώς με τα κονδύλια του συνυπολογισμού στην αποζημίωση πελατείας της μειωμένης προμήθειας από πωλήσεις σε σούπερ μάρκετς, της απώλειας, λόγω αδικοπραξίας, διαφυγόντων κερδών για το μετά την παρέλευση εξαμήνου από της καταγγελίας της σύμβασης χρονικό διάστημα και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης : 1) δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 914, 919 Α.Κ., 1 επ.

Ν. 146/1914, 2 α, 4 γ' Ν. 703/1977, και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος υπό στοιχ. V 1-7 και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 παρ. 4 του π.

δ. 219/1991 προθεσμίας προμηνύσεως, την παράθεση σε αυτήν αιτιολογίας και την επίκληση σπουδαίου λόγου, δεν συνιστά από μόνη της, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, που να την καθιστούν καταχρηστική ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, παράνομη πράξη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τα άρθρα 281, 288, 914, 919 Α.Κ.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες σχετικώς με την απόρριψη ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αυτοτελών ισχυρισμών του ενάγοντος : α ) ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη, για το λόγο ότι έλαβε χώρα σε χρόνο που ο ενάγων δεν μπορούσε να ανεύρει παρόμοια επαγγελματική συνεργασία και έγινε με πρόθεση να ζημιωθεί αυτός και να καρπωθεί η εναγομένη, αθέμιτα, και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, τα οφέλη από την ήδη υπάρχουσα πελατεία του.

β ) ότι η συνομολόγηση μειωμένης προμήθειας για τις πωλήσεις σε super markets επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και κατόπιν καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης που είχε απ' αυτήν. 2 ) έλαβε υπόψη του και απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμη τη βάση της αγωγής από το άρθρο 2α του ν. 703/1977, δεχόμενο το Εφετείο ότι " δεν αποδείχτηκε ότι αυτή (εναγομένη ) προέβη στην καταγγελία της σύμβασης με πρόθεση να ζημιωθεί ο αντίδικός της και να καρπωθεί αυτή αθέμιτα, και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, τα οφέλη από την ήδη υπάρχουσα πελατεία του.

Ακόμη δεν αποδείχτηκε ότι κατά μήνα Ιανουάριο 2007, που έληξε η επίδικη συμβατική σχέση, ήταν δύσκολο για τον ενάγοντα να ανεύρει νέα επαγγελματική συνεργασία... Δεν αποδείχτηκε ακόμη ότι η πρώτη εναγομένη, κατά τον επίδικο χρόνο, κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και είχε την πραγματική δυνατότητα μονομερούς επηρεασμού των όρων αυτής, καθόσον σ' αυτή (την αγορά) δραστηριοποιούνταν, με σημαντικό μερίδιο, και άλλες ανταγωνίστριες εταιρείες πώλησης παγωτού (ΕΒΓΑ, ALGIDA κλπ).

Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως της έναντι του ενάγοντος με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό... Ούτε η επί δίμηνο παράταση της τελευταίας σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί αθέμιτη πράξη της ανωτέρω διαδίκου, η οποία μάλιστα στόχευε στη στέρηση επαγγελματικής αποκατάστασης του ενάγοντος, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται ".

Ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρώτος υπό στοιχ. V 9 λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται ( άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν 4055/2012 ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Κ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6005/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ