Legislator Case Law & Legislation
113/2013 AI generated

113/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

113/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 113/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Γ. και 2) Δ. Μ. του Γ., κατοίκων …του Δήμου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρμαρινό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Θ., κατοίκου … του Δήμου …, και 2 )Θ. Π. του Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουτσουπιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2008 αγωγή νομής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόνιτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 109/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/9/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚπολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου .. 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από η διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 1056/2011, ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 110/2010).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης για τις παραπάνω πλημμέλειες κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επειδή, ο κανόνας του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος που επιβάλλει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων έχει το χαρακτήρα κατευθυντήριας γραμμής προς τη νομοθετική εξουσία, όπως κατά την άσκηση αυτής αποσκοπεί στην πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής, χωρίς να καθιερώνει ούτε να επιβάλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο και ως εκ τούτου δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια των άρθρων 559 παρ.1 και 560 παρ.1 ΚΠολΔ, με συνέπεια η παραβίασή του να μην ιδρύει λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις (ΑΠ 1241/2010). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 για παράβαση της διάταξης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης, άλλως αντιφατικής αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγος ο οποίος δεν προβλέπεται από τους καθοριζόμενους περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκειμένου περί αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν έχει εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος της αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (560 αρ. 1α ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα), καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 129/2007, ΑΠ 1411/2007, ΑΠ 1261/2007). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε επί αγωγής των αναιρεσειόντων, αποβολής από τη συννομή του επιδίκου ακινήτου, η από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1198 ΑΚ, περί παράλειψης μεταγραφής, την οποία δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.

Δεν αναφέρονται όμως στην αίτηση αναίρεσης οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής των αναιρεσειόντων και για τη μη συνδρομή των όρων της παραπάνω διάταξης, που φέρεται ότι δεν εφάρμοσε και πως οι παραδοχές αυτές επέδρασαν στο διατακτικό της αποφάσεως.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς :

Απορρίπτει την από 23-9-2011 αίτηση των Κ. Μ. του Γ. και Δ. Μ. του Γ. περί αναιρέσεως της 109/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ