Legislator Case Law & Legislation
113/2012 AI generated

113/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 113 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1 ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιος Ζευγώλης Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. συζ. Γ. Α. και 2. Γ. θυγ. Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Κοκκαλάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Νίκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2203/ΤΟ/204/8-8-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 21-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο - δεύτερο σκέλος-, δεύτερο, τέταρτο και έκτο μέρος του ( υπό στοιχ.2α- δεύτερο σκέλος, 2β, 2δ, 2στ), από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του (υπό στοιχ.2γ.), από το άρθρο 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 επ., 943 Α.Κ., προκύπτει ότι, oδανειστής που με αγωγή του κατά του οφειλέτη επιδιώκει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ. ΑΚ, πρέπει, εκτός των άλλων, να επικαλεσθεί και αποδείξει, την απαίτηση που έχει κατά του εναγόμενου οφειλέτη, με ακριβή προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κ.λ.π.). Τούτο δε διότι η διάρρηξη των απαλλοτριώσεων που έγιναν προς βλάβη των δανειστών, επέρχεται κατά τόσο μέρος, καθόσον ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, Ο.Α.Ε.Δ. εργατική εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους.

Συνεπώς, το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, δεν είναι καταβλητέο στον εργαζόμενο μισθωτό, αλλά ανήκει σε τρίτους δικαιούχους, υπέρ των οποίων και παρακρατείται και έτσι δεν συνιστά την προς τον μισθωτό οφειλόμενη χρηματική οφειλή, επί της οποίας αυτός δικαιούται να ζητήσει τόκο υπερημερίας (ΑΚ 345), και επομένως, δεν οφείλονται στον τελευταίο τόκοι υπερημερίας επί του ποσού του οποίου δεν είναι δικαιούχος (ΑΠ 203/2008, ΑΠ 1103/1998), συνακόλουθα δε δεν μπορεί να επιδιωχθεί απ' αυτόν (δανειστή) διάρρηξη των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών προς ικανοποίηση και των ποσών αυτών, έστω και αν του έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφού δεν είναι δικαιούχος των τελευταίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της καταθέσεως, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επόμ. του ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια. (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004). Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε το Μάιο του έτους 1965 από τον Ζ. Λ., πατέρα της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως εργάτης στον αλευρόμυλο που διατηρούσε ο τελευταίος στη Λαμία. Ο ενάγων εργάσθηκε με την ανωτέρω ιδιότητά του έως την 17-9-1971 ενώ στη συνέχεια εργάστηκε ως οδηγός αυτοκινήτου έως την 30-9-1988, οπότε απολύθηκε από την πρώτη εναγομένη, η οποία στο μεταξύ είχε υπεισέλθει στην ανωτέρω σύμβαση εργασίας, αφού μετά την αποχώρηση του πατέρα της το έτος 1980, εκμεταλλευόταν η ίδια την εν λόγω επιχείρηση. Επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη διότι η πρώτη εναγομένη δε κατέβαλε σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση και αρνούμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του περιήλθε σε υπερημερία, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 10-11-1988 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 298/1989 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία έγινε τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 1635/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η οποία επιδίκασε στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας ποσού 324.507 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη με την ευκαιρία της εναντίον της ασκηθείσας από 27-6-1998 αγωγής του Δ. Μ. για αποζημίωση λόγω καταγγελίας, δεδουλευμένων μισθών, επιδομάτων εορτών και αποδοχές αδείας, άσκησε μεταξύ άλλων προσώπων και εναντίον του ενάγοντος την από 20-9-1988 προσεπίκληση ενωμένη με αγωγή αποζημίωσης επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 101/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την προσεπίκληση και τη σωρευόμενη με αυτήν αγωγή καθ' ολοκληρίαν, ενώ με την υπ' αριθ. 12595/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 1523/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία (τελευταία) επεδίκασε σε βάρος της πρώτης εναγομένης και υπέρ του ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα 180.000 δραχμών. Μετά από αυτά ο ενάγων άσκησε κατά της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας τις από 4-6-1993 και 6-6-1995 αγωγές του, με τις οποίες ζητούσε να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα από 20-1-1989 έως 30-6-1993 και από 1-7-1993 έως 30-6-1995. Επί των αγωγών αυτών έκδοσε η υπ' αριθ. 80/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκανε εν μέρει δεκτές και τις δύο αγωγές και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, αντίστοιχα, 7.305.944 δραχμές ή 21.440,70 ευρώ και 1.539.907 δραχμές ή 4.520 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση κάθε αγωγής. Ακολούθησε η υπ' αριθ. 3171/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτές τις άνω αγωγές, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα: α) 5.597.441 δραχμές ή 16.426,80 ευρώ για την πρώτη αγωγή και β) 1.539.907 δραχμές ή 4.520,00 ευρώ για τη δεύτερη αγωγή, νομιμοτόκως από την επίδοση κάθε αγωγής. Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη, κατά την διάρκεια της ανωτέρω αντιδικίας, συνέλαβε σχέδιο απαλλοτριώσεως όλης της εμφανούς περιουσίας της έτσι ώστε, όταν ο ενάγων θα αποκτούσε εκτελεστό τίτλο και θα επιχειρούσε εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση, την οποία η εναγομένη διέβλεπε ως επερχόμενη με βεβαιότητα, να μη μπορέσει να βρει κανένα ακίνητό της και να καταστεί ατελέσφορη κάθε προσπάθεια ικανοποιήσεώς του. Έτσι, την 12-1-1995, θέλοντας να υλοποιήσει το σκοπό της αυτό και να ματαιώσει την ικανοποίηση του ενάγοντος, με το υπ' αριθ. .../1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Λαμίας Ελένης Νάκη-Ζαλίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), θυγατέρα της, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ισοβίως την επικαρπία, τα εξής ακίνητα: 1) τα 11/32 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου της επί της οδού ... αρ. 26, στη Λαμία κείμενης πολυκατοικίας, συνολικού εμβαδού 251,40 τ.μ., 2) ολόκληρο τον πρώτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, ο οποίος αποτελείται από δύο διαμερίσματα, εμβαδού το ένα 120,40 τ.μ. και το άλλο 131 τ.μ., 3) το 1/2 εξ αδιαιρέτου της αέρινης στήλης (δικαιώματος υψούν) του δώματος της ίδιας οικοδομής, με αναλογία επί του οικοπέδου 25% και 4) τα 11/48 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 12.700 τ.μ., κείμενου στη θέση "Γεφυράκια" της κτηματικής περιφέρειας Ροδίτσας Φθιώτιδας. Τα τρία πρώτα ακίνητα συνιστούν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του ν. 3741/1929. Ακολούθως η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση επί της επικαρπίας των άνω ακινήτων, με το υπ' αριθ. .../1996 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας στα προαναφερόμενα ακίνητα υπέρ της δεύτερης εναγομένης θυγατέρας της, η οποία αποδέχθηκε την παραίτηση αυτή και επομένως απέκτησε την πλήρη κυριότητα στα ακίνητα αυτά. Η συνολική αξία των ακινήτων αυτών, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (17-4-1997), ανερχόταν στο ποσό των 70.000.000 δραχμών ή 205.429,20 ευρώ, εκ των οποίων 8.000.000 δραχμές ή 23.477,60 ευρώ αναλογούν στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ισογείου καταστήματος, 43.000.000 δραχμές στον πρώτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, 7.000.000 δραχμές ή 20.542, 90 ευρώ αναλογούν στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος υψούν στο δώμα κα 12.000.000 δραχμές ή 35.216,40 ευρώ στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του αγροτεμαχίου. Ενόψει αυτών ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 10-3-1996 αγωγή του, με την οποία ζητούσε τη διάρρηξη των ανωτέρω μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών προκειμένου να ικανοποιηθεί η ληξιπρόθεσμη απαίτησή του, ποσού 1.338.673 δραχμών ή 3.928,60 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 101/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 12595/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητην με την υπ' αριθ. 1523/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επί της αγωγής αυτής (διάρρηξης) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 313/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία διαρρήχθηκε εν μέρει η απαλλοτρίωση, με την οποία η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στην αρχή και κατά πλήρη κυριότητα αργότερα στη δεύτερη εναγομένη του εκ ποσοστού 11/32 εξ αδιαιρέτου του άνω ισογείου καταστήματος. Ωστόσο, και μετά τη διάρρηξη αυτή, η περιουσία της πρώτης εναγομένης που απομένει δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ληξιπρόθεσμης απαίτησης του ενάγοντος που προέρχεται από την υπ' αριθμ. 3171/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απαίτηση αυτή ανέρχεται συνολικά σε 7.137.348 δραχμές ή 20.946,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κεφάλαιο και τόκοι (8.771.802 δρχ) ανέρχονταν κατά την άσκηση της αγωγής (17-4-1997) στο ποσό των 15.909.150 δραχμών ή 46.690 ευρώ. Φυσικά η δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτελέσεως δεν συνυπολογίζονται διότι γεννήθηκαν μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση. Είναι αλήθεια ότι από την απαίτηση αυτή ο ενάγων οφείλει να αφαιρέσει α) όσα έλαβε από τον Ο.Α.Ε.Δ ως επίδομα ανεργίας (4.204,66 ευρώ), τα οποία μάλιστα έπρεπε κατά την καταβολή των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας να παρακρατήσει η πρώτη εναγομένη ως εργοδότιδα βάσει του άρθρου 36 παρ. 9 του ν. 1846/1951, που προστέθηκε με το άρθρο 31 του ν.δ. 2698/1953, β) τις αναλογούσες στην περίοδο αυτή εργατικές εισφορές προς το ΙΚΑ, αποδοτέες από την εργοδότιδα στο ΙΚΑ και γ) τον αναλογούντα φόρο, αποδοτέο από την εργοδότιδα στο Δημόσιο. Οι παρακρατήσεις αυτές - που είναι υπέρ τρίτων - θα γίνουν κατά την πληρωμή των επιδικασθέντων είτε εκουσίως είτε με αναγκαστική εκτέλεση και δεν αναιρούν το ανωτέρω ύψος της απαιτήσεως που επιδικάσθηκε. Η πρώτη εναγομένη, αφού προηγουμένως προέβη σε προσφορά, κατέθεσε την 5-9-2002 στο ΤΠ&Δ υπέρ του ενάγοντος, προς εξόφληση της οφειλής της 23.130 ευρώ (7.881.547 δρχ) και του κοινοποίησε το σχετικό γραμμάτιο, υποστηρίζοντας έτσι ότι εξόφλησε την οφειλή, όπως θα διαμορφώνονταν μετά την αφαίρεση των ανωτέρω παρακρατήσεων. Η προσφορά όμως αυτή δεν ήταν προσήκουσα. Επομένως ο ενάγων δεν κατέστη ως δανειστής υπερήμερος (άρθρο 349 ΑΚ) και γι' αυτό δεν δικαιούταν σε δημόσια κατάθεση (άρθρο 427 ΑΚ). Και δεν ήταν προσήκουσα διότι δεν αρκούσε μόνο η προς τον ενάγοντα καταβολή του (μετ' αφαίρεση των παρακρατήσεων) ποσού, αλλά και η σύγχρονη καταβολή των παρακρατητέων ποσών στους δικαιούχους αυτών, δηλαδή στον ΟΑΕΔ, στο ΙΚΑ και στο Δημόσιο, έτσι ώστε ο ενάγων να απαλλαγεί συγχρόνως από την προς τα νομικά αυτά πρόσωπα αντίστοιχη υποχρέωσή του για την καταβολή των οφειλομένων ποσών που αυτόν βάρυναν, έστω και αν έπρεπε να παρακρατηθούν από τον εργοδότη. Τέτοια όμως καταβολή δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε η πρώτη εναγομένη. Γι' αυτό ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με τον τρόπο αυτό προέβη στην εξόφληση της απαίτησης, για την οποία επιδιώκει διάρρηξη, και συνεπώς ο ενάγων δεν έχει πλέον την ιδιότητα του δανειστή, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...>>. Ενόψει των ανωτέρω, και μετά την απόρριψη των υπολοίπων ισχυρισμών των εναγομένων, έκρινε το Εφετείο, ότι πρέπει να διαρρηχθούν εν μέρει οι προαναφερόμενες απαλλοτριώσεις και συγκεκριμένα ως προς την μεταβίβαση του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου της παραπάνω πολυκατοικίας, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντος, που επιδικάσθηκε σ' αυτόν με την προρρηθείσα τελεσίδικη απόφαση. Ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των εναγομένων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, είχαν γίνει δεκτά τα ίδια. Όμως, με το να κρίνει το Εφετείο, ότι η προσφορά του ποσού των 23.130 ευρώ, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, που αφορούσε το επιδικασθέν τελεσιδίκως στον ενάγοντα, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα ποσό, μετά την αφαίρεση των υπέρ τρίτων παρακρατήσεων για επιδόματα ανεργίας, ασφαλιστικών εισφορών και φόρου εισοδήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσήκουσα καταβολή που επέφερε την απόσβεση της απαιτήσεως για την οποία επιδιώκετο η διάρρηξη, παραβίασε με εσφαλμένη ερνηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 416,427,431,434 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1α, 24 παρ.1 του ν. 1846/1951 και 5 παρ. 3γ του ν. 3198/1955 (ΙΚΑ), 36 παρ. 9 ν. 1846/1951 και 31 ν.δ. 2698/1953 (ΟΑΕΔ), 3 ν. 678/1977 (Εργατική Εστία), 46 παρ. 1 περ.δ'ν. 2238/1994, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 16 ν.2579/1998 και 24 παρ. 1 περ. γ'και 54 παρ. 5 ν. 2238/1994 (φόρος μισθωτών υπηρεσιών), με τις οποίες προβλέπονται οι άνω παρακρατήσεις καθώς και οι δεσμεύσεις και κυρώσεις του εργοδότη για την απόδοσή τους, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ενστάσεως της ενάγουσας περί αποσβέσεως της απαίτησης του ενάγοντος, ο οποίος κατέστη υπερήμερος δανειστής, μετά την προσήκουσα προσφορά της, ώστε να καταστεί δεκτική δημόσιας κατάθεσης. Περαιτέρω δε με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι δεν επήλθε απόσβεση της απορρέουσας από την υπ' αριθ. 3171/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απαίτηση του ενάγοντος, διότι δεν έγινε προσφορά και ως προς τις ως άνω παρακρατούμενες από τον εργοδότη ασφαλιστικές εισφορές, επιδόματα ανεργίας και φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, και ότι ενόψει αυτού έπρεπε να διαρρηχθούν οι προαναφερόμενες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντος από την πιο πάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση, απορρίπτοντας ακολούθως την έφεση των εναγομένων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 943 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε, αφού, κατά τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες τοιαύτες, με τις οποίες προβλέπονται οι εν λόγω παρακρατήσεις, η απαίτηση που ήταν αποκαταστατέα με τη διάρρηξη, εξαντλείτο στο κεφάλαιο και στους τόκους που επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα, ως προς τα οποία αποσβέσθηκε η απαίτησή του, όχι δε και τα ως άνω παρακρατούμενα υπέρ τρίτων ποσά και των τόκων που αναλογούσαν σ' αυτά, των οποίων δεν ήταν δικαιούχος. Επομένως, ο πρώτος (Α) λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο - δεύτερο σκέλος - , δεύτερο, τέταρτο και έκτο μέρος του (υπό στοιχ.2α -δεύτερο σκέλος-, 2β, 2δ, 2στ), αληθώς όλοι, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 53/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ