113/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/1999 μη οριστική, 42/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated113/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δε το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.
Full text
Απόφαση 113 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλα Βιτάλη.
Του αναιρεσίβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσιά του Ευφροσύνη Μπερνικόλα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/1999 μη οριστική, 42/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 7-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αριθ. 1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ.1α') προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.
ΑΠ 24/92). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο και έκτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ενάγων και ήδη αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, που έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους κυριότητας αυτού και των δικαιοπαρόχων του, αλλά ανέκαθεν αποτελεί τμήμα του υπάρχοντος στη περιοχή αυτού αιγιαλού, παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση:
α) με το ζήτημα του τρόπου σχηματισμού του αιγιαλού και των στοιχείων που είναι καθοριστικά για το σχηματισμό και την οριοθέτηση του αιγιαλού β) με τις επικληθείσες από αυτόν απόψεις της νομολογίας και της θεωρίας ως προς τα ζητήματα των απαιτουμένων από το νόμο προϋποθέσεων για τη δημιουργία αιγιαλού και παραλίας, σεβασμού της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και αντίθεσης των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 του α.ν. 2344/1940 στα άρθρα 17 και 20 του Συντάγματος, κατά το μέρος που οι διατάξεις αυτές του άνω α.ν.
προβλέπουν την απόσβεση ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων και τη στέρηση της ιδιοκτησίας γ) με "τη δήθεν συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση της περιουσίας του (επιδίκου ακινήτου), λόγω διοικητικού καθορισμού των ορίων του αιγιαλού στον όρμο ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, η οποία, όμως, απαλλοτρίωση είναι ανυπόστατη, λόγω μη προηγούμενης κλήτευσης αυτού να εκθέσει ως προς το σχετικό ζήτημα της απόψεις του, άλλως έχει αρθεί, λόγω μη καθορισμού και καταβολής της οφειλόμενης για το επίδικο αποζημίωσης".
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, και κατά τις δύο αιτιάσεις τους, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που επικαλείται ο αναιρεσείων και ποιά η επίδραση αυτών στο διατακτικό της απόφασης δεν προσδιορίζονται σαφώς τα διδάγματα κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε αναφέρονται με πληρότητα, παρά τελείως αποσπασματικά, οι σχετικές με τα ως άνω ζητήματα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, αλλ' ούτε και καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, πέμπτο, έβδομο και ένατο, μέρος πρώτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 1, 17 και 19 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά και αντιφατικές διατάξεις, σε σχέση με το ζήτημα της μη απόκτησης από αυτόν κυριότητας με τους αναφερόμενους τίτλους αυτού και των δικαιοπαρόχων του, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε α) "ότι από το υπ' αριθμ. ...
διανεμητήριο συμβόλαιο, το υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο, το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο, την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο προκύπτει ότι τα υπάρχοντα επί του ακινήτου κτίσματα οικοδομήθηκαν, το μεν καφενείο μεταξύ των ετών 1919 και 1954, δεδομένου ότι αν υπήρχε προηγουμένως σίγουρα θα αναφερόταν στους τίτλους, η δε επίδικη βεράντα, όπως έχει ήδη σημειωθεί, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1945 και 1960" και β) "ότι οι μάρτυρες απόδειξης (του Δημοσίου) παρέχουν πλήρη πίστη στο δικαστήριο εκείνο και ότι οι δικοί του μάρτυρες κατέθεσαν μη πειστικώς.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τέλος ο ένατος λόγος με τον οποίο, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων προβάλλει και την αιτίαση ότι το Εφετείο για τους λόγους που αναφέρει στον αναιρετήριο, παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ με το να μη κρίνει καταχρηστική τη συμπεριφορά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δημοσίου που αμφισβητεί την κυριότητα του στο επίδικο είναι επίσης απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, βάση από το άρθρο 281 ΑΚ δεν περιέχεται σ' αυτήν (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους όγδοο και ένατο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της κυριότητας αυτού και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα τις αναφερόμενες τέσσερις φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, που λήφθηκαν το έτος 1927, και τους πιο κάτω αναφερόμενους τίτλους κυριότητας, που μεταγράφηκαν όλοι νόμιμα, ήτοι α) το υπ' αριθμ. ...
διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Μακρυωνίτου, β) το υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Χρήστου Βιτάλη, γ) το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σωκράτη Ανδρούτσου, δ) την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σύρου Μάρκο Προβελεγγίου ε) το υπ' αριθμ. ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Σύρου, στ) το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γεωργίου Αθανασούλια, ζ) το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Ερμούπολης και η) την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μαξίμου Ταλασλή.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου χώρου, και από την ειδική μνεία σ' αυτήν των παραπάνω αναφερομένων τεσσάρων πρώτων συμβολαίων, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και φωτογραφίες.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10-10-2000 εγγράφου της Υδρογραφικής υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, αφού δέχθηκε ότι "από αυτό προκύπτει η ταύτιση του διοικητικού καθορισμού του αιγιαλού με το φυσικό αιγιαλό", ενώ με το έγγραφο αυτό η ως άνω Υπηρεσία του Δημοσίου ομολογεί "ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρέχεται και δεν κατακλύζεται από το μέγιστο συνηθισμένο χειμέριο κύμα σε κατάσταση νηνεμίας της θάλασσας, αλλά βρέχεται μόνον όταν συντρέχουν έκτακτα και σπάνια καιρικά φαινόμενα και μάλιστα αθροιστικά".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν με πληρότητα το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα από αυτόν με λόγο της έφεσής του ισχυρισμό, ότι η Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού με το ως άνω έγγραφό της ομολογεί "ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρέχεται και δεν κατακλύζεται από το μέγιστο συνηθισμένο χειμέριο κύμα σε κατάσταση νηνεμίας της θάλασσας, αλλά βρέχεται μόνον όταν συντρέχουν έκτακτα και σπάνια καιρικά φαινόμενα και μάλιστα αθροιστικά", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης του εναγομένου Δημοσίου περί του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος του αιγιαλού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 145/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ