Legislator Case Law & Legislation
113/2008 AI generated

113/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 113/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

113/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σελ. α' 4ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 113 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Πετσάλας.

Του αναιρεσιβλήτου: ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Μαθιουδάκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.12.1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5045/1997 και 3334/2002, προδικαστικές, 2972/2005, οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 3346/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8.9.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 23.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 16-12-1996 έκθεση ιατρικής εξέτασης της εταιρείας ιατρικών συμβούλων με την επωνυμία "ΙΑΣ Ε.Π.Ε." που υπογράφεται από τον Χειρούργο Ορθοπεδικό ....... Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, προκειμένου η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία να αποδείξει τη βασιμότητα της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου για την καταβολή των προβλεπομένων ασφαλιστικών παροχών, από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης του εγκεφαλικού επεισοδίου, ως τέτοιου νοουμένου κάθε αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, το οποίο δίδει μόνιμα νευρολογικά σημεία, τα οποία διαρκούν περισσότερο από 24 ώρες, επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε με τις ίδιες προτάσεις της στο Εφετείο, το πιο πάνω έγγραφο, για να καταδείξει την ανυπαρξία πρόκλησης εγκεφαλικού επεισοδίου στον αναιρεσίβλητο ασφαλισμένο της, στον οποίο κατά το πιο πάνω έγγραφο αποδιδόταν από το συντάκτη του ιατρό ψυχική ασθένεια, λόγω της χορήγησης φαρμάκων Seropram και Anafranil, και των αρνητικών εργαστηριακών εξετάσεων για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα για την πρόκληση του ένδικου εγκεφαλικού επεισοδίου στον αναιρεσίβλητο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, και από όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, παρά την ειδική μνεία πολλών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (ιατρικές γνωματεύσεις και ιατρικές εξετάσεις και δύο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε δύο φορές από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο, καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο αναιρεσίβλητος.

Ειδικά δε για τον πιο πάνω αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (απουσία παθολογικών ευρημάτων στις εξειδικευμένες εργασιακές εξετάσεις, και θεραπεία με ψυχιατρικά φάρμακα SEROPRAM και ANAFRANIL στο θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ") και των όσων προέκυπταν από το πιο πάνω έγγραφο της αναιρεσείουσας, τα έλαβε υπόψη του η προσβαλλόμενη απόφαση και τα συνεκτίμησε, ρητά και τα απέκρουσε ειδικά για τις μνημονευόμενες δύο εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε δύο φορές από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ.

σελ. α' 4ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura nouit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ολ.

Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα σημεία εκείνα που αφορούν: α) τη μή απεικονιστική διάγνωση του σοβαρού εγκεφαλικού επεισοδίου του αναιρεσείοντος στις αξονικές-μαγνητικές τοπογραφίες τόσο μετά το συμβάν, όσο και αργότερα, β) τη συνεκτίμηση των δύο δικαστικών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και των αντιστοίχων εκθέσεων των τεχνικών της συμβούλων, και τα πορίσματα και τις διατυπώσεις κάθε μίας από αυτές.

Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη, και για τη μη εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται αιτιολογίες ή οι παρατιθέμενες αιτιολογίες είναι αντιφατικές. Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει λόγω της αοριστίας του, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Αλλά και από το γεγονός ότι με τον πιο πάνω λόγο, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεξε η ασφαλιστική περίπτωση του σοβαρού εγκεφαλικού επεισοδίου του αναιρεσίβλητου, πλήττοντας έτσι την αντίθετη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ο ίδιος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν θεμελιώνεται παραδεκτά αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αιτιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Εξ άλλου, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (Κ.Πολ.Δ. 562 παρ. 2).

Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη πράγματι σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεσή της, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και οι δύο εκθέσεις των δικαστικών πραγματογνωμόνων ιατρών, και των τεχνικών συμβούλων ιατρών της αναιρεσείουσας.

Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου ......, δεχόμενο αν ακριβώς ότι: "ο ιατρός αυτός δέχεται ότι στην οξεία φάση του εγκεφαλικού υπάρχει πιθανότητα 5-10% να μη είναι απεικονιστικώς διαγνώσιμο", ενώ ο ίδιος ιατρός αναφέρει στην ίδια έκθεσή του ότι: "στην πρώτη (οξεία) φάση κάθε εγκεφαλικό είναι επακριβώς τούτο διαγνώσιμο κατά 90 έως 95%", και "δεν αναφέρεται σε πλήρη αδυναμία διάγνωσης κατά 5-10% στην οξεία φάση του εγκεφαλικού, αλλά στην ακρίβεια ανίχνευσης κάθε εγκεφαλικού".

Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη στις 26-3-1996 αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που έδωσε μόνιμα νευρολογικά σημεία που διήρκεσαν περισσότερο από 24 ώρες.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με το να μη διατυπώνεται παραδεκτός λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη, πλήττεται πλέον η αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

IV.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυσης ή παρακώλυσης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν όμως αυτοτελείς ισχυρισμούς με την έννοια που προαναφέρθηκε.

Δεν αποτελούν όμως, "πράγματα", και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη μεταξύ άλλων, οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές, ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 3/1997 Ελλ.Δ/νη 1996 σελ. 539 και 1573/2006 Ελλ.Δ/νη 2007 σελ. 126 και 772). Επίσης, δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος αναίρεσης όταν ο ισχυρισμός απορρίπτεται: 1) ρητά και ως ουσιαστικά αβάσιμος ή 2) εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς τον ισχυρισμό. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το τρίτο μέρος του), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 περ.

β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "και μόνο το ιατρικώς βεβαιούμενο ότι η ημιπληγία εξ εγκεφαλικού δεν αποκαθίσταται, έδει να είχε οδηγήσει την εκκαλουμένη εις την απόρριψη της αγωγής καθόσον ο αντίδικος ώφειλε ν' αποδείξει ότι μόνο εξ εγκεφαλικού υπέστη την ημιπληγία και την εκ ταύτης ανικανότητα προς εργασίαν", δηλαδή προέβαλε τον ισχυρισμό με την έφεση ότι: "είναι ιατρικώς αδύνατο ο έχων ημιπληγία εγκατεστημένη πέραν του έτους να καθίσταται μετά ταύτα υγιής, εκτός από μία μικρά βελτίωση, εάν είχε υποβληθεί σε φυσικοθεραπεία".

Η αναφορά όμως των πιο πάνω περιστατικών όταν έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε όχι για τη θεμελίωση αυτοτελούς ισχυρισμούς για την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για να αποκρουσθεί ο βασικός αγωγικός ισχυρισμός του αναιρσίβλητου ότι υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο που έδωσε ακρολογικά σημεία που διήρκεσαν περισσότερο από 24 ώρες.

Επομένως, ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2006 αίτηση της "Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3346/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ