113/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5422/2000 μη οριστική, 1057/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Μαρτίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated113/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, τα πιο πάνω είδη παιχνιδιών φορτώθηκαν για να μεταφερθούν οδικώς στο Μίνσκ Λευκορωσίας στο ... φορτηγό αυτοκίνητο. Ότι, ο ενάγων, με το 977090/1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε στην εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία τα άνω παιχνίδια, κατά το χρόνο μεταφοράς τους από την Καρδίτσα στη Ρωσία, η δε ασφάλιση αυτή κάλυπτε, μέχρι του ποσού των 260.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ζημίες από τους αναφερόμενους στο ασφαλιστήριο κινδύνους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 113 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 113/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βασιλειάδου-Παχούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5422/2000 μη οριστική, 1057/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Μαρτίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της από 1-12-1998 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο πρώτος, επικαλούμενος ότι ασφάλισε στην τελευταία τα αναφερόμενα σ αυτή μηχανήματα κατά παντός κινδύνου κατά το χρόνο μεταφοράς τους οδικώς από την Καρδίτσα στη Ρωσία και ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, αφού στο μεταφέρον τα μηχανήματα αυτά φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τη διέλευσή του από τη Βουλγαρία, εκδηλώθηκε πυρκαγιά που κατέστρεψε το αυτοκίνητο αυτό και τα μηχανήματα, εζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και καταβάλει το αναφερόμενο ασφάλισμα, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Ότι, ο ενάγων (αναιρεσείων), που διατηρούσε στην Καρδίτσα επιχείρηση ενοικίασης, εμπορίας και επισκευής ηλεκτρονικών παιχνιδιών, συνεννοήθηκε να εξαγάγει και να πωλήσει 100 τεμάχια τέτοιων παιχνιδιών στην αναφερόμενη εταιρία, που ήταν εγκατεστημένη στο Μίνσκ Λευκορωσίας. Ότι, για την πώληση των άνω ειδών εκδόθηκε από τον ενάγοντα το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τιμολόγιο.
Ότι, τα πιο πάνω είδη παιχνιδιών φορτώθηκαν για να μεταφερθούν οδικώς στο Μίνσκ Λευκορωσίας στο ... φορτηγό αυτοκίνητο. Ότι, ο ενάγων, με το 977090/1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε στην εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία τα άνω παιχνίδια, κατά το χρόνο μεταφοράς τους από την Καρδίτσα στη Ρωσία, η δε ασφάλιση αυτή κάλυπτε, μέχρι του ποσού των 260.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ζημίες από τους αναφερόμενους στο ασφαλιστήριο κινδύνους.
Ότι, με το άρθρο 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου οριζόταν ότι, με ποινή την έκπτωση των δικαιωμάτων του από την ασφάλιση, είχε υποχρέωση ο ασφαλισμένος να πάρει όλα τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για να διατηρήσει τα δικαιώματά του απέναντι σε κάθε τρίτο υπεύθυνο για τη ζημία και ιδιαίτερα να κάνει εμπρόθεσμα αγωγή κατά του μεταφορέα που να βασίζεται στη σύμβαση μεταφοράς.
Ότι, ο όρος αυτός δέσμευε τον ενάγοντα, αφού αναφέρονταν στο ασφαλιστήριο ότι η σύμβαση διεπόταν από γενικούς και ειδικούς όρους και παραδόθηκε σ αυτόν (ενάγοντα) το ασφαλιστήριο μαζί με τους γενικούς και λοιπούς όρους ασφαλίσεως από τους οποίους ρυθμιζόταν η άνω σύμβαση και ο ενάγων έλαβε γνώση των όρων αυτών και δεν τους απέκρουσε εντός της οριζόμενης στο άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 προθεσμίας γραπτά και επομένως τους αποδέχθηκε και απέκτησαν αυτοί συμβατική ισχύ.
Ότι, ο παραπάνω όρος, περιεχόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 7 του άνω νόμου (2496/1997), με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση.
Ότι, δεν υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, κατά το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 2251/1994, οι κατ' επάγγελμα ασχολούμενοι με τις ειδικές συναλλαγές στις οποίες ανήκει η προμήθεια αγαθού, ούτε εφαρμόζεται ο νόμος αυτός (2251/1994) στις συμβάσεις μεταξύ εμπόρων, όπως αμφότεροι οι διάδικοι, στα πλαίσια των εμπορικών τους δραστηριοτήτων.
Και ότι ο ενάγων δεν έλαβε όλα τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για να διατηρήσει τα δικαιώματά του απέναντι σε κάθε τρίτο υπεύθυνο για τη ζημία με την άσκηση όπως επιβαλλόταν της άνω από τη σύμβαση μεταφοράς αγωγής κατά του μεταφορέα, με συνέπεια την έκπτωση από τα δικαιώματά του από την ασφάλιση κατά της εναγομένης, όπως επιτρεπτώς είχε συμφωνηθεί με το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμο, στηριζόμενο στα άρθρα 361 Α.Κ., 7 παρ. 6 και 14 παρ. 4 του Ν. 2496/1997 και στο άρθρο 15 των γενικών όρων του άνω ασφαλιστηρίου και ουσιαστικά βάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 2496/1997 και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά. Οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά" διαγράφηκαν με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και η διαγραφή αυτή αρχίζει από 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001.
Επομένως, στην προκείμενη υπόθεση, που η πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, όπως από την επισκόπηση της πρωτόδικης 5422/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει, έγινε στις 2-2-2000, το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ισχύει με την προσθήκη των άνω λέξεων, ήτοι όπως ίσχυε πριν από τον Ν. 2915/2001, σύμφωνα με το άρθρο 22 αυτού.
Επίσης, στην προκείμενη υπόθεση, για τον ίδιο λόγο, ήτοι διότι η πρώτη συζήτησή της έγινε στις 2-2-2000, το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ. ισχύει όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού (Α.Π. 173/2005).Σύμφωνα με το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από το Ν. 2915/2001, η συζήτηση ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων είναι προφορική, εκτός από τη συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 226 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή στην περίπτωση που ο Πρόεδρος με πράξη του όρισε ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 του ίδιου Κώδικα.
Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο, που έκρινε νόμιμο τον προαναφερθέντα (στο άρθρο 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στηριζόμενο) ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου, δεν έταξε, όπως έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 341 του Κ.Πολ.Δ. σχετική απόδειξη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.
Όμως, το περιεχόμενο του άνω όρου 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, στον οποίο στηρίζεται ο άνω ισχυρισμός, αποδεικνυόταν από το προσκομισθέν με επίκληση ασφαλιστήριο με τους γενικούς του όρους, η δε περαιτέρω κρίση επί του νομίμου ή όχι του ισχυρισμού αυτού ανήκε στο Εφετείο και δεν απαιτείτο να ταχθεί σχετική απόδειξη.
Επομένως, δεν χρειαζόταν το Εφετείο να τάξει απόδειξη για τον άνω ισχυρισμό, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 341 παρ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενο στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας η πρώτη συζήτηση έγινε στις 2-2-2000, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο Πρόεδρος, με πράξη του επ αυτής όρισε ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο αυτό (341), το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2915/2001 και η κατάργηση αυτή άρχισε από 1-1-2002, κατ άρθρο 15 του Ν. 2943/2001, αν δεν υπάρχει περίπτωση να διεξαχθεί απόδειξη με αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, μάρτυρες ή εξέταση διαδίκων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο εκδίδει αμέσως οριστική απόφαση, με βάση τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προαποδεικτικά.
Κατά ταύτα, το Εφετείο, που δεν έταξε απόδειξη για τον άνω ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1760/2005).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο, αφού ο ισχυρισμός αυτός (μη νόμιμος ή αόριστος) είναι επουσιώδης, αφού δεν έχει επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραδεκτά πρόβαλε με τις προτάσεις του τους ισχυρισμούς 1) ότι δεν διάβασε τον όρο που περιέχεται στο άνω άρθρο 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, 2) ότι δεν υπέγραψε τον στο άρθρο αυτό περιεχόμενο όρο και 3) ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) παραιτήθηκε από τον όρο αυτό.
Εξ αυτών, οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί είναι μη νόμιμοι, αφού, κατά τις προαναφερθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, μαζί με τους γενικούς και λοιπούς όρους ασφαλίσεως (μεταξύ των οποίων ο ως άνω επίμαχος όρος), των οποίων έλαβε γνώση ο ενάγων (αναιρεσείων) και, εφόσον δεν τους απέκρουσε εντός της άνω προθεσμίας, τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν οι όροι αυτοί (και ο επίμαχος) συμβατική ισχύ.
Ο τρίτος ισχυρισμός (περί παραιτήσεως της εναγομένης από τον όρο αυτό), όπως προβλήθηκε, χωρίς να αναφέρεται σ αυτόν πότε ακριβώς και με ποιο τρόπο παραιτήθηκε η εναγομένη από τον όρο αυτό, ήταν αόριστος. Επομένως οι άνω τρείς ισχυρισμοί, ως μη νόμιμοι (οι δύο πρώτοι) και ως αόριστος (ο τρίτος) δεν συνιστούσαν, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, "πράγματα" και εκ του ότι το Εφετείο παρέλειψε να τους λάβει υπόψη και να απαντήσει σ αυτούς, δεν ιδρύεται ο άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως και ο αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 4245/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ