113/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated113/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτου, η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 113 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 113/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Γ. Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δήμα.
Της αναιρεσίβλητης : Κοινοπραξίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΓΧΩΡΙΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.)" ΣΥΝ.ΠΕ. που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990. Εκπροσωπείται νόμιμα από ειδική εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 19/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 646/1999 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 13 Νοεμβρίου 2000 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), ο δικηγόρος, ενόψει της φύσεως της σχέσεως αυτού μετά του εντολέως του, που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβή για εργασίες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και πολύ περισσότερο γι' αυτές που ενήργησε χωρίς οποιαδήποτε εντολή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983 "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων", όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν. 1882/1990, 46 Ν. 1892/1990, 31 Ν. 1947/1991 και 14 Ν. 2000/1991, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.
Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτου, η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε.
ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στις πράξεις διοίκησης, για τις οποίες δεν νομιμοποιείται το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου που ορίζει εκκαθαριστή, περιλαμβάνονται όλες οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που αφορούν την περιουσία της επιχείρησης, εκτός φυσικά των εξαιρουμένων ρητώς περιπτώσεων, δηλαδή των ενεργειών του εκκαθαριστή που στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτη.
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την υπαγωγή της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση επέρχεται λύση των συμβάσεων, οι οποίες προϋποθέτουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των συμβαλλομένων ή τις προσωπικές ικανότητες του ενός από αυτούς, τέτοια δε σύμβαση, προδήλως, είναι και η σύμβαση εντολής που συνάπτεται με δικηγόρο για την ενέργεια δικαστικών ή εξώδικων εργασιών.
Αλλωστε, η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου, όπως και της συμβάσεως εργασίας, στην περίπτωση υπαγωγής της επιχείρησης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, προβλέπεται ρητώς από το νόμο (άρθρ. 45 του Ν. 2721/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη Κοινοπραξία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, που λειτουργεί με τη μορφή ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχώριων Προϊόντων" (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.), τέθηκε, ως προβληματική επιχείρηση, υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του Ν. 1892/1090, δυνάμει της υπ' αριθ. 2695/31-5-1993 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ενώ με την ίδια απόφαση διορίσθηκε ως εκκαθαρίστρια η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία , από της δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως του Εφετείου (31-5-1993), περιήλθε αποκλειστικά, σύμφωνα με το αρθρ. 9 Ν. 1386/1983, η διοίκηση, η διαχείριση και η (δικαστική και εξώδικη) εκπροσώπηση της ανωτέρω επιχείρησης.
Έτσι, η δικαστική διαχείριση των υποθέσεων της εναγομένης περιήλθε στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εκκαθαρίστριας Αγροτικής Τράπεζας, που επιμελούνταν έκτοτε αυτών με τους εντεταγμένους στον Οργανισμό της Τράπεζας ή τους επί συμβάσει δικηγόρους της. Πριν η εναγομένη τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση ανέθεσε, κατά μήνα Δεκέμβριο του 1991, στον ενάγοντα δικηγόρο Κορίνθου, με τηλεφωνική εντολή από την Κεντρική Υπηρεσία της και με την αποστολή προς αυτόν των σχετικών δικογράφων που είχαν κοινοποιηθεί σ' αυτήν (εναγομένη), το χειρισμό των υποθέσεών της στην περιφέρεια του οικείου Πρωτοδικείου.
Την ίδια εντολή επανέλαβαν και οι Γεώργιος Παπακωνσταντίνου και Γεωργιος Τρομπούκης, δικηγόροι επί παγία αντιμισθία της εναγομένης, οι οποίοι είχαν την εντολή για τη διεκπεραίωση όλων των δικών αυτής και των νομικών εν γένει υποθέσεών της, καθώς και την εξουσία να διορίζουν άλλους δικηγόρους για υποθέσεις της που εκκρεμούσαν σε Δικαστήρια εκτός Αθηνών.
Για το χρονικό διάστημα μετά την 31-5-1993, οπότε η εναγομένη τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, δεν δόθηκε εντολή στον ενάγοντα προς διεκπεραίωση νομικής φύσεως υποθέσεών της από την εκκαθαρίστρια Αγροτική Τράπεζα. Άλλωστε ούτε και ο ενάγων επικαλείται συγκεκριμένη σχετική εντολή από την εκκαθαρίστρια Τράπεζα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι μεταξύ των εργασιών που διεκπεραίωσε ο ενάγων, περιλαμβάνονται και ορισμένες που έγιναν χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη εντολή από την εκκαθαρίστρια, στην οποία είχε περιέλθει η δικαστική διαχείριση των υποθέσεων της εναγομένης, και συγκεκριμένα: α) Παράσταση και κατάθεση προτάσεων στις 10-11-1993 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά τη συζήτηση εφέσεως κατά της υπ'αριθ. 197/1992 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως της εναγομένης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", β) παράσταση και κατάθεση προτάσεων στις 3-11-1993 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά τη συζήτηση της από 12-2-1992 αγωγής της ανώνυμης εταιρείας "...." κατά της εναγομένης, και γ) παραστάσεις κατά τις δικασίμους 27-10-1993, 24-11-1993 και 12-11-1994 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση της ανακοπής της εναγομένης κατά των ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία "Πρ.
Α.Ε. Γενικών Αποθηκών Ελλάδος" και "....". Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται την αμοιβή που αντιστοιχεί στις προαναφερόμενες εργασίες (2.145.000 δρχ.), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μετά την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης υπό ειδική εκκαθάριση και χωρίς την εντολή της ειδικής εκκαθαρίστριας, κατά παραδοχή δε σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε τα αντίθετα και απέρριψε το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις καθώς και εκείνες των άρθρων 46, και 46α του Ν. 1386/1983, του άρθρ. 14 του Ν. 2000/1991, και 38, 39, 46 και 49 του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
O ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, διότι το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε εντολή από την εκκαθαρίστρια της αναιρεσίβλητης Αγροτική Τράπεζα προς διεκπεραίωση των επίμαχων υποθέσεων, ενώ δέχθηκε ότι η σχετική εντολή είχε δοθεί σ' αυτόν και από τον επί παγία αντιμισθία δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Γεώργιο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος διατηρήθηκε ως δικηγόρος επί παγία αντιμισθία των διορισμένων από την άνω Τράπεζα εκκαθαριστών και δια του οποίου οι τελευταίοι επιμελούντο των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, όπως συνέβη και με τις υποθέσεις που ανατέθηκαν στον αναιρεσείοντα.
Οι προβαλλόμενοι όμως με τον παραπάνω λόγο της αναιρέσεως ισχυρισμοί στηρίζονται σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο ανωτέρω επί παγία αντιμισθία δικηγόρος της αναιρεσίβλητης διατηρήθηκε και ως δικηγόρος της εκκαθαρίστριας, ούτε ότι έδωσε μετά την 31-5-93 σχετική εντολή στον αναιρεσείοντα, ενεργώντας για λογαριασμό της εκκαθαρίστριας.
Σημειώνεται ότι οι ως άνω ισχυρισμοί και οι παρατιθέμενοι εν εκτάσει στο αναιρετήριο λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη σχετικής εντολής και από τα όργανα της εκκαθαρίστριας και σε κάθε περίπτωση για την έγκριση από αυτά των προαναφερόμενων δικαστικών ενεργειών του δεν στοιχειοθετούν τον προβαλλόμενο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη από το λόγο αυτό παραβίαση των εφαρμοστέων διατάξεων εξετάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση -της κατ' ουσίαν απορρίψεως των επίμαχων αμοιβών- μόνο με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ή την γενόμενη από αυτόν εκτίμηση των αποδείξεων.
Eξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, και συνεπώς ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 129 του Ν.Δ. "περί του Κώδικος των δικηγόρων", το ελάχιστον όριο αμοιβής για τη σύνταξη αναγγελίας προς το συμβολαιογράφο, είναι 40 δρχ.
Με το άρθρο 99 του ίδιου Κώδικα το ανωτέρω ποσό πολλαπλασιάζεται με συντελεστή που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με την ισχύουσα 12398/9-2-1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 131/21-2-1989 τεύχος Β', ορίστηκε ο συντελεστής υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών σε 140 μονάδες και συνεπώς το ανωτέρω ποσό των 40 δραχμών, σε πραγματικές δραχμές , αντιστοιχεί σε 5.600 δραχμές.
Υπέρβαση του ποσού αυτού είναι δυνατή κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υποθέσεως που διεκπεραίωσε ο δικηγόρος, το χρόνο που κατανάλωσε, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ιδιάζουσες περιστάσεις και τις εν γένει καταβληθείσες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ότι στις 8-12-1992 διενεργήθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Ιωάννη Τζελέπη πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "....", που επέσπευσε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ότι ενάγων, κατόπιν σχετικής εντολής της εναγομένης ΚΥΔΕΠ, συνέταξε και υπέγραψε την από 9-12-1992 αναγγελία της προκειμένου να καταταχθεί προνομιακώς στον πίνακα κατατάξεως για το ποσό των 444.586.735 δραχμών.
Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη της προαναφερόμενης αναγγελίας προσδιορίζεται με βάση το πάγιο ποσό που καθορίζεται από το άρθρο 129 του Κώδικα Δικηγόρων και όχι σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς κατά το άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, στη συνέχεια δε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα αμοιβή σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αναγγελίας και δέχτηκε κατά το αντίστοιχο μέρος την αγωγή για ποσό 100.000 δραχμών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι πράγματι για την αναγγελία στην οποία προέβη ο αναιρεσείων ενώπιον του συμβολαιογράφου, ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, δικαιούται την οριζόμενη ειδικά για την εργασία αυτή στο άρθρο 129 του Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή και όχι την αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη της κυρίας αγωγής, που είναι διαφορετική εργασία.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από από 13-11-2000 αίτηση του Γ. Δ. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 646/1999 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2005.
O ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ