Legislator Case Law & Legislation
1139/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company judgment, upholding lower court's rejection of evidence as inadmissible.

Case Number 1139/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the bus company and insurance association against the single-member court of appeal. The appellants argued that certain documents were relevant evidence, but the lower court had already rejected these claims as substantively unfounded. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible regarding most parties and dismissed the remaining arguments as baseless, ordering the costs to be borne by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal as inadmissible if the contested lower court decision has already substantively rejected the appellant's evidence claims without proper examination, and dismiss further arguments as baseless when no other grounds for review exist.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive rejection evidence admissibility costs allocation single-member court insurance liability procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1139/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ" και το δ.τ. "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ", που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής (θέση Λούκι) και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δημόσιας Χρήσης Μετόχων ΚΤΕΛ Ν. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΣΥΝ. Π.Ε., που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. (Σ.) Α. του Ε., χας Ε. Μ., κατοίκου ..., για την ίδια ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α. Ά. Μ. του Ε. και β. Κ. Μ. του Ε., 2) Μ. Μ. του Ε., 3) Κ. συζ. Μ. Μ., 4) Α. Μ. του Μ., κατοίκων …., 5) Ε. Α. του Β., 6) Ε. συζ. Ε. Α., κατοίκων ..., 7) M. A. A. του A. R., κατοίκου Θεσσαλονίκης και ήδη αγνώστου διαμονής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 8) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2014 αγωγή των ήδη 1ης έως και 6ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-5-2014 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 25-2-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 8ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3481/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2018 αίτησή τους και τους από 10-9-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 8η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες Α) υπ` αριθμ. 4182/23-10-2018 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., υπ' αρ. 7010Β, 7011Β, 7012 Β/25-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Σ., υπ' αρ. 4183/23-10-2018 και 4184/23-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.

Κ., υπ' αρ. 7587/25-10-2018 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Φ. Σ., σε συνδυασμό με τα υπ' αρ. 12143 και 9673/16-11-2018 φύλλα των εκδιδόμενων στην Αθήνα (αντιστοίχως) καθημερινής πρωινής οικονομικής εφημερίδας "Γενική Δημοπρασιών" και ημερήσιας πολιτικής και οικονομικής εφημερίδας "Ο ΛΟΓΟΣ" (στα οποία δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 135 ΚΠοΛΔ.

για τον αγνώστου διαμονής 7ο αναιρεσίβλητο) Β) υπ` αριθμ. Ε' 5823/16-09-2019 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Λ., υπ' αρ. Γ' 6118,6120,6119/16-09-2019 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Λ., υπ' αρ. Ε' 5822, 5824/16-09-2019 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε.

Λ., υπ' αρ. 40105/ 12-09-2019 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Δ. , σε συνδυασμό με τα υπ' αρ. 12347 και 9914/13-09-2019 φύλλα των εκδιδόμενων στην Αθήνα (αντιστοίχως) καθημερινής πρωινής οικονομικής εφημερίδας " Γενική Δημοπρασιών " και ημερήσιας πολιτικής και οικονομικής εφημερίδας "Ο ΛΟΓΟΣ ", προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα (αντιστοίχως ) Α) της κρινόμενης από 20-7-2018 και με ΓΑΚ 2456/ΕΑΚ/ 211/25-07-2018 αίτησης αναιρέσεως και Β ) των κρινόμενων από 10-09-2019 και με αριθμ.

κατάθ. στον Α.Π. 77/11-09-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 18-10-2019, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη και στον ( αγνώστου διαμονής ) έβδομο των αναιρεσίβλητων δηλαδή ,αντιστοίχως, στους 1) Σ.

Α. ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Ά. Μ. του Ε.., και β ) Κ. Μ. του Ε.., 2) Μ. Μ. του Ε..,3) Κ. Μ. συζ. Μ., 4) Α. Μ. του Μ.., 5) Ε. Α. του Β.., 6) Ε. συζ. Ε. Α. και 7) στον αγνώστου διαμονής M. A. A.. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των προαναφερόμενων πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων, που έχουν κλητευθεί (ΚΠολΔ 576 § 2).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 45/2020).

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης απ` αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, για δε τους αγνώστου διαμονής 60νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 45/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009).

Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ` αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.

Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Εξάλλου, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 45/2020 ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 673 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (ΚΠολΔ 681Α όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) και στην κατ` έφεση δίκη και εφαρμόζονται εν προκειμένω (ΚΠολΔ 674 § 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 7 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 591 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Σημειωτέον ότι το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020).

Τέλος , από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 101/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (που έκρινε επί των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Α ΚΠολΔ. επ. υπ' αριθμ. 3481/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ) , αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην των προαναφερόμενων πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομου των τότε εφεσιβλήτων ( ήδη αναιρεσίβλητων ) 1) Σ. Α. ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Ά. Μ. του Ε.., και β ) Κ. Μ. του Ε.., 2) Μ. Μ. του Ε..,3) Κ. Μ. συζ. Μ., 4) Α. Μ. του Μ.., 5) Ε. Α. του Β.., 6) Ε. συζ. Ε. Α. και 7) αγνώστου διαμονής M. A. A., και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δημοσιεύθηκε δε στις 10-01-2018. Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση της αποφάσεως αυτής στους ερημοδικασθέντες 1) Σ. Α. ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Ά. Μ. του Ε.., και β ) Κ. Μ. του Ε.., 2) Μ. Μ. του Ε..,3) Κ. Μ. συζ. Μ., 4) Α. Μ. του Μ.., 5) Ε. Α. του Β.., 6) Ε. συζ. Ε. Α. και 7) αγνώστου διαμονής M. A. A.,( ήδη πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη και έβδομο των αναιρεσίβλητων), ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι τους έχει κοινοποιηθεί αυτή, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι` αυτούς, κατ` άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη ( και 60νθήμερη για τον αγνώστου διαμονής έβδομο τούτων ) προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως προς τους προαναφερόμενους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη και έβδομο των αναιρεσίβλητων, κατ` αποφάσεως που (ως προς τους ανωτέρω ) δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των προαναφερόμενων πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων, σε αντίθεση με την όγδοη των αναιρεσιβλήτων Ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", απλή ομόδικό τους, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και παραδεκτά απευθύνεται εναντίον της η αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 577 § 3).

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά των προαναφερόμενων πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων, και οι από 10-9-2019 και με αριθ. κατάθ. 77/11-09-2019 πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκαν, με ιδιαίτερο δικόγραφο, διότι για να είναι παραδεκτή η άσκηση πρόσθετων λόγων, πρέπει να έχει ασκηθεί κατά τρόπο παραδεκτό, δηλαδή εμπρόθεσμα και κατά τους νόμιμους τύπους, η κύρια αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 792/2020, ΑΠ 1236/2019, ΑΠ 786/2003, ΑΠ 247/1977 ) προϋπόθεση που, κατά τα προαναφερόμενα, δεν συντρέχει εν προκειμένω, ως προς τους προαναφερόμενους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη και έβδομο των αναιρεσίβλητων, σε αντίθεση με την όγδοη των αναιρεσιβλήτων Ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", απλή ομόδικό τους, κατά της οποίας παραδεκτά ασκήθηκαν οι από 10-9-2019 και με αριθ.

κατάθ. 77/11-09-2019 πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρα 552, 553, 569 και 577 ΚΠολΔ ). Επομένως, τα δικόγραφα αυτά, κατά το μέρος που ασκήθηκαν παραδεκτά δηλαδή κατά το μέρος που στρέφονται κατά της όγδοης των αναιρεσιβλήτων Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α) οι ενάγοντες και ήδη πρώτη, δεύτερος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος και έκτη των αναιρεσίβλητων (ως προς τους οποίους απορρίφθηκαν , αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ) άσκησαν κατά του 1ου εναγομένου ( ήδη 7ου αναιρεσίβλητου ) αγνώστου διαμονής M.

A. A., ως προς τον οποίο επίσης απορρίφθηκαν , αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ) των 2ου, 3ου, 4ης, 6ου των εναγομένων ( τώρα αναιρεσειόντων ) της 5ης των εναγομένων (ήδη 8ης των αναιρεσίβλητων Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ."), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α επ.

ΚΠολΔ ( όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) την από 21-3-2014 και με αρ. κατ. 6442/21-3-2014 κύρια αγωγή τους, ζητώντας ( όπως παραδεκτά διόρθωσαν και μετέτρεψαν εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά τους ) α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή τους για την στέρηση της διατροφής από τον αποβιώσαντα κατά το ένδικο ατύχημα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, ηλικίας 44 ετών πατέρα τους για το χρονικό διάστημα από 10-6-2012 μέχρι την 31-12-2017, καταβλητέα εφάπαξ, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, σε καθένα από τους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά , μειωμένα κατά τα αναλυτικά προσδιοριζόμενα ποσά που έκαστος των εναγόντων ( η πρώτη τούτων ατομικά αλλά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της ) επιθυμεί να διεκδικήσει ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι και το οποίο είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Ε.

Μ., γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος στην πρώτη ενάγουσα ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή τους για την στέρηση της διατροφής από τον αποβιώσαντα κατά το ένδικο ατύχημα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, ηλικίας 44 ετών πατέρα τους, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 μέχρι την αναφερόμενη στην αγωγή ενηλικίωση εκάστου τούτων, άπαντα δε τα ως άνω αιτούμενα ποσά νομιμοτόκως με τον νόμιμο τόκο επιδικίας κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα, Β) ο (ήδη δεύτερος αναιρεσείων ) Γ.

Μ. ( 3ος εναγόμενος της παραπάνω από 21-3-2014 αγωγής ) άσκησε κατά του ως άνω 1ου εναγομένου ( ήδη 7ου αναιρεσίβλητου ) αγνώστου διαμονής M. A. A. και της ( 5ης των εναγομένων της ως άνω από 21-3-2014 αγωγής και ήδη 8ης των αναιρεσίβλητων ) Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ." ), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α επ.

ΚΠολΔ ( όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) την από 20-05-2014 και με αρ. κατ. 10734/22-5-2014 κύρια αγωγή του ζητώντας ( όπως παραδεκτά μετέτρεψε σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά του) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, σε καθένα από τους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για αποζημίωσή του και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άπαντα δε τα ως άνω αιτούμενα ποσά νομιμοτόκως με τον νόμιμο τόκο επιδικίας κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα, Γ) η εναγομένη των ως άνω αγωγών και ήδη 8η των αναιρεσίβλητων Ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ." άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α επ.

ΚΠολΔ ( όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) την με αριθμ. κατάθ. 4802/25-02-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά των καθών - παρεμπιπτόντως εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία εκθέτει ότι ασκήθηκε σε βάρος της η από 21-3-2014 αγωγή, της οποίας το δικόγραφο αυτολεξεί ενσωματώνει, ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος ευθύνεται αποκλειστικά ή είναι συνυπαίτιος κατά 95% για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Ε.

Μ. και τις υλικές ζημιές των εμπλακέντων οχημάτων, σύμφωνα με τα στο δικόγραφό της αναλυτικά εκτιθέμενα, ανακοινώνει με το ως άνω δικόγραφό της την δίκη αυτή στους καθών, τους προσεπικαλεί να παρέμβουν υπέρ της και ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι ως δικονομικοί εγγυητές της υποχρεούνται να της καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος κατά ποσοστό 95% κάθε ποσό κεφαλαίου, νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης που η ως άνω ανακοινώνουσα τη δίκη, προσεπικαλούσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της από 21-3-2014 αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταβολής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών κυρίων και παρεμπίπτουσας αγωγών εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου της από 20-05-2014 και με αρ. κατ. 10734/22-5-2014 κύριας αγωγής και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η οριστική υπ` αριθμ. 3481/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, αφού κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 21-3-2014 αγωγής ως προς τον προαναφερόμενο πρώτο εναγόμενο της αγωγής αυτής, έγιναν εν μέρει δεκτές αμφότερες οι ως άνω κύριες αγωγές και η προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή , σύμφωνα με τα στην ως άνω απόφαση αναλυτικά αναφερόμενα.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι τώρα αναιρεσείοντες και προαναφερθέντες 2ος, 3ος, 4η και 6ος των εναγομένων της από 21-3-2014 και με αρ. κατ. 6442/21-3-2014 κύρια αγωγής (εκ των οποίων και ο ενάγων της προαναφερθείσας από 20-05-2014 και με αρ. κατ. 10734/22-5-2014 κύριας αγωγής ) άσκησαν κατά των τώρα αναιρεσιβλήτων εναγόντων της προαναφερθείσας από 21-3-2014 και με αρ.

κατ. 6442/21-3-2014 κύριας αγωγής, κατά των τώρα αναιρεσιβλήτων εναγομένων της ως άνω από 20-05-2014 και με αρ. κατ. 10734/22-5-2014 κύριας αγωγής και της παρεμπιπτόντως ενάγουσας της με αριθμ. κατάθ. 4802/25-02-2015 ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσας αγωγής Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ." την από 15.2.2017 και με αρ.

κατάθ. 880/2-3-2017 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 101/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας ερήμην όλων των εφεσιβλήτων πλην της όγδοης τούτων (ήδη όγδοης αναιρεσίβλητης) Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ." δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω από 15.2.2017 και με αρ.

κατάθ. 880/2-3-2017 έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. (ΑΠ 88/2019, βλ.

και ΑΠ 12/2020 ). Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018 ).

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018 ].

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018 ] Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος ή ότι τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ( ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 210/2013 ).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 88/2019, βλ.

και ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014 ). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020 ).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020 ) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός η πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο θέμα της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ., στερώντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση ( 1ος λόγος αναίρεσης ), αφετέρου η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής διάταξης του Νόμου και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (2ος λόγος αναίρεσης) σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο θέμα της συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ., στερώντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια Α) ότι ταυτοχρόνως και αντιφατικά αφενός δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ. δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό και του αποδίδει για το λόγο αυτό αμελή συμπεριφορά και κατ' επέκταση συγκλίνουσα υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφετέρου περιγράφεται σ' αυτήν ως αμελής συμπεριφορά του ως άνω οδηγού ο ενστικτώδης αποφευκτικός ελιγμός που κατά τις παραδοχές της (προσβαλλόμενης) επιχείρησε ο ίδιος και με τον οποίο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα την ένδικη θανατηφόρο σύγκρουση, Β) ότι ταυτοχρόνως και αντιφατικά δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων , οδηγός του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ. " τα έχασε ", όπως ομολογεί ο ίδιος, αποδίδοντάς του εκ του λόγου αυτού αμελή συμπεριφορά και κατ'επέκταση συγκλίνουσα υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων , οδηγός του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ.

επιχείρησε " ενστικτωδώς προς τα αριστερά ελιγμό ", ώστε καθίσταται ανέφικτος, ως εκ τούτου, ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την αμέλεια ( και συνακόλουθα την συνυπαιτιότητα ) του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, και ήδη 614 αρ. 6 ) 101/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα της αμέλειας και συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ., κυριότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγησή του, το οποίο ( λεωφορείο Κ.Τ.Ε.Λ. ) ήταν ενταγμένο στην τρίτη αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία " ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε ", που ήταν ασφαλισμένο στον τώρα τέταρτο αναιρεσείοντα Ασφαλιστικό Συνεταιρισμό Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δημόσιας Χρήσης Μετόχων ΚΤΕΛ Ν.

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΣΥΝ. ΠΕ τα εξής πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα : << Στις 9-6-2012, λίγο µετά τις 17.00', ο Σ. Α., δεύτερος εναγόµενος της πρώτης των ανωτέρω κύριων αγωγών - πρώτος παρεµπιπτόντως εναγόµενος, οδηγώντας το µε αρ. κυκλοφορίας … Δ.Χ. λεωφορείο Κ.Τ.Ε.Λ., εργοστασίου κατασκευής EVOBUS (SETRA), χρώµατος πράσινου, κυριότητας του τρίτου εναγόµενου της πρώτης κύριας αγωγής-ενάγοντος της δεύτερης αγωγής-δεύτερου παρεµπιπτόντως εναγόµενου, το οποίο ήταν ενταγµένο στην τέταρτη εναγόµενη της πρώτης κύριας αγωγής - τρίτη παρεµπιπτόντως εναγόµενη εταιρεία, προστηθείς στην οδήγηση αυτού στα πλαίσια της µεταξύ των δύο τελευταίων σύµβασης, ασφαλισµένο στον έκτο εναγόµενο της πρώτης κύριας αγωγής και τέταρτο παρεµπιπτόντως εναγόµενο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία και την κίνησή του, γεγονότα που δεν αµφισβητούνται ειδικά από τους εναγόµενους, µε αποτέλεσµα να συνάγεται οµολογία ως προς αυτά (άρθρ. 261 και 352 ΚΠολΔ), έβαινε µε ταχύτητα περίπου 80 χλµ./ώρα, όπως προκύπτει από τον προσκοµιζόµενο ταχογράφο του οχήµατος και την από 18-06-2012 έκθεση πραγµατογνωµοσύνης που διενεργήθηκε µετά από παραγγελία του τ.τ.

Ν. Μουδανιών από το Ν. Κ., εκινείτο επί της παλαιάς επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης- Νέων Μουδανιών µε κατεύθυνση από Νέα Μουδανιά προς Νέα Τρίγλια (Θεσσαλονίκη) εκτελώντας καθορισµένο δροµολόγιο της τέταρτης εναγόµενης της πρώτης κύριας αγωγής εταιρείας και πλησίαζε τον ισόπεδο οδικό κόµβο της Πορταριάς.

Η προαναφερόµενη οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους 9,30 µ. και διαθέτει µία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε ρεύµα, που διαχωρίζονται µε διπλή διαχωριστική γραµµή, η οποία διακόπτεται στο ύψος του ισόπεδου οδικού κόµβου. Ο ανωτέρω ισόπεδος οδικός κόµβος δηµιουργείται λόγω της διασταύρωσης της παλαιάς επαρχιακής οδού µε τα ρεύµατα εξόδου από τη νέα επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης- Ν.

Μουδανιών προς την παλαιά επαρχιακή οδό και εισόδου από την Π.Ε.Ο. προς τη Ν.Ε.Ο., τα οποία είναι µονόδροµοι, το ρεύµα δε εξόδου έχει οδόστρωµα πλάτους 5,20 µ., έρεισµα πλάτους 1 µ. εκατέρωθεν και στο σημείο της διασταύρωσης, οδόστρωμα πλάτους 30 μ. Το ρεύμα εξόδου από τη Ν.Ε.Ο. προς την Π.Ε.Ο. παρουσιάζει ανωφέρεια με μικρή κλίση.

Το οδόστρωμα (άσφαλτος) και στις δύο διασταυρούμενες οδούς κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν ξηρό, επικρατούσε φωτισμός ημέρας και καλοκαιρία, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή επί της Π.Ε.Ο. και αραιή επί του ρεύματος εξόδου. Η κυκλοφορία στον ισόπεδο αυτόν οδικό κόμβο ρυθμίζεται με κάθετη σήμανση και συγκεκριμένα:

α) για τα οχήματα που κινούνται επί του ρεύματος εξόδου προς την Π.Ε.Ο. υπάρχουν δύο πινακίδες Ρ-2 δεξιά και αριστερά, πινακίδα Ρ-32 ρυθμίζουσα το ανώτατο όριο ταχύτητας στα 40 χλμ/ώρα, πινακίδα Ρ-30, πινακίδες Ρ-52 και Π-79 (υποχρεωτική διέλευση είτε δεξιά είτε αριστερά) και άλλες πληροφοριακές πινακίδες, β) για τα οχήματα επί της Π.Ε.Ο.

με κατεύθυνση προς Ν. Τρίγλια υπάρχει πινακίδα Ρ-51 α (υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας εμπρός ή αριστερά) και γ) για τα οχήματα επί της Π.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς Ν. Μουδανιά υπάρχει πινακίδα Ρ-51 δ (υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας εμπρός ή δεξιά). Το όριο ταχύτητας επί της Π.Ε.Ο. ανέρχεται στα 90 χλμ/ώρα για τα επιβατηγά, ενώ για τα λεωφορεία στα 80 χλμ/ώρα.

Η ορατότητα, δε, στον ανωτέρω ισόπεδο οδικό κόμβο δεν περιορίζεται. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος των δύο κύριων αγωγών (M. Α. Α. του A. R.) οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγόμενη της πρώτης κύριας αγωγής - δεύτερη εναγόμενη της δεύτερης κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία-μόνη παριστάμενη εφεσίβλητη, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία και την κίνησή του, εισήλθε στο ρεύμα εξόδου από τη Ν.Ε.Ο.

με κατεύθυνση προς την Π.Ε.Ο. και σκοπό να εισέλθει σε αυτήν, βαίνοντας με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, περίπου 40 χλμ/ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ε. Μ.ς, οικείος των εναγόντων της πρώτης κύριας αγωγής, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο έβαινε επί της Π.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς Ν.

Μουδανιά με ταχύτητα περίπου 75 χλμ/ ώρα. Όταν ο εκ των διαδίκων Σ. Α. διέσχιζε τη γέφυρα που υπάρχει στην πορεία του, πριν ακριβώς από τον ισόπεδο οδικό κόμβο, αντιλήφθηκε ξαφνικά δεξιά του την πορεία του IΧ. που οδηγούσε ο M. Α. Α. και φοβούµενος, λόγω της ταχύτητας µε την οποία έβαινε το Ι.Χ., ότι αυτό δεν πρόκειται να προλάβει να διακόψει την πορεία του πριν τον ισόπεδο οδικό κόµβο, απηύθυνε ηχητικό σήµα προειδοποίησης (κόρνα) στον οδηγό του Ι.Χ αυτού και ξεκίνησε να διενεργεί ενστικτωδώς προς τα αριστερά ελιγµό, πιστεύοντας ότι µε αυτόν τον τρόπο θα αποφύγει τη σύγκρουση µε το ερχόµενο από τα δεξιά του Ι.Χ.

και ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι λόγω του ηχητικού σήµατος και της διαστήµατος που έδινε σε αυτό, διενεργώντας αριστερό ελιγµό, το Ι.Χ. θα προλάβαινε ίσως να σταµατήσει. Όταν ο Ε. Μ. είδε µπροστά του σε απόσταση περίπου 30 µέτρων το λεωφορείο του Κ.Τ.Ε.Λ. να εισέρχεται µερικά στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας, όπου αυτός κινούνταν κανονικά, άρχισε να τροχοπεδεί.

Επειδή όµως ο M. Α. Α. δεν αντιλήφθηκε το ηχητικό σήµα του λεωφορείου, συνέχισε την πορεία του µε την ίδια ταχύτητα, χωρίς να τη διακόψει ενώπιον των πινακίδων Ρ- 2 και εισήλθε στη διασταύρωση, µε αποτέλεσµα να επιπέσει µε τη µπροστά αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του στη µπροστά δεξιά γωνία του λεωφορείου, το οποίο εκτρεπόµενο εντελώς της πορείας του, εισήλθε ολόκληρο στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας και επέπεσε µετωπικά στο Ι.Χ.

που οδηγούσε ο Ε. Μ., ο οποίος δεν είχε καταφέρει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του παρά την έγκαιρη τροχοπέδηση που είχε διενεργήσει, αφήνοντας ίχνη 10,80 µ.) Μετά από τη σύγκρουση µε το λεωφορείο, το Ι.Χ. του M. Α. Α. σύρθηκε πλαγίως και δεξιά αλλάζοντας µέτωπο σε σχέση µε την αρχική του πορεία στο οδόστρωµα, διενήργησε πορεία ηµικύκλιου και ακινητοποιήθηκε επί του ρεύµατος εξόδου µε µέτωπο διαγωνίως και δεξιά προς την Ν.

Τρίγλια δίπλα στη συµβολή του δεξιού (κατά την κανονική πορεία των οχηµάτων ) ερείσµατος του ρεύµατος εξόδου και της Π.Ε.O. προς Ν. Τρίγλια. Το λεωφορείο µετά τη δεύτερη σύγκρουση (µε το ΙΧ του Ε. Μ.) συνέχισε την πορεία του εντός του αντίθετου ρεύµατος κυκλοφορίας για περίπου 32 µέτρα µέχρι να ακινητοποιηθεί, ωθώντας και το Ι.Χ.

που οδηγούσε ο τελευταίος προς τα πίσω (σε σχέση µε την αρχική του πορεία), το οποίο, αφού χτύπησε µε το πίσω µέρος του σε κάγκελα γέφυρας στο άκρο δεξιό του ρεύµατος πορείας προς Ν. Μουδανιά, ακινητοποιήθηκε µε µέτωπο προς Ν. Τρίγλια (κάνοντας δηλαδή στροφή 180o ) σε απόσταση περίπου 3,30 μέτρα από το ακινητοποιημένο λεωφορείο εντός του ρεύματoς κυκλοφορίας του.

Το σημείο της πρώτης σύγκρουσης βρίσκεται εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Ν. Τρίγλια περίπου 1,38 μέτρα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος. Λαμβανομένου υπόψη και του πλάτους του λεωφορείου (2,55 μ.) συνάγεται σαφώς ότι κατά το χρονικό σημείο αυτής είχε ήδη εισέλθει μερικά και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Ν.

Μουδανιά κατά 1,17 μέτρα (βλ. ιδίως χαραγή στο οδόστρωμα σε απόσταση 3,27 μέτρα από το δεξί άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ν. Τρίγλια), ενώ το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης βρίσκεται εξ ολοκλήρου πλέον εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Ν. Μουδανιά. Τα παραπάνω αποδεικνύονται τόσο από το συνημμένο στην από 9-6-2012 έκθεση αυτοψίας σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Νέων Μουδανιών, όσο και από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων κατά την προανάκριση και την απολογία του Σ.

Α. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής (με αρ. 746/2014 οριστική απόφαση αυτού). Ειδικότερα, ο αυτόπτης μάρτυς Ι. Π. εξεταζόμενος προανακριτικά στις 19-9-2012 κατέθεσε ότι, οδηγώντας Ι.Χ. αυτοκίνητο επί της ανωτέρω Π.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς τα Ν. Μουδανιά, προπορευόταν του Ι.Χ. που οδηγούσε ο Μ. και ενώ βρισκόταν επί της γέφυρας διασταυρώθηκε η πορεία του με αυτήν του λεωφορείου, το οποίο εκείνη την ώρα ξεκίνησε να πατά κόρνα και να στρέφει ελαφρώς προς τα αριστερά την πορεία του, ότι άκουσε ένα δυνατό θόρυβο αρχικά και στη συνέχεια κοιτώντας από το δεξιό του καθρέφτη είδε να συγκρούεται το λεωφορείο με το Ι.Χ.

του Μ.. Ο ανωτέρω πρώτα επομένως είδε το λεωφορείο να διενεργεί αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και μετά άκουσε την πρώτη σύγκρουση. Η ανωτέρω μαρτυρία ενισχύεται από το γεγονός ότι ο επίσης αυτόπτης μάρτυς Ι. Τ., που επέβαινε του λεωφορείου, στο μέσον και δεξιά περίπου τμήμα αυτού, είδε το Ι.Χ. του M.

Α. Α. να βαίνει με μεγάλη ταχύτητα και φοβήθηκε ότι θα τους χτυπήσει, όπως και έγινε.

Συνεπώς, το ΙΧ. αυτό και η κίνησή του έγινε οπωσδήποτε αντιληπτό και από τον οδηγό του λεωφορείου, λόγω της θέσης του στο μπροστινό τζάμι αυτού, για το λόγο αυτό άλλωστε και ξεκίνησε να πατά κόρνα, όπως επιβεβαιώνει και στην κατάθεσή του στο ποινικό δικαστήριο, ενέργεια από την οποία συνάγεται σαφώς ότι είδε το Ι.Χ.

του M. Α. Α. να έρχεται µε ταχύτητα προς το λεωφορείο. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα και το παρόν Δικαστήριο άγεται ανενδοίαστα στην κρίση ότι το λεωφορείο δε µετατοπίστηκε αριστερά εξαιτίας της σύγκρουσης µε το Ι.Χ. του M. Α. Α., αλλά αντίθετα λόγω του ενστικτώδους αποφευκτικού ελιγµού του οδηγού του, µόλις αντιλήφθηκε την έλευση του ΙΧ προς το ρεύµα πορείας του.

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισµός των ήδη εκκαλούντων ότι η είσοδος αυτού στο αντίθετο ρεύµα ακολούθησε την πρώτη σύγκρουση, επιχείρηµα που απορρίπτεται και από τον υπέρτερο όγκο του λεωφορείου έναντι του ΙΧ. του M. Α. Α., συνυπολογιζοµένης και της ταχύτητας µε την οποία έβαιναν τα δύο αυτά οχήµατα πριν από τη σύγκρουση (79 χλµ/ώρα- 40 χλµ/ώρα), τις ροπές των δυνάµεων που δηµιουργήθηκαν στο σηµείο (γωνία 90ο ή περίπου 90ο µεταξύ των εµπλακέντων οχηµάτων) και κατ' αποτέλεσµα, από την έκταση των ζηµιών των εµπλακέντων οχηµάτων (σχετικά ελαφρές ζηµίες στο λεωφορείο από την πρώτη σύγκρουση, δηλαδή εµπρόσθια δεξιά πόρτα, δεξιό τµήµα εµπρόσθιας ποδιάς, δεξιό εµπρόσθιο µάγουλο, διάφορα πλαστικά, κ.λπ. - µεγάλης έκτασης ζηµίες στο Ι.Χ., δηλαδή στη µάσκα, τη µετώπη, το µπροστινό προφυλακτήρα, το µπροστινό καπώ, το µπροστινό αριστερό φτερό µαζί µε το θόλο του, τα µπροστινά φανάρια, το µπροστινό παρµπρίζ, αποκόλληση κινητήρα, κ.λπ.-βλ.

τις από 18-06-2012 εκθέσεις πραγµατογνωµοσύνης, µετά από παραγγελία του Τ.Τ. Ν. Μουδανιών, του Ν. Κ.). Από όλα όσα ανωτέρω αποδεικνύονται, το ένδικο δυστύχηµα οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών των δύο προαναφερόµενων οχηµάτων (M. Α. Α. και Σ. Α.), απορριπτόµενων εποµένως, ως κατ' ουσίαν αβασίµων των σχετικών µε την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών λόγων έφεσης.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο M. Α. Α. επέδειξε βαρύτατη αµέλεια κατά την οδήγηση του οχήµατός του, παραβιάζοντας και τα άρθρα 4 § 3, 12 § 1, 26 §§ 1 και 4 και 94 ΚΟΚ, συµπεριφορά που είχε αναµφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια µε την πρόκληση του δυστυχήµατος, καθώς κατά την οδήγηση του οχήµατός του χωρίς να διαθέτει σχετική άδεια ικανότητας οδήγησης, δεν είχε τεταµένη την προσοχή του, όπως όφειλε και µπορούσε ως µέσος συνετός οδηγός, και, μολονότι αυτός επρόκειτο να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόµβο, η κυκλοφορία επί του οποίου ρυθµίζεται µε πινακίδες Ρ-2 (στοπ), αρχικά δε µείωσε την ταχύτητά του πλησιάζοντας στον ισόπεδο οδικό κόµβο και ακολούθως δε διέκοψε την πορεία του προκειµένου, αφενός να ελέγξει την κίνηση των οχηµάτων επί της Π.Ε.Ο., αφετέρου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήµατα που έβαιναν επ' αυτής, όπως όφειλε, µε αποτέλεσµα να εισέλθει εντελώς ανέλεγκτα και µε µεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα εντός του ισόπεδου οδικού κόµβου και να συγκρουστεί µε το λεωφορείο του Κ.Τ.Ε.Λ.

που οδηγούσε ο Σ. Α., το οποίο έβαινε κανονικά στην πορεία του προξενώντας θανατηφόρο τροχαίο ατύχηµα. Όμως και ο οδηγός του λεωφορείου -η υπαιτιότητα του οποίου ερευνάται εν προκειµένω- επέδειξε αµέλεια κατά την οδήγηση του οχήµατός του, παραβιάζοντας και τα άρθρα 5 §§§ 1, 2, 8β, 12 § 1, 18, 19 §§ 2, 3, 21 §§ 1, 2 και 26 § 1 ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια µε την πρόκληση του δυστυχήµατος, καθώς κατά την οδήγηση του οχήµατός του, δεν είχε τεταµένη την προσοχή του, όπως όφειλε και µπορούσε ως µέσος, επαγγελµατίας µάλιστα, συνετός οδηγός (ο ίδιος οµολογεί στην απολογία του ότι "τα έχασε" = ξαφνιάστηκε και απώλεσε τον έλεγχο) και, µολονότι αυτός επρόκειτο να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόµβο η κυκλοφορία επί του οποίου ρυθµίζεται µε πινακίδες Ρ-2 (στοπ), δε µείωσε την ταχύτητά του πλησιάζοντας σε αυτόν (ισόπεδο οδικό κόµβο) και ακολούθως, από έλλειψη της προσοχής του δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την εγκληµατική πορεία του M.

Α. Α., αφού την αντιλήφθηκε µόνον όταν διέσχιζε τη γέφυρα και λίγο πριν φτάσει στη διασταύρωση, παρόλο που είχε πλήρη και ανεµπόδιστη ορατότητα σε µεγάλη απόσταση µπροστά του, ενώ, εάν είχε τεταµένη την προσοχή του θα µπορούσε να την αντιληφθεί κατά την είσοδό του στη γέφυρα και να εκτιµήσει ότι ο ανωτέρω δεν προτίθεται να σταµατήσει, οπότε θα είχε κινητοποιηθεί σε συντοµότερο χρονικό διάστηµα προκειµένου να προσπαθήσει να αποφύγει τη σύγκρουση ή έστω να µειώσει την έκταση των συνεπειών της.

Επιπλέον, δε διενήργησε άµεσα τους ενδεδειγµένους αποφευκτικούς ελιγµούς προκειµένου να αποφύγει την προαναφερόµενη πορεία του Ι.Χ. του M. Α. Α. και συγκεκριμένα αντί να διενεργήσει άμεση τροχοπέδηση παράλληλα με την απεύθυνση ηχητικού σήματος προς τον M. Α. Α., αφού δεν ανευρέθησαν οποιουδήποτε είδους ίχνη πέδησης στην πορεία του - παρά μόνον στον ταχογράφο του λεωφορείου παρατηρείται μείωση της ταχύτητας αυτού από 79 σε 65 χλμ/ώρα στο σηµείο της πρώτης σύγκρουσης- αυτός απηύθυνε µεν το ηχητικό σήµα, όµως, ταυτόχρονα εισήλθε στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας, διενεργώντας αποφευκτικό ελιγµό προς τα αριστερά, προκειµένου να αποφύγει τη σύγκρουση.

Δεν έλαβε όµως υπόψη του την κίνηση και την ασφάλεια των οχηµάτων επί του αντίθετου ρεύµατος κυκλοφορίας, µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να αποφύγει τις παραπάνω περιγραφείσες δύο συγκρούσεις, τη δεύτερη µάλιστα εκ των οποίων µε τη σηµειούµενη επίσης στον ταχογράφο ταχύτητα των 50χλµ/ώρα. Από το σηµείο σύγκρουσης του λεωφορείου µάλιστα µε το ΙΧ του συνεναγόμενου οδηγού (μόνο μπροστά δεξιά ακριβώς γωνία του στον προφυλακτήρα, καθώς οι υλικές ζηµίες στη δεξιά µπροστινή πόρτα του εκτιµάται ότι προκλήθηκαν δευτερογενώς από την πίεση της σύγκρουσης) συνάγεται ότι µια άµεση τροχοπέδηση εκ µέρους του οδηγού του λεωφορείου θα απέτρεπε παντελώς ίσως και αυτήν ακόµη την πρώτη σύγκρουση, αφού θα έδινε στο συνεναγόµενό του οδηγό, που παραβίασε την πινακίδια Ρ-2 (στοπ), το χώρο και το χρόνο να εισέλθει στην ΠΕΟ, χωρίς να προκληθούν και οι περαιτέρω ολέθριες συνέπειες της δεύτερης σύγκρουσης λόγω της διαγώνιας κίνησης του λεωφορείου προς τα αριστερά.

Η ευθύνη δε για την πρόκληση του δυστυχήµατος βαραίνει ενόψει των πιο πάνω αποδειχθέντων, κατά ποσοστό 80% τον M. Α. Α. και κατά ποσοστό 20% τον Σ. Α., όπως ορθά έκρινε η εκκαλουµένη. Απορριπτέος, µετά ταύτα κρίνεται και ο σχετικός µε τον προσδιορισµό σε ποσοστό 20% της αποκαταστατέας περιουσιακής και µη ζηµίας του δεύτερου των εκκαλούντων - ιδιοκτήτη του λεωφορείου- λόγω των υλικών ζηµιών αυτού από την ένδικη σύγκρουση, λόγος έφεσης, κονδύλιο κατά του ύψους του οποίου δε βάλλει ειδικότερα ο τελευταίος.

Η κατανοµή δε αυτή αφορά µόνον στη δεύτερη κύρια και στην παρεµπίπτουσα αγωγή, καθώς η ευθύνη των εναγόµενων είναι σε ολόκληρον ως προς την πρώτη κύρια αγωγή. Η ανωτέρω δε κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δε διαφοροποιείται από το γεγονός ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής με την με αριθμό , ήδη αμετάκλητη, 746/2014 απόφασή του αθώωσε τον Σ.

Α., κρίνοντας ότι δε φέρει καμία ευθύνη για το θανάσιμο τραυματισμό του Εμμ. Μ., καθώς σε καμία περίπτωση δε δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αφού το ποινικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο προκειμένου να κρίνει δεσμευτικά την υπαιτιότητα και την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, ενώ στην περίπτωση της αθώωσης του κατηγορουμένου δε μπορεί να ασχοληθεί με τη βασιμότητα ή μη της πολιτικής αγωγής.......................................................

Το πρωτοβάθµιο συνεπώς, δικαστήριο που, κρίνοντας οµοίως, δέχθηκε µερικά τις κύριες και την παρεµπίπτουσα αγωγή και επεδίκασε στον καθένα των εναγόντων αυτών τα αναφερόµενα στο διατακτικό της εκκαλουµένης κατά περίπτωση ποσά, ορθά εφάρµοσε το νόµο και εκτίµησε τις αποδείξεις που προσαχθήκανε, αντίθετα µε όσα υποστηρίζονται µε τους σχετικούς λόγους έφεσης οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολό της μετά ταύτα.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε πως συνυπαίτιοι για το προπεριγραφέν ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του Εμμ. Μ. ήταν κατά ποσοστό 80% ο προαναφερθείς M.

Α. Α. και κατά ποσοστό 20% ο τώρα πρώτος αναιρεσείων Σ. Α., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ. και απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη και κατά τούτο την υπό κρίση έφεση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ ,τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έπρεπε να εφαρμοστούν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις ασάφεια, και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη τις παραπάνω αυτολεξεί παρατιθέμενες παραδοχές του, σε σχέση με την αμελή συμπεριφορά του τώρα πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ.

και κατ'επέκταση σε σχέση με την συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, στις οποίες ουδεμία αντίφαση υφίσταται ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο της αμελούς συμπεριφοράς του τώρα πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ.

και κατ'επέκταση, ως προς το στοιχείο της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, περιλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ότι ο (τώρα πρώτος αναιρεσείων) οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ. "επέδειξε αµέλεια κατά την οδήγηση του οχήµατός του, παραβιάζοντας και τα άρθρα 5 §§§ 1, 2, 8β, 12 § 1, 18, 19 §§ 2, 3, 21 §§ 1, 2 και 26 § 1 ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια µε την πρόκληση του δυστυχήµατος, καθώς κατά την οδήγηση του οχήµατός του, δεν είχε τεταµένη την προσοχή του, όπως όφειλε και µπορούσε ως µέσος, επαγγελµατίας µάλιστα, συνετός οδηγός (ο ίδιος οµολογεί στην απολογία του ότι "τα έχασε" = ξαφνιάστηκε και απώλεσε τον έλεγχο) και, µολονότι αυτός επρόκειτο να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόµβο η κυκλοφορία επί του οποίου ρυθµίζεται µε πινακίδες Ρ-2 (στοπ), δε µείωσε την ταχύτητά του πλησιάζοντας σε αυτόν (ισόπεδο οδικό κόµβο) και ακολούθως, από έλλειψη της προσοχής του δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την εγκληµατική πορεία του M.

Α. Α., αφού την αντιλήφθηκε µόνον όταν διέσχιζε τη γέφυρα και λίγο πριν φτάσει στη διασταύρωση, παρόλο που είχε πλήρη και ανεµπόδιστη ορατότητα σε µεγάλη απόσταση µπροστά του, ενώ, εάν είχε τεταµένη την προσοχή του θα µπορούσε να την αντιληφθεί κατά την είσοδό του στη γέφυρα και να εκτιµήσει ότι ο ανωτέρω δεν προτίθεται να σταµατήσει, οπότε θα είχε κινητοποιηθεί σε συντοµότερο χρονικό διάστηµα προκειµένου να προσπαθήσει να αποφύγει τη σύγκρουση ή έστω να µειώσει την έκταση των συνεπειών της.

Επιπλέον, δε διενήργησε άµεσα τους ενδεδειγµένους αποφευκτικούς ελιγµούς προκειµένου να αποφύγει την προαναφερόµενη πορεία του Ι.Χ. του M. Α. Α. και συγκεκριμένα αντί να διενεργήσει άμεση τροχοπέδηση παράλληλα με την απεύθυνση ηχητικού σήματος προς τον M. Α. Α., αφού δεν ανευρέθησαν οποιουδήποτε είδους ίχνη πέδησης στην πορεία του - παρά μόνον στον ταχογράφο του λεωφορείου παρατηρείται μείωση της ταχύτητας αυτού από 79 σε 65 χλμ/ώρα στο σηµείο της πρώτης σύγκρουσης- αυτός απηύθυνε µεν το ηχητικό σήµα, όµως, ταυτόχρονα εισήλθε στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας, διενεργώντας αποφευκτικό ελιγµό προς τα αριστερά, προκειµένου να αποφύγει τη σύγκρουση.

Δεν έλαβε όµως υπόψη του την κίνηση και την ασφάλεια των οχηµάτων επί του αντίθετου ρεύµατος κυκλοφορίας, µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να αποφύγει τις παραπάνω περιγραφείσες δύο συγκρούσεις, τη δεύτερη µάλιστα εκ των οποίων µε τη σηµειούµενη επίσης στον ταχογράφο ταχύτητα των 50χλµ/ώρα. Από το σηµείο σύγκρουσης του λεωφορείου µάλιστα µε το ΙΧ του συνεναγόμενου οδηγού (μόνο μπροστά δεξιά ακριβώς γωνία του στον προφυλακτήρα, καθώς οι υλικές ζηµίες στη δεξιά µπροστινή πόρτα του εκτιµάται ότι προκλήθηκαν δευτερογενώς από την πίεση της σύγκρουσης) συνάγεται ότι µια άµεση τροχοπέδηση εκ µέρους του οδηγού του λεωφορείου θα απέτρεπε παντελώς ίσως και αυτήν ακόµη την πρώτη σύγκρουση, αφού θα έδινε στο συνεναγόµενό του οδηγό, που παραβίασε την πινακίδια Ρ-2 (στοπ), το χώρο και το χρόνο να εισέλθει στην ΠΕΟ, χωρίς να προκληθούν και οι περαιτέρω ολέθριες συνέπειες της δεύτερης σύγκρουσης λόγω της διαγώνιας κίνησης του λεωφορείου προς τα αριστερά. ", οι παραπάνω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αντιφάσκουν προς την παραδοχή της ότι ο ίδιος τώρα πρώτος αναιρεσείων " αντιλήφθηκε ξαφνικά δεξιά του την πορεία του Ι.Χ.

που οδηγούσε ο M. A. A. και φοβούμενος, λόγω της ταχύτητας με την οποία έβαινε το Ι.Χ., ότι αυτό δεν πρόκειται να προλάβει να διακόψει την πορεία του πριν τον ισόπεδο οδικό κόμβο, απηύθυνε ηχητικό σήμα προειδοποίησης ( κόρνα ) στον οδηγό του Ι.Χ. αυτού και ξεκίνησε να διενεργεί ενστικτωδώς προς τα αριστερά ελιγμό, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγει την σύγκρουση με το ερχόμενο από τα δεξιά του Ι.Χ......", καθόσον, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι προαναφερόμενες ενέργειες του τώρα πρώτου αναιρεσείοντος (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου Κ.Τ.Ε.Λ.) αφενός δεν ήταν έγκαιρες, αφετέρου δεν ήταν οι ενδεδειγμένοι αποφευκτικοί ελιγμοί προς αποφυγή της σύγκρουσης, αντιθέτως διασαφηνίζεται στην προσβαλλόμενη ο ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός και ειδικότερα ότι " αντί να διενεργήσει άμεση τροχοπέδηση παράλληλα με την απεύθυνση ηχητικού σήματος προς τον M.

A. A........αυτός απηύθυνε μεν το ηχητικό σήμα, όμως ταυτόχρονα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας,......". Συνακόλουθα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί, κατά τα προαναφερόμενα, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν, κατά τα προαναφερόμενα, ως αβάσιμοι οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου:

Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις.

Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.) (ΟΛΟΜ.4/2020). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΟΛΟΜ.4/2020).

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής" ( ΟΛΟΜ.4/2020 ).

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα (ΟΛΟΜ. 4/2020 ).

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.

Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΟΛΟΜ.4/2020 ). Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.) (ΟΛΟΜ.4/2020).

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ` όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ` όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.

Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.

Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ` όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.

Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο (ΟΛΟΜ.4/2020 ).

Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.

Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως (ΟΛΟΜ. 4/2020 ).

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.) (ΟΛΟΜ.4/2020).

Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ` ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ.

και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού.

Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου (ΟΛΟΜ.4/2020).

Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ` εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.

Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΟΛΟΜ.4/2020 ).

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.

Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.

Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ` ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά (ΟΛΟΜ.4/2020 ).

Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ` αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ` όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.

Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις (ΟΛΟΜ. 4/2020 ). Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου (ΟΛ.

ΑΠ. 4/2020 ). Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ. επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος (ΟΛ.

ΑΠ. 4/2020 ). Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟΛ.

ΑΠ. 4/2020 ).

Ήδη, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ισχυρίζονται ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων ( οδηγός του εμπλακέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα λεωφορείου) απαλλάχθηκε με την υπ' αρ. 746/2014 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε βάρος του Μ.

Ε. του Μ., κατά το επισυμβάν στις 9-6-2012 και ώρα 17.20 στο 2ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ν. Μουδανιών - Θεσσαλονίκης, κόμβος Πορταριάς τροχαίο ατύχημα, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως στους τώρα αναιρεσιβλήτους.

Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, δεχόμενη την συνυπαιτιότητά του για τον θανάσιμο τραυματισμό του προαναφερόμενου Μ.

Ε. του Μ., και την συνακόλουθη αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1και 2 της Ε.Σ.Δ.Α. , 4 παρ. 1 του έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακολούθως δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στην μείζονα σκέψη, ο πρόσθετος λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες αυτολεξεί παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές του , δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., 4 παρ. 1 του έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του, λαμβανομένου υπόψη ότι το πολιτικό δικαστήριο έχει μεν υποχρέωση συνεκτιμήσεως της υπ' αρ. 746/2014 αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση από τις προεκτεθείσες και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω υπ' αρ. 746/2014 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής , χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, οι δε περιεχόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές σχετικά με την συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 20 % του τώρα πρώτου κατηγορούμενου σε σχέση με τον επίδικο θανατηφόρο τραυματισμό του προαναφερόμενου συγγενούς των εναγόντων και τώρα αναιρεσιβλήτων Μ.

Ε. του Μ., δεν αποτελούν ούτε εμπεριέχουν δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, καθόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της αστικής ευθύνης του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος , το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ` αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα τώρα πρώτο αναιρεσείοντα.

Επομένως ο προαναφερόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν περιλαμβάνει καμία ειδική αιτιολογία με την οποία να δικαιολογεί την πλήρη εξ αντιθέτου διαπιστωτική κρίση του από όσα δέχθηκε αμετακλήτως ότι αποδείχτηκαν το ποινικό δικαστήριο και που στήριξαν την αθωωτική του κρίση, παραβιάζοντας έτσι χωρίς την απαιτούμενη κατ'ελάχιστο αιτιολογία, το ισχυρό τεκμήριο που πηγάζει από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, ως απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου.

Ο προαναφερόμενος δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον το Εφετείο, όπως και ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκε, αποφασίζοντας περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση, στην προκείμενη δε περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των προαναφερόμενων παραδοχών και αιτιολογιών του, που παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω, αφενός διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφετέρου δεν έθεσε σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ως άνω ποινικού δικαστηρίου και δεν υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας του τώρα πρώτου αναιρεσείοντος, λαμβανομένου υπόψη και ότι, όπως και ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκε, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 194/2021, βλ.

και ΑΠ 970/2012 ). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων ( ΑΠ 970/2012 ).

Ο αναιρετικός λόγος από τη διαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 970/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον καταλυτικό της αμέλειας και συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του παραπάνω λεωφορείου ισχυρισμό τους ότι η άμεση και ακαριαία τροχοπέδηση του λεωφορείου στις συγκεκριμένες περιστάσεις του ενδίκου ατυχήματος ( απόσταση οχημάτων και χρόνος αντίδρασης ) δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι, κατά τα υπό των αναιρεσειόντων υποστηριζόμενα, η ενδεδειγμένη αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βεβαιότητα θα απέτρεπε το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απάντησε με την προσβαλλόμενη στον ισχυρισμό αυτό, που προτάθηκε παραδεκτά και που, αληθής υποτιθέμενος θα είχε ως συνέπεια την απαλλαγή του πρώτου αναιρεσείοντος από την αμελή συμπεριφορά και συνυπαιτιότητα που εσφαλμένα του αποδόθηκε.

Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων και δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω, το Εφετείο ερεύνησε τους εν λόγω ισχυρισμούς των τώρα αναιρεσειόντων- εναγομένων και τους απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμους, απαντώντας με τις προαναφερόμενες παραδοχές του και στα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες επιχειρήματα.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι, κατά τα προαναφερόμενα, απορριπτέος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής , κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτοί, δηλαδή κατά το μέρος που στρέφονται κατά της όγδοης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης όγδοης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20-7-2018 και με ΓΑΚ 2456/ΕΑΚ/ 211/25-07-2018 αίτηση αναιρέσεως και τους από 10-09-2019 και με αριθμ. κατάθ. 77/11-09-2019 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ` αριθμ. 101/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων, αντιστοίχως 1) Σ. Α. ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Ά. Μ. του Ε.., και β) Κ. Μ. του Εμμ., 2) Μ. Μ. του Ε..,3) Κ. Μ. συζ. Μ., 4) Α. Μ. του Μ.., 5) Ε. Α. του Β.., 6) Ε. συζ. Ε. Α. και 7) M. A. A..

Απορρίπτει την από 20-7-2018 και με ΓΑΚ 2456/ΕΑΚ/ 211/25-07-2018 αίτησης αναιρέσεως και τους από 10-09-2019 και με αριθμ. κατάθ. 77/11-09-2019 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ` αριθμ. 101/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της όγδοης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.".

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της όγδοης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ