Appeal against bankruptcy court decision dismissed as inadmissible under Article 152 of Bankruptcy Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against the Athens Court of Appeal's decision regarding bankruptcy proceedings. The appellant argued for the annulment of bankruptcy actions, while the respondent maintained the validity of the proceedings. The court ruled that the appeal was inadmissible because the bankruptcy court's decision could not be challenged via appeal under Article 152 of the Bankruptcy Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 76(4), 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 152 of the Bankruptcy Code: An appeal against a bankruptcy court decision is inadmissible as the bankruptcy court's rulings are final and cannot be challenged through the ordinary appeal process.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1139 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1139/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την παλαιά επωνυμία "….. ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική εταιρεία" και ήδη μετονομασθείσα σε "….. ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική εταιρία", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: Ιωάννη Μαντζουράνη, Χρήστο Θεοδώρου και Δημήτριο Σκαρίπα. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "E. ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρία τροφίμων" με διακριτικό τίτλο "E. α.ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργίου - Κωστακόπουλο. Κοινοποιούμενη προς: Ξ. Μ., δικηγόρο και κάτοικο ..., ως σύνδικο πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…….." και με διακριτικό τίτλο "…..", που .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2015 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και την πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα σύνδικος πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία …….. α.ε.ε." ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της που αναφέρονται στις από 28-3-2018 προτάσεις της ενώπιον του Α2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 4, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση του αναγκαίου ομοδίκου ωφελεί και τον ομόδικό του, ο οποίος πρέπει να καλείται στη δίκη (ΑΠ 214/1998). Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μεταξύ του συνδίκου πτωχεύσεως και του πλειοδότη επί ανακοπής κατά της διαδικασίας του πλειστηριασμού αντικειμένων της πτωχευτικής περιουσίας, ασκούμενης μετά την κατακύρωση ( πρβλ. Ολ. ΑΠ 11/1992), καθώς υπάρχει ανάγκη για αναγκαία ρυθμίση της διαφοράς.
Εν προκειμένω - μετά τη νόμιμη κλήση της συνδίκου της πτωχεύσεως στη παρούσα δίκη, ως αναγκαίας ομοδίκου της αναιρεσείουσας, στην οποία, ως πλειοδότρια κατακυρώθηκαν 53 εμπορικά σήματα, κατόπιν διενέργειας πλειστηριασμού πτωχευτικής περιουσίας - παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της αναιρέσεως, με την παράσταση της συνδίκου, η οποία λαμβάνει τη θέση διαδίκου, εφ' όσον είχε συμμετάσχει και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Η ανακοπή του άρθρου 152 του Πτωχευτικού Κώδικα( ΠτΚ), με την οποία ανοίγεται δίκη περί την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, αποτελεί ειδικότερη έκφανση του γενικού δικαιώματος ανακοπής των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, ώστε οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται και στις προκείμενες υποθέσεις, στο μέτρο όμως που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τις ειδικότερες διατάξεις του ΠτΚ και της εκουσίας δικαιοδοσίας, των οποίων η εφαρμογή προηγείται. Από τη ρύθμιση του άρθρ. 151 ΠτΚ και τη νομοθετική εξομοίωση συγκεκριμένων πράξεων εκτελέσεως με πράξεις του πλειστηριασμού τού ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ανακοπή του άρθρ. 152 ΠτΚ είναι λειτουργικώς συγγενής προς την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ και αποτελεί ειδικότερη έκφανση εκείνης του άρθρ. 583 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης δεν δύναται να διαφέρει από αυτό της δίκης περί την εκτέλεση του άρθρ. 933 ΚΠολΔ. Αποκλειστικώς αρμόδιο για την εκδίκαση της εξεταζομένης ανακοπής είναι το πτωχευτικό δικαστήριο, δηλ. το κατά το άρθρο 53 ΠτΚ Πολυμελές Πρωτοδικείο, που κηρύττει την πτώχευση. Με την ανακοπή του άρθρ. 152 ΠτΚ προσβάλλονται οι πράξεις της διαδικασίας εκποιήσεως εντός των προθεσμιών του άρθρ. 152 § 2 ΠτΚ, που καθιερώνει ένα σύστημα σταδιακής προβολής ισχυρισμών, ανάλογο των άρθρ. 934 και 935 ΚΠολΔ.
Η κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού αποτελεί την κυρία πράξη της διαδικασίας εκποιήσεως της επιχειρήσεως και των λοιπών στοιχείων της περιουσίας του οφειλέτη. Στη διαδικασία δυνατόν να εμφιλοχωρήσει ελάττωμα ως, λ.χ. τυχόν μη καταβολή ή μη προσήκουσα καταβολή της εγγυοδοσίας, μη διενέργεια του πλειστηριασμού στον ορισθέντα τόπο και χρόνο, τυχόν πλημμέλειες στην περιγραφή του υπό εκποίηση πράγματος ή των όρων της διακηρύξεως ή της περιλήψεως αδείας εκποιήσεως ή στην κατακύρωση.
Περαιτέρω, έννομο συμφέρον, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 152 § 1 ΠτΚ έχει όποιος, από την ακύρωση μιας πράξεως εκποιήσεως, αποκομίζει συγκεκριμένη ωφέλεια είτε διαδικαστική είτε ουσιαστική. Διαδικαστική είναι η ωφέλεια αν λ.χ. εμφιλοχωρεί ελάττωμα σε κάποια πράξη της διαδικασίας που παρεμποδίζει την όσο το δυνατόν ευρύτερη ή ελεύθερη συμμετοχή στον πλειστηριασμό, ενώ ουσιαστική θα είναι εφ' όσον με την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως αποφεύγεται παράνομη εξάλειψη ή προσβολή δικαιωμάτων.
Εφ' όσον αντικείμενο της εκποιήσεως είναι μόνο η πτωχευτική περιουσία (άρθρ. 16 ΠτΚ), μόνο ο πιστωτής που δικαιούται να ικανοποιηθεί από την πτωχευτική περιουσία και συνεπώς από το προϊόν της εκποιήσεως βλάπτεται από μια μη νόμιμη εκποίηση, ενώ έννομο συμφέρον δικαιολογείται μόνο αν το προϊόν της εκποιήσεως δεν επαρκεί για να οδηγήσει σε ικανοποίηση των απαιτήσεών του, η δε αδυναμία ικανοποιήσεως πρέπει να συνδέεται με ελάττωμα της διαδικασίας.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, και δη του δικογράφου της τριτανακοπής, της πρωτοδίκου και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-1-2015 ανακοπή (τριτανακοπή), που άσκησε η νυν αναιρεσίβλητη εταιρία "E. Α,Ε" στρεφόμενη κατά της συνδίκου της πτωχεύσεως της εταιρίας "….", ζήτησε :
α) να αναγνωρισθεί ότι αυτή είναι δικαιούχος των ειδικότερα αναφερομένων στο δικόγραφο της ανακοπής σημάτων, τα οποία απέκτησε δυνάμει των αναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών από την ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "…….", της οποίας η πτωχή είναι καθολική διάδοχος, με συνέπεια να μην ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και ως εκ τούτου να μην δύνανται να εκποιηθούν δια πλειστηριασμού από την σύνδικο της πτωχεύσεως και β) να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός αυτών καθώς και κάθε άλλη πράξη της πτωχευτικής διαδικασίας, που σχετίζεται με την εκποίηση των εν λόγω σημάτων, με βάση τούς λόγους που εξέθεσε σε αυτή (ανακοπή), και ειδικότερα, διότι η διαδικασία εκποιήσεως είναι άκυρη, λόγω του ότι δεν είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από το πτωχευτικό δικαστήριο και διότι η σχετική απόφαση (έκθεση) εκποιήσεως της εισηγήτριας της πτωχεύσεως δεν κατεχωρίσθη στα βιβλία σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, η νυν αναιρεσείουσα εταιρία "…… Α.Ε", άσκησε προφορικώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ' ης και ζήτησε να απορριφθεί η ανακοπή, επικαλεσθείσα το έννομο συμφέρον της, ως εκ του ότι στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό των επίδικων σημάτων, αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και κατέβαλε το πλειστηρίασμα ύψους 520.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριό (Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών), δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 286/2016 απόφασή του, με την οποία, αφού προέβη σε χωρισμό τη δίκης, ως προς το πρώτο αίτημα της ανακοπής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας των σημάτων, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Ειδικό Τμήμα του 3ου Πολιτικού Τμήματος (Εμπορικού Δικαίου) του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, δίκασε την υπόθεση ως προς το δεύτερο αίτημα της ανακοπής, περί ακυρώσεως της πτωχευτικής διαδικασίας, δέχθηκε την ανακοπή, ως προς τον πρώτο λόγο της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ακύρωσε την εκποίηση των 53 σημάτων "….." και διέταξε την εκ νέου εκποίηση αυτών από την σύνδικο της πτωχεύσεως, ύστερα από άδεια του πτωχευτικού Δικαστηρίου.
Επί ασκηθεισών εφέσεων εκ μέρους της συνδίκου της πτωχεύσεως και της προσθέτως παρεμβάσης - νυν αναιρεσείουσας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 967/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτές. Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται ότι η ένδικος ανακοπή (τριτανακοπή), καθ' μέρος διώκεται δι' αυτής η ακύρωση των ως άνω πράξεων της πτωχευτικής διαδικασίας για τους προαναφερθέντες λόγους, αποτελεί τοιαύτην του άρθρου 152 τού ΠτΚ.
Τούτο δε διότι - με δεδομένο ότι το αντικείμενο της, το οποίο συγκροτείται, αφ' ενός από το αίτημά της, που είναι μοναδικό και διαπλαστικό και τείνει στην ακύρωση των προσβληθεισών ως άνω πράξεων της πτωχευτικής εκτελεστικής διαδικασίας, και αφ' ετέρου από τους λόγους αυτής, δηλαδή την ιστορική και νομική της βάση, και συγκεκριμένως τις πλημμέλειες τις οποίες αποδίδει στις εν λόγω πράξεις - αυτή( τριτανακοπή) εισάγει αμφισβήτηση ως προς τη διαδικασία της εκποιήσεως της πτωχευτικής περιουσίας.
Ταύτα δε ανεξαρτήτως του παραδεκτού της ασκήσεώς της, λόγω της ιδιότητος της ανακόπτουσας ως τρίτης, μη μετεχούσης στην πτωχευτική διαδικασία, ως και του νομίμου και κατ' ουσίαν βασίμου των λόγων της.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως υπόκειται στον περιορισμό του άρθ. 152 παρ. 4 ΠτΚ, περί μη προσβολής της αποφάσεως του πτωχευτικού Δικαστηρίου με αναίρεση, εντεύθεν η άσκησή της τυγχάνει απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου ("E. Α.Ε"), που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-5-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 967/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ