Legislator Case Law & Legislation
1139/2016 AI generated

1139/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1139/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1139/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω συμβάσεως και αυτές των άρθρων 435 - 436 ΚΠΔ το επιλαμβανόμενο αιτήματος εκδόσεως συμβούλιο δεν μπορεί να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής που συνάπτονται με τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται στον εκζητούμενο και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη με εκείνη της αποφάσεως του τελευταίου, προς εκτέλεση της οποίας κινήθηκε η διαδικασία εκδόσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1139/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 και 26 Μαΐου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή και Βασιλείου Πλιώτα αντίστοιχα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου S. A. A. J. N., Aλβανού υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τόγια, κατά της υπ’ αριθμ. 48/2015 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την από 21 Απριλίου 2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Νικόλαου Χρονά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 597/2016. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (437 - 456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1R961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος την 17-8-1998, από δε την κύρωση της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1, 2 και 28 παρ. 1 αυτής, καθώς η παραπάνω σύμβαση δικαστικής αγωγής μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας στο άρθρο 31 αυτής, ορίζουν ότι η έκδοση ενεργείται, εφόσον οι αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται με τους νόμους και του αιτούντος κράτους παρά του οποίου ζητείται, με ποινή στερήσεως της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστο όριο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 34 παρ. 2 της παραπάνω σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από: α) πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, ήτοι απόφασης τελεσίδικης (απόφαση "με ισχύ δεδικασμένου" όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην τελευταία σύμβαση), β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξης, του χαρακτηρισμού των πράξεων και αναφοράς στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται, γ) αντίγραφο του κειμένου των διατάξεων που προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις και κάθε άλλη πληροφορία για τον χαρακτηρισμό και την ταυτότητα του εκζητουμένου προσώπου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω συμβάσεως και αυτές των άρθρων 435 - 436 ΚΠΔ το επιλαμβανόμενο αιτήματος εκδόσεως συμβούλιο δεν μπορεί να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής που συνάπτονται με τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται στον εκζητούμενο και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη με εκείνη της αποφάσεως του τελευταίου, προς εκτέλεση της οποίας κινήθηκε η διαδικασία εκδόσεως.

Η απόφαση κατά τ’ ανωτέρω, σε εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση, δεν απαιτείται να είναι αμετάκλητη, αλλά αρκεί να είναι εκτελεστή, αφού η Ελλάδα δεν έχει διατυπώσει σχετική επιφύλαξη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 32 της παραπάνω σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται έκδοση :

α) για πολιτικές πράξεις, β) για στρατιωτικές παραβάσεις, γ) για φορολογικές παραβάσεις, δ) υπηκόων του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση και ε) εφόσον κατά τη νομοθεσία του αιτούντος Κράτους ή του Κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα, το άρθρο 3 της πιο πάνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως στη μεν παράγραφο 1 ορίζει ότι δεν χωρεί έκδοση, εάν η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση θεωρείται από το άλλο κράτος ως πολιτική πράξη ή ως πράξη συναφής με τέτοια παράβαση, στη δε παράγραφο 2 αυτού ορίζει ότι "ο αυτός κανών ισχύει, εάν το καλούμενο προς έκδοση μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση εκδόσεως, αιτιολογηθείσα δια τίνος παραβάσεως του κοινού Δικαίου, υπεβλήθη επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως ατόμου δια φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά τούτου φρονήματα, ή εθνικά τοιαύτα ή ότι η θέση του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον έτερο των ως άνω λόγων".

Στις διατάξεις αυτές, που συνάδουν και προς το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, εναρμονίζεται και η διάταξη του άρθρου 438 εδάφ. ε’ του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι η έκδοση απαγορεύεται αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση.

Τέλος κατά το άρθρο 444 όταν υπάρχουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα να γίνει η έκδοση κατά τα άρθρα 437 και 438 ζητούνται εξηγήσεις από το κράτος που κάνει την αίτηση για την έκδοση. Η έκδοση δεν μπορεί να διαταχθεί παρά μόνο όταν οι επεξηγήσεις είναι τέτοιου βαθμού ώστε να διαλύουν τις αμφιβολίες που έχουν γεννηθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 21-4-2016 (αριθμ.5/2016) έφεση ο εκζητούμενος στρέφεται κατά της με αριθμό 42/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του στις Δικαστικές αρχές της Αλβανίας, προκειμένου να εκτίσει αυτός ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών για την πράξη της ληστείας με βία κατά συναυτουργία και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία.

Η έφεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, γι’ αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ο μοναδικός λόγος εφέσεως με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η έκδοσή του ζητείται για λόγους πολιτικούς και ειδικότερα ότι το κράτος της Αλβανίας θέλει να τον διώξει για την υπέρ της Ελλάδος δραστηριότητά του στην Αλβανία, δοθέντος ότι είναι ομογενής (Βορειοηπειρώτης) και πιθανολογεί ότι θα καταδιωχθεί για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση και δη για τα εθνικά, θρησκευτικά και πολιτικά του φρονήματα καθώς και ότι θα στερηθεί του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

Από την εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας και δη από τις νομότυπες καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων Η. Θ. και Γ. Τ., από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στα οποία περιλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα, τα οποία κατά τη διεθνή σύμβαση υποστηρίζουν την αίτηση εκδόσεως, μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, από όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο συνήγορος του εκζητουμένου, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε προφορικά ο εκζητούμενος, αποδεικνύοντας τα κάτωθι:

Με την από 25-3-2016 και με αριθμό ... S.C. Πρωτ.Α. Η αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας που διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με αριθ.πρωτ…. ΦΕΑ 1672/12-4-2016 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ζητείται η έκδοση στην Αλβανία, του υπηκόου Αλβανίας (επων.) S., (ον.) A.

A. J. του N. και E., που γεννήθηκε στην Αλβανία στις 17-4-1975, προκειμένου αυτές να εκτίσει συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ.72/17-12-2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αυλώνας για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της ληστείας με βία κατά συναυτουργίας και ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, σύμφωνα με τα άρθρα 139, 76 και 25 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα.

Οι ανωτέρω πράξεις είναι επίσης αξιόποινες και κατά την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία κατά τα άρθρα 380 παρ.2 και 299 παρ.1 ΠΚ. Περαιτέρω, από τα ως άνω έγγραφα, προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκζητούμενου στις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές, προκειμένου να εκτίσει την επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή με την ως άνω δικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν αναιρέσεως προηγούμενης αθωωτικής απόφασης, που εκδόθηκε παρισταμένου του εκζητουμένου δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε υπάρχουν κωλύματα τόσο από τη σύμβαση όσο και από το αρθρ.438 ΚΠοινΔ για την μη έκδοσή του.

Ειδικότερα, προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή του αρμοδίου αλλοδαπού δικαστηρίου, η οποία προσκομίζεται και ότι τα προσκομίζομενα έγγραφα είναι επίσημα αντίγραφα από τα πρωτότυπα που εκδόθηκαν από τις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας σε επίσημη μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που περιλαμβάνουν τα στοιχεία της ταυτότητας του εκζητουμένου, από τα οποία προκύπτει ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του οποίου ζητείται η έκδοση, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε και ο ίδιος στο ακροατήριο του παρόντος συμβουλίου.

Ισχυρίζεται ο εκζητούμενος ότι η έκδοση ζητείται για πολιτικούς λόγους, πλήν όμως, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει αφού πρόκειται περί σοβαρών εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας και μάλιστα κατά υπηκόου Αλβανίας. Επίσης τόσο από τους νόμους του ελληνικού κράτους αλλά και του κράτους της Αλβανίας δεν συντρέχει λόγος που να εμποδίζει την εκτέλεση της ποινής ή να εξαλείφει το αξιόποινο (αρθρ.6, 8, 9, 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και το αρθρ.438 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ).

Ειδικότερα ο εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι ζητείται η έκδοσή του από το Αλβανικό Κράτος για λόγους πολιτικούς και ότι πιθανολογείται ότι θα καταδιωχθεί από το Αλβανικό κράτος για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοσή του. Την κρίση του αυτή τη στηρίζει στο γεγονός ότι είναι Ελληνικής καταγωγής και μάλιστα ενεργό μέλος του κόμματος της μειονότητας με την επωνυμία "...", η οποία αγωνίζεται για τα δικαιώματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού στην Αλβανία και ότι για το λόγο αυτό σε περιόδους ενστάσεων είχε υποστεί διώξεις από τις Αλβανικές αρχές για την αγωνιστικότητά που επιδείκνυε στις εκλογικές αναμετρήσεις και άλλες διεκδικήσεις για τα δίκαια του Ελληνισμού.

Επιπλέον ισχυρίζεται ότι στη σύνθεση του Εφετείου Αυλώνας που εξέδωσε την ως άνω με αριθμό 72/2014 απόφαση, με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα αυτός καταδικάστηκε, συμμετείχε ο δικαστής S. D., γνωστός στην Αλβανία για τα εθνικιστικά του ιδεώδη και την εχθρότητά του, προς την εκεί ελληνική μειονότητα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο της 150/17-4-2009 απόφαση του δικαστηρίου της Αυλώνας αλλά και από την 72/17-12-2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αυλώνας ο εκζητούμενος κρίθηκε ένοχος "ληστείας με βία" κατά συναυτουργία που έλαβε χώρα την 19-8-1995 και περί ώρα 24.00 στη ...

σε βάρος του Ε. Μ. και ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργία σε βάρος του υπηκόου Αλβανίας Π. Δ., ήτοι για αξιόποινες πράξεις που στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας αλλά και της ζωής αντίστοιχα και ουδεμία σχέση έχουν με εμπλοκλή του εκζητούμενου με πολιτικά θέματα. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός του εκζητούμενου ότι οι Αλβανικές Δικαστικές Αρχές μεροληπτούν σε βάρος του συνεπεία των πολιτικών του θέσεων αναιρείται από τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία σε νόμιμη μετάφραση με αριθμούς 150/17-4-2009 και 340/5-7-2011 αποφάσεις του Δικαστηρίου της επαρχίας Αυλώνος και του Εφετείου Αυλώνας, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες ο εκζητούμενος κηρύχθηκε αρχικά αθώος και η υπόθεση επανήλθε μόνο μετά από άσκηση αναίρεσης από την Εισαγγελία του Εφετείου Αυλώνος και εκδόθηκε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Αλβανίας με την οποία εξαφανίσθηκε η παραπάνω με αριθμ.340/2011 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προκειμένου να δικαστεί και πάλι από το ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η ως άνω τελεσίδικη απόφαση για την οποία του ζητά η χώρα τους προς εκτέλεσή της.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκζητούμενος και επ’ ακροατηρίου του συμβουλίου τούτου αλλά και πρωτοδίκη ζήτησε να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αναιρέσεως που έχει ασκήσει κατά της ως άνω αποφάσεως με αριθμ.72/2014 του Εφετείου Αυλώνος και να ζητηθούν επεξηγήσεις από το εκζητούν κράτος. Όμως από το υπ’ αριθμ.904/1/4-3-2016 έγγραφο του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Τιράνων προκύπτει ότι η υπόθεση "βρίσκεται στο στάδιο της μελέτης εν αναμονή της συνεδρίασης του Δικαστικού Συμβουλίου ώστε να καθίσταται αβέβαιος ο χρόνος συζητήσεως και εκδόσεως αποφάσεως, σε κάθε όμως περίπτωση όταν ζητείται η έκδοση για την έκτιση της με καταδικαστική απόφαση επιβληθείσας ποινής, αρκεί η απόφαση να είναι τελεσίδικη και εκτελεστή, όπως εν προκειμένω, όχι όμως και αμετάκλητη. Περαιτέρω ως προς το άλλο ζήτημα που τέθηκε με την αίτηση για επεξηγήσεις ως προς την υπηκοότητα του θύματος της ανθρωποκτονίας Π. Δ., και εντεύθεν σε περίπτωση Ελληνικής υπηκοότητας θεμελιώσεως αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων είναι απορριπτέο, διότι από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι αυτή είναι υπήκοος Αλβανίας. Επομένως είναι απορριπτέο το αίτημα για επεξηγήσεις που υπέβαλε κατ’ αρθρο 13, της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Εκδόσεως και τα αρθρ.36 παρ.1 Ν.2311/1996.

Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκζητούμενου Αλβανού υπηκόου δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και κατά συνέπεια πρέπει γενομένης τυπικά δεκτής της εφέσεως να απορριφθεί αυτή ουσιαστικά και να καταδικαστεί ο εκκαλών - εκζητούμενος στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 ΚΠΔ, αρ.37 Ν.3251/2004 ΑΠ 120/2015).

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά.

Απορρίπτει ουσιαστικά την με αριθμό 5/2016 έφεση του A. S. του N. κατά της με αριθμό 48/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος - εκζητουμένου τη δικαστική δαπάνη εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ