Legislator Case Law & Legislation
1139/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling procedural defects do not affect case outcome.

Case Number 1139/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a lower court's judgment on traffic accident liability. The appellants argued for procedural errors and factual inaccuracies regarding vehicle positions, but the court found these defects irrelevant to the final result. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; Procedural defects in an appeal do not justify its admission if they do not affect the outcome of the case.

Keywords

AI generated
traffic accident liability procedural defects appeal admissibility judicial review legal costs Code of Civil Procedure factual findings

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1139/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. χας Π. Χ., 2) Κ. Π. Χ. και 3) Χ. Π. Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 1η των αναιρεσειόντων παραιτείται από το δικόγραφο της από 15-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Κ. Π. Χ. και 2) Χ. Π. Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Γ. Δ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκε με την από 2-11-2005 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και την από 7-2-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ΑΕ με την επωνυμία "Γ. Η. Σ. Α.Ε.Γ. ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το 2ο των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1055/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4-9-2014 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 15-3-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. .../2-12-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αγρινίου Χ. Δ. Λ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι καλούντες - αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1055/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 1ης Απριλίου 2011, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτησή της, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2015 που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Ρ. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α’ και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της αντίστοιχη κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 7/1993). Κατά συνέπεια, η παραίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας Σ. Χ. από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χριστόφορου Σαράκη (βλ. προσκ. το υπ’ αριθμ. .../12-1-2015 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγρινίου Αθανασίου Ηλία Πετρόπουλου) που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της παρούσας δίκης ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, αφού λόγω της παραιτήσεώς της από του δικογράφου της αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτήν (άρθρ. 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την εφαρμογή του και την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολομ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων διατυπώνεται σαφώς (Ολομ.ΑΠ 24/1992, Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 24-3-2005 και περί ώρα 07:05 ο Π. Χ. οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας Σ. Π. Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "S. A.E." και εκινείτο στο Δ.Δ. ...

του Δήμου ... με κατεύθυνση από Αγρίνιο προς Ιωάννινα και συγκεκριμένα στην εθνική οδό .... Την αυτή ημέρα και ώρα ο εναγόμενος - ενάγων και ήδη εκκαλών (Γ. Ρ.), οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην αρχικά εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ASTRA Ασφαλιστική ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της με την υπ’ αριθμ.

Κ3-101/4.1.2006 Υπουργική Απόφαση υπεισήλθε το εκκαλούν "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων" και εκινείτο όπισθεν του Π. Χ. και με την αυτή ως άνω κατεύθυνση. Στο 84,5 χιλιόμετρο της άνω εθνικής οδού, ο Π. Χ. προτιθέμενος να στρίψει αριστερά, προκειμένου να σταθμεύσει το όχημά του στο άκρο του αντιθέτου ρεύματος πορείας για να παραλάβει εργάτες που θα μετέφερε στα κτήματά του για γεωργικές εργασίες, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την άνω οδό, ούτε έλαβε υπ’ όψη τη θέση, κατεύθυνση και την ταχύτητά του, αλλά ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα αριστερά, από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο, χωρίς να καταστήσει έγκαιρα την πρόθεσή του αυτή γνωστή με τη χρησιμοποίηση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ και παρεμβλήθηκε στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της αυτής ως άνω οδού, ο οποίος με το εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος του οχήματός του επέπεσεν στην πλαϊνή αριστερή πλευρά. Από την άνω σύγκρουση επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του Π. Χ. καθώς και ο τραυματισμός του Ρ. και σοβαρές υλικές ζημιές του αυτοκινήτου του.

Η άνω σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών και ειδικότερα του θανόντος κατά ποσοστόν 70% και του άλλου οδηγού (Γ. Ρ.) κατά ποσοστόν 30%. Ειδικότερα ο θανών επεχείρησε αιφνίδια ελιγμό προς τα αριστερά και την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρ’ όλον ότι υπήρχε συνεχής διαχωριστική γραμμή, χωρίς να λάβει υπ’ όψη του το αυτοκίνητο του Γ.

Ρ. που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού ... και χωρίς να καταστήσει έγκαιρα την πρόθεσή του με τη χρησιμοποίηση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας). Ως προς το σημείο αυτό, δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Σ. χας Π. Χ. κ.λπ., S. A. του F., καθ’ όσον δεν ήταν αυτόπτης μάρτυς σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.

Η συνυπαιτιότητα του Γ. Ρ. έγκειται στο ότι αυτός λόγω μη καταβολής της απαιτουμένης επιμελείας, την οποία ώφειλε και μπορούσε ως μέσος και συνετός οδηγός, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του, η οποία σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, υπολογίζεται στα 68 χλμ/ώρα, μη υπολογιζομένης της ταχύτητας που απορροφήθηκε από τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του άλλου αυτοκινήτου και παρά την τροχοπέδησή του επέπεσεν σε όλη την πλαϊνή αριστερή πλευρά του υπ’ αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου. Από τα σημεία σύγκρουσης καταδεικνύεται ότι το τελευταίο αυτοκίνητο επεχείρησεν αιφνίδια ελιγμό από τη δεξιά λωρίδα όπου εκινείτο προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι εκινείτο έμπροσθεν του υπ’ αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθ’ όσον αν συνέβαινε αυτό, το σημείο πρόσκρουσης θα ήταν στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αμαξώματος του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας των οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που η συνδρομή τους θεμελειώνει στο νόμο πλήρως τη συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών.

Συγκεκριμένα, για μεν τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Χ. δέχθηκε ότι αυτός ήταν συνυπαίτιος της συγκρούσεως των οχημάτων διότι, ενώ εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας της Εθνικής οδού ... προς Ιωάννινα, εντελώς αιφνιδιαστικά έστριψε προς τα αριστερά για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι με την κίνησή του αυτή δεν θα δημιουργούσε κινδύνους για τους οδηγούς που εκινούντο στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος πορείας και χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητα του ιδίου και των οδηγών που τον ακολουθούσαν και έτσι απέκοψε την πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Ρ. στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος πορείας όπισθεν αυτού, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων, για δε τον οδηγό του δευτέρου οχήματος ότι και αυτός ήταν συνυπαίτιος διότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του, η οποία ανέρχονταν στα 68 τουλάχιστον χιλ.

την ώρα, ανάλογα με τις συνθήκες κυκλοφορίας που επικρατούσαν στο συγκεκριμένο μέρος τη στιγμή του ατυχήματος. Η εν λόγω συμπεριφορά και των δύο οδηγών ήταν παράνομη και υπαίτια, αφού με αυτήν από αμέλεια παρέβησαν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που είχαν, όχι μόνο από τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αλλά και ως μέσοι συνετοί οδηγοί και το επελθόν αποτέλεσμα του τροχαίου ατυχήματος βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανωτέρω συμπεριφορά τους.

Οι ελλείψεις που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως αφορούν λεπτομέρειες που δεν ήταν απαραίτητες για την πληρότητα του αποδεικτικού πορίσματος, με αποτέλεσμα από αυτές να μην επηρεάζεται το αποτέλεσμα της δίκης. Ακόμη, δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον η μεν αρχική αναφορά ότι το δεύτερο αυτοκίνητο εκινείτο όπισθεν του πρώτου γίνεται για τον προσδιορισμό της σειράς των δύο αυτοκινήτων κατά την κίνησή τους επί της οδού, ενώ η αναφορά ότι το δεύτερο αυτοκίνητο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα γίνεται για τον προσδιορισμό του μέρους του οδοστρώματος στο οποίο εκινείτο το κάθε αυτοκίνητο (αριστερό ή δεξιό).

Έτσι, με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου και με τις υπόλοιπες επεξηγήσεις τις σχετικές με την κίνηση των δύο οχημάτων πριν και κατά το ατύχημα, γίνεται σαφές ότι τα δύο οχήματα εκινούντο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας στο δεξιό μέρος της οδού το πρώτο και στο αριστερό το δεύτερο, με προπορευόμενο το πρώτο, το οποίο, με την απότομη στροφή που επιχείρησε προς τα αριστερά, απέκοψε την πορεία του δεύτερου.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε πλαγίως τις διατάξεις που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και ειδικά εκείνες του άρθρου 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., αφού, όπως προαναφέρθηκε, η συνυπαιτιότητα των οδηγών θεμελιώνεται και χωρίς την παράβαση της εν λόγω διατάξεως και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ που αποδίδονται με τους δύο πρώτους λόγους της αναιρέσεως, οι οποίοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. με τις αιτιάσεις ότι η περιγραφή από το Εφετείο του χώρου και των συνθηκών του ατυχήματος είναι εσφαλμένη. Όμως, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για πραγματικά γεγονότα και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την κρινόμενη αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Σ. χήρα Π. Χ..

Απορρίπτει την κρινόμενη από 15-4-2009 και με αριθμό καταθέσεως 78/2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 293/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ως προς του λοιπούς αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ