Legislator Case Law & Legislation
1139/2012 AI generated

1139/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1139/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1139/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1139/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ε. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σταμόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3638/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7324/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουλίου 2009 αίτηση του. Εκδόθηκε η 289/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναπροσδιορίζεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 7 Αυγούστου 2011 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 770/13-7-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 7324/31-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 770/13-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7324/31-12-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 185627/10533/18-11-2005 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του χρηματικής ικανοποιήσεως κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, απορρέουσα από την άδικη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, προσωρινή κράτησή του. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 3638/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 715/24-1-2008 έφεση του ενάγοντος, η 7324/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, σε συνέπεια με την αξιολόγηση της αγωγής ως απαράδεκτης, ελλείψει δικαιοδοσίας, με την αιτιολογία ότι δεν είχε διαγνωσθεί προηγουμένως από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο η περί τούτου υποχρέωση του αναιρεσίβλητου. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αν η αποδιδόμενη στο δικαστήριο της ουσίας πλημμέλεια συνίσταται στο ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας προσήκει η αναιρετική αιτίαση αυτό το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, που στοιχειοθετείται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.

Εξάλλου, κατά άρθρο 93 του Συντάγματος "τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με τα άρθρα 94 95 και 96 αυτού (Συντάγματος), ορίζεται η δικαιοδοσία του καθενός από τα παραπάνω δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος "νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν άδικα ή παράνομα ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν παράνομα την προσωπική τους ελευθερία".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, η παροχή αποζημιώσεως με δικαστική απόφαση σε όσους προφυλακίστηκαν ή καταδικάστηκαν ή στερήθηκαν την ελευθερία τους προϋποθέτει τη διάγνωση από δικαστήριο του αδίκου ή παράνομου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος, στη συνέχεια, κηρύχθηκε αθώος ή απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (Εισαγγελέα, Ανακριτή), εντεταγμένου στη διαδικασία της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη.

Ο τελευταίος, δεν μπορεί πάντως να αναθέσει τη διάγνωση αυτή σε δικαστήρια άλλης δικαιοδοσίας, όπως είναι τα πολιτικά δικαστήρια, ενόψει του εκτεθέντος παραπάνω οργανωτικού συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών που εγκαθιδρύει το Σύνταγμα. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του 7ου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε και κατέστη εσωτερικό δίκαιο, με το ν. 1705/1987, ορίζεται ότι: "όταν ένα πρόσωπο καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση για αξιόποινη πράξη και η καταδίκη αυτή ακυρωθεί ή όταν στο πρόσωπο αυτό απονεμηθεί χάρη με βάση ένα νέο ή μεταγενέστερο της απόφασης γεγονός, που αποδεικνύει άμεσα ότι υπήρχε δικαστική πλάνη, τότε το πρόσωπο που υποβλήθηκε σε ποινή, η οποία ήταν αποτέλεσμα αυτής της καταδίκης, θα αποζημιώνεται σύμφωνα με το νόμο ή την πρακτική που ακολουθείται στο Κράτος για το οποίο πρόκειται, εκτός αν αποδειχθεί ότι η μη έγκαιρη αποκάλυψη του άγνωστου γεγονότος οφείλεται ολικά ή μερικά σ' αυτό το πρόσωπο".

Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα, που κυρώθηκε και κατέστη εσωτερικό δίκαιο με το ν. 2464/1997 "κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης". Εξάλλου, με τα άρθρα 533 έως 540 και 544 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που περιέχονται στο τρίτο κεφάλαιο και υπό τον τίτλο "Αποζημίωση εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν προσωρινά", τα οποία τροποποιήθηκαν με το άρθρο 26 του ν. 2915/2001, στην Εισηγητική έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαία την εναρμόνιση της νομοθεσίας, που διέπει την αποζημίωση όσων καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν, με το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις που έχει επικυρώσει η χώρα μας, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του όρθρου 7 παρ. 4 του Συντάγματος, 5 παρ. 5 της Ε.Σ.Δ.Α. 9 παρ. 5 και 14 παρ. 6 του Διεθνούς Συμφώνου του Ο.Η.Ε.

για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, ορίζονται τα εξής: Α) άρθρο 533. 1. "Έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το Δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες που αθωώθηκαν αμετάκλητα. με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε. 2. Όσοι κρατήθηκαν λόγω καταδίκης ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παρ. 1, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθηκε ποινή για οιανδήποτε λόγο".

Β) άρθρο 535. "Το δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση αν εκείνος που καταδικάστηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση υπαίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής του κράτησης". Γ) άρθρο 536 " 1. Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουστούν, 2.

Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 3000 δρχ. ή 8,804 ευρώ, ούτε ανώτερη από 10.000 δρχ. ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.

Το κατώτερο και ανώτερο ύψος της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Δ) άρθρο 537, 1. Εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα αίτηση για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο. 2. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προσωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.

Η παραπάνω προθεσμία δεν παρατείνεται λόγω αποστάσεως. Η αίτηση εισάγεται στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο που συγκαλείται εκτάκτως για την εκδίκαση της κατά το δυνατό σε μία από τις πρώτες εργάσιμες ημέρες μετά την παράδοση της αίτησης. 3- Το δικαστήριο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση.

Ε) άρθρο 538 "Απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση, αν εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των αρθρ. 536 και 537 είναι άκυρη. ΣΤ), άρθρο 539. "1. Αν αναγνωριστεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο υποχρέωση για αποζημίωση από το Δημόσιο, χωρίς να επιδικαστεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το Δημόσιο κρίνεται υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

Κ.Πολ.Δ., που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536. 2. Η αξίωση παραγράφεται ύστερα από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση για την ποινική υπόθεση".

Ζ) άρθρο 540.1. "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε είδους ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που ζημιώθηκε και η ηθική βλάβη που υπέστη" και Η) άρθρο 544 "Στις διατάξεις των άρθρων 533-542, ως δικαστήριο και απόφαση νοούνται και τα δικαστικά συμβούλια και τα βουλεύματα τους".

Με τις παρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινώς κρατηθέντων που τελικώς αθωώθηκαν, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβλέπεται, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 94, 95 και 96), ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη διάγνωση του άδικου ή παράνομου της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης είναι αποκλειστικώς το ποινικό δικαστήριο (ή δικαστικό συμβούλιο) που αθώωσε ή απήλλαξε ή τιμώρησε με ελαφρότερη ποινή τον κατηγορούμενο.

Τα δε πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια, μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της ανάλογης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, στις περιπτώσεις που το ποινικό δικαστήριο έχει μεν αναγνωρίσει τη σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, αλλά δεν έχει προσδιορίσει το ύψος της αποζημίωσης, ή προσδιόρισε αυτή και το ύψος της δεν βρίσκει σύμφωνο τον δικαιούχο ή το υπόχρεο Δημόσιο.

Και τούτο διότι ο ποινικός δικαστής, ο οποίος έχει πλήρη γνώση της διεξαχθείσης ενώπιον του ποινικής διαδικασίας, εκτιμώντας τις συνθήκες και όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις, είναι ο πλέον κατάλληλος για να αποφανθεί για την υποχρέωση ή μη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Σε συνέχεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, εφόσον, κατά την ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, δεν είχε διαγνωσθεί προηγουμένως από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο η κατά του αναιρεσίβλητου αξίωση του.

Επομένως οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 4 ΚΠολΔ, με την έννοια της κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απορρίψεως της αγωγής του αναιρεσειοντος, ως απαράδεκτης ελλείψει δικαιοδοσίας, με προσήκοντα στην τελευταία περίπτωση τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 παρ.18 ΕισΝ ΚΠολΔ, 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κ.υ.α.

που εφαρμόζονται, για λόγους δικονομικής ισότητας, και υπέρ του αντιδίκου του Ελληνικού Δημοσίου, στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 770/13-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 7324/31-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ