Legislator Case Law & Legislation
1139/2011 AI generated

1139/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1139/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1139/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Keywords

AI generated
standing of heirs composition request head of the family parents' pension right to know one's descendants family assets
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1139/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Κ. Τ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 16-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2786/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2009 αίτησή του και με τους από 27-7-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 3356Δ/11.3.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενης την αρχή της παρούσας δικάσιμο της (9.2.2011) και κλήση προς συζήτηση για αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποίο η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.

Πρέπει επομένως να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 976 παρ. 1 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο εάν γι' αυτήν τηρείται ο τύπος συμβολαιογραφικού εγγράφου ή ατύπως γίνεται (Ολ.ΑΠ 1593/1979).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι είναι στενοί συγγενείς και συγκεκριμένα: Η εκ τούτων Ν. σύζ. Κ. Τ., το γένος Μ. και Ε. Μ., ενάγουσα της υπό στοιχείο (α) αγωγής και εναγόμενη της υπό στοιχείο (β) αγωγής, ήδη εφεσίβλητη, είναι αμφιθαλής αδελφή του Γ.

Μ., πρώτου εναγόμενου της υπό στοιχείο (α) αγωγής και ενάγοντα της υπό στοιχείο (β) αγωγής, ήδη πρώτου των εκκαλούντων, της Χ. σύζ. Ι. Ψ., το γένος Μ. και Ε. Μ., δεύτερης εναγόμενης της υπό στοιχείο (α) αγωγής, (μη διαδίκου στην παρούσα έκκλητη δίκη) και θεία της Ε. και Φ. Μ., τρίτης και τέταρτης εναγόμενης, αντιστοίχως, της υπό στοιχείο (α) αγωγής που είναι θυγατέρες του ως άνω Γ.

Μ.. Επομένως, η Ν. σύζ. Κ. Τ., το γένος Μ. και Ε. Μ., ο Γ. Μ., η Χ. σύζ. Ι. Ψ., το γένος Μ. και Ε. Μ. και η μη διάδικος Θ. σύζυγος Κ. Π., το γένος Μ. και Ε. Μ., είναι αμφιθαλή αδέλφια, νόμιμα τέκνα των ήδη αποβιωσάντων Μ. Μ. του Σ. και της Ε. Μ. το γένος Θ. και Β. Τ.. Ο ως άνω Μ. Μ., απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εξ' αγοράς παρ' αληθούς κυρίου και δυνάμει του υπ' αρ. .../1954 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ασπρομάλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ...

και αριθμό 246, ένα ακίνητο, τότε αγροτεμάχιο και ήδη πλέον οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 200 τ.μ που βρίσκεται στη ..., στη θέση "...", επί της οδού ... αρ. 55 και εμφαίνεται, ως αγροτεμάχιο με τον αριθμό 4 του (Ξ) τετραγώνου, στο από Φεβρουαρίου 1950 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Π. και ως οικόπεδο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α στο από 31-1-1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Π., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ' αρ. .../9.2.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κανάρη-Βυλλιώτη. Συνορεύει δε κατά το σχεδιάγραμμα αυτό Βόρεια, με πλευρά Β-Γ μήκους 20μ, με γειτονική ιδιοκτησία Μ. Κ., Νότια με πλευρά Δ-Α μήκους 20μ με ιδιοκτησία αγνώστου, Ανατολικά με πρόσοψη Α-Β μήκους 10μ με τη δημοτική οδό ...

και Δυτικά με πλευρά Γ-Δ μήκους 10μ με γειτονική ιδιοκτησία αγνώστου. Επί του προπεριγραφέντος οικοπέδου ο Μ. Μ. ανήγειρε με δικές του δαπάνες, ήδη από το έτος 1957, μία υπόγεια οικία στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του, ήτοι τη σύζυγό του Ε. και τα τέσσερα τέκνα του, Ν. Μ. (ήδη εφεσίβλητη), Γ. Μ. (πρώτο των εκκαλούντων), Χ.

Μ. (2η εναγομένη στη δεύτερη αγωγή) και Θ. Μ. (μη διάδικο). Επίσης ανοικοδόμησε, στο μεν δυτικό τμήμα του εν λόγω οικοπέδου και στο βάθος δεξιά αυτού μία οικία ισόγεια, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο και χώλ και αργότερα στο ανατολικό μέρος του οικοπέδου αυτού και πάνω από την ανωτέρω υπόγεια ανεξάρτητη οικία ανήγειρε άλλα δύο ισόγεια διαμερίσματα, αποτελούμενα το κάθε ένα από ένα δωμάτιο, χώλ και κουζίνα με ανεξάρτητη είσοδο απευθείας από την οδό ... .

Με το υπ' αριθμόν .../21-7-1959 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας ο Μ. Μ., αφενός υπήγαγε το ακίνητο αυτό στο θεσμό της κατ' όροφο οριζοντίου ιδιοκτησίας και αφετέρου συνέστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας του Χ.

και προς τον μέλλοντα γαμπρό του Ι. Α. Ψ. επί ενός δωματίου και χώλ, τα οποία ήταν κτισμένα στο βάθος του προπεριγραφόμενου οικοπέδου και στο δυτικό δεξιό μέρος αυτού με το δικαίωμα του υψούν σε αυτά, τα οποία είχαν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου είκοσι εκατοστά, ήτοι 200 χιλιοστά.

Εξάλλου, στη συνέχεια με το υπ' αρ. .../16.9.1963 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Σ. Αλιφέρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας (τόμο … και αριθ. 103), αφενός τροποποιήθηκε η παραπάνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου ο Μ. Μ. συνέστησε προίκα υπέρ της ετέρας θυγατέρας του Θ.

και προς τον μέλλοντα γαμπρό του Κ. Π. επί ενός διαμερίσματος του ακινήτου που βρισκόταν στον ισόγειο όροφο και αποτελείτο από ένα δωμάτιο, χώλ και κουζίνα, επιφανείας 27 τμ., κτισμένο δεξιά από την είσοδο του ακινήτου και στο ανατολικό μέρος αυτού, με το δικαίωμα του υψούν σε αυτό, το οποίο είχε ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο είκοσι εκατοστά, ήτοι 200 χιλιοστά, όπως και το άλλο ακίνητο για το οποίο συνέστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας του Χ..

Σημειώνεται ότι την κυριότητα του ως άνω ακινήτου η Θ. Π. μεταβίβασε στη συνέχεια, αιτία πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμόν .../10.7.1991 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Δημητρίου Βυλλιώτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νικαίας στον τόμο ... και αριθμό 235, προς τον αδελφό της Γ.

Μ. και τη σύζυγό του Μ. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών. Το έτος 1966 και ενόψει του επικείμενου γάμου της τρίτης θυγατρός του Ν. Μ. (ήδη εφεσίβλητου) μετά του Κ. Τ., ο προρηθείς πατέρας της Μ. Μ., σε εκπλήρωση του ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντός του και προς την ως άνω θυγατέρα του, όπως ακριβώς είχε πράξει και για τις προαναφερόμενες δύο άλλες κόρες του, εκδήλωσε την σαφή πρόθεσή του να της μεταβιβάσει, αιτία δωρεάς, την κάτωθι περιγραφόμενη αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου της οικοδομής, η οποία αποτελούσε εξ αρχής και τη συζυγική του οικία.

Για την εν λόγω μεταβίβαση δεν συνετάγη συμβολαιογραφικό έγγραφο. Τούτο οφειλόταν στην άσχημη οικονομική κατάσταση τόσο της ιδίας της δωρεοδόχου θυγατρός, όσο και του δωρητή πατρός της, που αδυνατούσαν να καταβάλουν τα απαιτούμενα συμβολαιογραφικά έξοδα, τον ανάλογο φόρο, τα έξοδα μεταγραφής κλπ. Όμως, ο "προικοδότης" πατέρας, αφού δήλωσε στην θυγατέρα του Ν.

Μ. ότι το ακίνητο αυτό θα αποτελούσε ουσιαστικά την προίκα της και ότι, μόλις η τελευταία εξοικονομούσε τα απαιτούμενα για τα έξοδα της μεταβίβασης χρήματα θα της μεταβίβαζε και τυπικά την κυριότητά του, της παρέδωσε το 1966 τη νομή του ατύπως, επιθυμώντας αυτό να περιέλθει στην κυριότητά της, ενώ ο ίδιος μετά της συζύγου του και του τότε ανύπανδρου γυιού του Γ.

Μ. (πρώτου των εκκαλούντων), μετακόμισαν και διέμεναν έκτοτε στο επάνω από την υπόγεια οριζόντια - αυτοτελή ιδιοκτησία, διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής, το οποίο βρίσκεται στο εμπρόσθιο και ανατολικό μέρος του οικοπέδου με πρόσοψη στην οδό ... . Σημειώνεται ότι την ως άνω επιθυμία του να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα στην ήδη εφεσίβλητη θυγατέρα του Ν.

Μ., όχι απλώς κατά χρήση, αλλά ως προίκα και για να γίνει δικό της, ο πατέρας της έκανε γνωστή σε όλα τα υπόλοιπα τέκνα του, στα συγγενικά του πρόσωπα καθώς και σε πολλούς από τους γείτονες τους με τους οποίους όλα αυτά τα χρόνια από το 1954 και εξής είχαν δημιουργήσει φιλικές σχέσεις. Οι εκκαλούντες συνομολογούν ότι πράγματι το έτος 1966 η ήδη εφεσίβλητη, ενόψει και του γάμου της εγκατεστάθη στο επίδικο υπόγειο διαμέρισμα και ότι έκτοτε σ' αυτό κατοικεί συνεχώς και αδιαλείπτως μετά της οικογενείας.

Ωστόσο υποστηρίζουν ότι απλώς δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου ο πατέρας της Μ. Μ. της παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος τη χρήση του μέχρι να βρουν άλλη κατοικία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ο προρηθείς Μ. Μ. μεταβίβασε στην εφεσίβλητη θυγατέρα του λόγω του επιγενόμενου γάμου της τη νομή και όχι τη κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος με τη θέληση να καταστεί κυρία του.

Από το 1966, που της παραχωρήθηκε άτυπα, η ήδη εφεσίβλητη εγκατεστάθη στη νομή της επίδικης αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου μετά των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων που ανήκαν σε αυτήν. Ειδικότερα, η ως άνω υπόγεια ιδιοκτησία έχει είσοδο κοινή με το ανωτέρω κτίσμα της κυριότητας της Χ.

σύζ. Ψ. το γένος Μ., από την οδό ..., όπου φέρει κλίμακα, αποτελείται από μαγειρείο, δωμάτιο, καθιστικό, αποθήκη, οφφίς και λουτρό, έχει επιφάνεια 59,85 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο είκοσι εκατοστά ή 200 χιλιοστά και συνορεύει γύρωθεν με πρασιά και μετά από αυτή με την οδό ..., με βόρειο όριο οικοπέδου, την προαναφερόμενη στο ίδιο ακίνητο ιδιοκτησία της Χ.

σύζ. Ψ., με κοινόχρηστο διάδρομο, με κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο, με κεντρική κυρία είσοδο και εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα κάτοψης υπογείου και στον πίνακα κατανομής ποσοστών του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., που έχουν προσαρτηθεί στο υπ' αρ. .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Νικαίας Δημητρίου Βυλλιώτη.

Από την παράδοση της νομής της ως άνω υπόγειας κατοικίας στην ήδη εφεσίβλητη Ν. συζ. Κ. Τ., η τελευταία εγκαταστάθηκε σε αυτή και τη νεμόταν με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι αποτελούσε (και αποτελεί) τη μόνιμη και μοναδική της κατοικία (οικογενειακή στέγη), στην οποία, αφού παντρεύτηκε, κατοικούσε με τον σύζυγο της, γέννησε τα τέσσερα τέκνα της, την Ε., την Π., Δ.

και Δ., τα οποία και μεγάλωσαν εκεί. Σημειώνεται ότι από τα ως άνω τέκνα της ο υιός της Δ. Τ. κατοικούσε εκεί μέχρι και λίγους μήνες πριν από την έναρξη της παρούσης δικαστικής αντιδικίας, οπότε παντρεύτηκε και μετοίκησε, η δε θυγατέρα της Δ. Τ. διέμενε εκεί έως το 1985 οπότε και παντρεύτηκε και μετέβη στην Κρήτη, πλην όμως από το έτος 2003, όταν διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή της, επέστρεψε στην ως άνω κατοικία, όπου διέμενε με το τρίχρονο τέκνο της μέχρι πριν λίγους μήνες, οπότε και μετοίκησε σε άλλο διαμέρισμα στην ίδια περιοχή, ενώ πλέον στην ως άνω οικία διαμένει ήδη μαζί με την εφεσίβλητη και το σύζυγό της, η θυγατέρα τους Π.

Τ. με το σύζυγό της Κ. Δ. και τα δύο τέκνα τους, Ν. και Κ. Δ.. Ειδικότερα, από το έτος 1966 έως και το έτος 2006 η εφεσίβλητη νεμόταν το επίδικο διαμέρισμα, ασκώντας τις προσιδιάζουσες σε αποκλειστικό κύριο διακατοχικές υλικές πράξεις, με τις οποίες εξεδήλωνε προς τους τρίτους τη σαφή βούληση της να νέμεται και να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα ως αποκλειστική κυρία, όπως την αποκλειστική και ανεμπόδιστη χρήση του, από την ίδια και τα μέλη της οικογενείας της, έχοντας μόνο αυτή, ο σύζυγός της και τα τέκνα της κλειδιά του επιδίκου, δεχόταν επισκέψεις σε αυτό, τόσο από τα αδέλφια της όσο και από συγγενείς και φίλους σε περιόδους εορτών, όπου έκανε συγκεντρώσεις και συνδιασκέδαζαν, όλοι δε αυτοί την αναγνώριζαν ως αποκλειστική και μοναδική κυρία του επιδίκου.

Επιπλέον το συντηρούσε και φρόντιζε για την επισκευή των εγκαταστάσεών του, όποτε απαιτείτο. Στις 13-3-1972 υπέβαλε αίτηση για ηλεκτροδότησή του για πρώτη φορά στο όνομά της, ενώ φυσικά κατέβαλε τις δαπάνες ύδρευσης και ηλεκτρικού ρεύματος. Οι εν λόγω εργασίες και δαπάνες, εγένοντο από την ήδη εφεσίβλητη με την πεποίθηση ότι ενεργεί σε ακίνητο που της παραδόθηκε για να γίνει δικό της και πλέον της ανήκει.

Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εφεσίβλητη νεμόταν το επίδικο, τόσο ο πατέρας της, Μ. Μ.ς, όσο ζούσε, δηλαδή έως τις 28-2-1994, όσο και τα αδέλφια της, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση, καθόσον αναγνώριζαν ότι το επίδικο διαμέρισμα ουσιαστικά της ανήκε, αφού ο πατέρας της είχε αποξενωθεί πλήρως από αυτό και της είχε παραδώσει τη νομή του ήδη από το έτος 1966, με σκοπό να της το μεταβιβάσει, λόγω δωρεάς.

Καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα ουδείς αμφισβήτησε το δικαίωμα της ήδη εφεσίβλητου, επί του επιδίκου, τα δε αδέλφια της και οι ανηψιές της πάντα αναγνώριζαν αυτή ως μοναδική κυρία αυτού, του οποίου, εξάλλου, ουδέποτε έκαναν χρήση ούτε προσδοκούσαν ή προέβαλαν οιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτού, αφού η αδελφή της Θ.

Μ., μετά το γάμο της με τον Κ. Π., μετανάστευσε το έτος 1965 στην Βοστώνη των ΗΠΑ, χωρίς έκτοτε να επιστρέψει στην Ελλάδα, η αδελφή της Χ. Μ. παντρεύτηκε τον Ι. Ψ. και ανοικοδόμησαν διώροφη, πάνω από το υπόγειο, οικοδομή στο πίσω δυτικό μέρος του ακινήτου που ήδη της είχε μεταβιβάσει, μετά του δικαιώματος υψούν, ο πατέρας της, αιτία προικός, κατά τα ανωτέρω, όπου και κατοικεί έκτοτε, ο δε αδελφός της Γ.

Μ., πρώτος των εκκαλούντων, αποδεχόταν τη διάνοια κυρίου νομή του επιδίκου εκ μέρους της, σεβόμενος πλήρως την επιθυμία του πατέρα τους την οποία θεωρούσε δίκαιη. Εξάλλου και ο ίδιος λίγα χρόνια μετά το 1966 παντρεύτηκε τη Μ. Μ. και έκτοτε εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στην οικία επί της οδού ... αρ. 47 που ανήκει στην κυριότητα της τελευταίας.

Κατά περιόδους επανερχόταν σε συζήτηση το ζήτημα της μεταβίβασης με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αιτία δωρεάς, της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος από τον Μ. Μ. στην ήδη εφεσίβλητη κόρη του, καθόσον τόσο οι γονείς της όσο και όλα της τα αδέλφια την προέτρεπαν και την συμβούλευαν να κινήσει τις απαιτούμενες διαδικασίες και ενέργειες για την τυπική μεταβίβαση στο πρόσωπό της τής κυριότητας του επιδίκου.

Ωστόσο η εφεσίβλητη ανέκαθεν παρουσίαζε δυσχερέστατα οικονομικά προβλήματα και ως πολύτεκνη, δεν είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για την καταβολή των εξόδων μεταβίβασης χρήματα. Επιπλέον ήταν πάντα φιλάσθενη και επί πολλά έτη παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον πάσχει από μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο του τύπου RARS, ένα είδος καρκίνου του μυελού των οστών, ασθένεια που απαιτούσε και απαιτεί συχνή εισαγωγή της σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα και υποβολή της σε αιματολογική θεραπεία, ενώ, εξάλλου, σοβαρά προβλήματα υγείας παρουσίαζε και ο σύζυγός της, ο οποίος πάσχει από ετών από καρδιακή ανεπάρκεια επί εδάφους παλαιού εμφράγματος και προσφάτως υπέστη οξύ πνευμονικό οίδημα.

Επομένως, τα ως άνω σοβαρά οικονομικά προβλήματα και τα προβλήματα υγείας που παρουσίαζε η ήδη εφεσίβλητη αλλά και ο σύζυγός της Κ. Τ. δεν της επέτρεψαν να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα χρήματα για την τυπική συμβολαιογραφική μεταβίβαση προς το πρόσωπό της της κυριότητας του επιδίκου. Επιπλέον η εφεσίβλητη δεν επέδειξε κάποια ιδιαίτερη σπουδή για την ολοκλήρωση μέχρι τις 28-2-1994 που ζούσε ο πατέρας της των ως άνω τυπικών διαδικασιών, και για τον πρόσθετο λόγο ότι ουδείς αμφισβητούσε την εκφρασθείσα από το έτος 1966 ρητή βούληση του (πατέρα της) να περιέλθει σ' αυτήν το ως άνω διαμέρισμα, τη νομή του οποίου, όπως προεκτέθηκε της είχε παραδώσει από το έτος 1966, όλα δε τα αδέλφια της, τα ανίψια της και οι λοιποί συγγενείς που την έβλεπαν να χρησιμοποιεί το επίδικο ως αποκλειστική κυρία με την οικογένειά της και εγνώριζαν την επιθυμία που είχε εκφράσει ο δικαιοπάροχος πατέρας της, την αποδέχοντο αναντίρρητα.

Άλλωστε ο τελευταίος είχε ήδη προηγουμένως μεταβιβάσει και στις άλλες θυγατέρες τα προαναφερόμενα ακίνητα, παρόμοιας αξίας με το επίδικο και ίδιων ακριβώς εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί του οικοπέδου (200 χιλιοστά), στον δε αδελφό της Γ. Μ., πρώτο των ήδη εκκαλούντων είχε υποσχεθεί ότι θα μεταβίβαζε την κυριότητα του διαμερίσματος του ισογείου ορόφου όπου διέμενε ο ίδιος (Μ.

Μ.) με την σύζυγό του, γεγονός εξάλλου που πράγματι έπραξε, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Τέλος δεν επεδίωξε, όσο ζούσε ο πατέρας της, να προβούν στη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, γιατί με βάση όλες τις παραπάνω περιστάσεις δεν της πέρασε από το μυαλό ότι ενδέχεται να αμφισβητηθεί στο μέλλον το επί του επιδίκου διαμερίσματος δικαίωμα κυριότητός της.

Έτσι η εφεσίβλητη ασκούσε με διάνοια κυρίου την αποκλειστική νομή επί του επιδίκου ακινήτου με συνεχή και ενεργή παρουσία σε αυτό χωρίς τη παραμικρή ενόχληση ή αμφισβήτηση από οποιονδήποτε και δη από τους αντιδίκους της. Επομένως, το έτος 1986 κατέστη κυρία της νόμιμα συνεστημένης επιδίκου αυτοτελούς ιδιοκτησίας με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1966, οπότε και είχε αρχίσει να τη νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίας, έως και το έτος 1986 είχε συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των 20 ετών που απαιτείται εκ του νόμου για την απόκτηση κυριότητας με το νόμιμο αυτό τρόπο, έκτοτε δε κατελύθη το προϋπάρχον επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου πατρός της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμόν .../9-2-1994 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Δημητρίου Κανάρη Βυλλιώτη που συντάχθηκε στην κατοικία του Μ. Μ. επί της οδού ... 55, είκοσι ημέρες προ του θανάτου του, ο οποίος έλαβε χώρα την 28-2-1994, ο Μ. Μ. μεταβίβασε στον πρώτο των εκκαλούντων γυιό του κατά ψιλή κυριότητα, με παρακράτηση ισόβια της επικαρπίας υπέρ της συζύγου του Ε.

Μ. τα ακόλουθα ακίνητα : 1) το με στοιχεία ισόγειο 2 διαμέρισμα που ήταν το διαμέρισμα του ισογείου στο οποίο έως τότε κατοικούσε ο ίδιος ο Μ. Μ. μετά της συζύγου του, επιφανείας 30,60 τμ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 150 χιλιοστά, 2) το μελλοντικό με αριθμό 2 διαμέρισμα του ισογείου, που δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου, το οποίο είχε προβλεφθεί να έχει επιφάνεια 13,40 τμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 50 χιλιοστά, 3) το με αριθμό 2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου που δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου και το οποίο είχε προβλεφθεί να έχει επιφάνεια 44 τμ ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 150 χιλιοστά και 4) το δικαίωμα του υψούν απεριόριστα πάνω από το Α-2 διαμέρισμα και στο οποίο αντιστοιχούσε ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 50 χιλιοστά.

Σημειώνεται ότι στο ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής ο Μ. Μ. εξαιρούσε ρητά από τη γονική παροχή την επίδικη υπόγεια οριζόντια και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, με την περικοπή " ...στον πρώτο συμβαλλόμενο παρέχοντα γονέα Μ. Μ. απομένει το υπόγειο αυτό υπάρχει σήμερα και αποτελεί μία αυτοτελή και διακεκριμένη ιδιοκτησία ...".

Την 17-1-2002 πέθανε η επικαρπώτρια των ως άνω ακινήτων Ε. Μ., οπότε και οι προαναφερόμενες ιδιοκτησίες περιήλθαν στην πλήρη κυριότητα του πρώτου των εκκαλούντων Γ. Μ.. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του πρώτου των εκκαλούντων, Μ. Μ., μεταβίβασε σε αυτόν αιτία δωρεάς και δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-9-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Νικαίας Καλλιρρόης Πέππα που καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Νικαίας την 28-12-2005 με αριθμό ..., το ποσοστό της (1/2 εξ αδιαιρέτου), που είχε επί του ακινήτου Ι-1 του ισογείου και του δικαιώματος υψούν των ορόφων πάνω από αυτό, το οποίο είχε αποκτήσει, κατά τα προαναφερόμενα, αιτία πωλήσεως από την Θ.

σύζ. Π., το γένος Μ. Μ.. Μετά, ο πρώτος των εφεσίβλητων Γ. Μ., δυνάμει του υπ' αρ. αριθμόν .../17-10-2005 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Νικαίας Καλλιρρόης Πέππα, μεταβίβασε προς τις θυγατέρες του Ε. Μ. και Φ. Μ., δεύτερη και τρίτη των ήδη εκκαλούντων, κατά ποσοστό 65% και 35% εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως στην κάθε μία, όλες τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχε στην πλήρη κυριότητα του και οι οποίες είχαν, κατά τα προαναφερόμενα, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, συνολικά 600 χιλιοστά.

Περί τα τέλη του έτους 2005 με αρχές του έτους 2006 οι εκκαλούντες, (πατέρας και θυγατέρες), θεώρησαν ότι συμφέρει να κατεδαφιστεί ολόκληρη η υπάρχουσα στο αρχικό οικόπεδο οικοδομή και να ανεγερθεί νέα, σύγχρονης κατασκευής. Για το λόγο αυτό επιχείρησαν να έλθουν σε επικοινωνία, προκειμένου να διαπραγματευθούν, τόσο με την Χ.

σύζ. Ψ. το γένος Μ. Μ., 2η εναγόμενη στην δεύτερη αγωγή, ιδιοκτήτρια της αυτοτελούς οικίας στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου, όσο και με την ήδη εφεσίβλητη, την οποία προφανώς αναγνώριζαν ως κυρία της υπόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας, και να αποφασίσουν από κοινού την συμφερότερη για όλους αξιοποίηση του ακινήτου τους.

Κατά τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να ξεπεραστεί η έλλειψη συμβολαιογραφικού εγγράφου για την τυπική μεταβίβαση της κυριότητος του επιδίκου υπογείου διαμερίσματος στην ήδη εφεσίβλητη αποφασίστηκε να ασκήσει η τελευταία μία αναγνωριστική της κυριότητάς της αγωγή, την οποία θα έστρεφε κατά όλων των αδελφών της και των ως άνω ανηψιών της, οι οποίοι, προσερχόμενοι στο δικαστήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, θα ομολογούσαν το περιεχόμενο αυτής και έτσι η επ' αυτής εκδοθησόμενη απόφαση θα μπορούσε να μεταγραφεί.

Στη συνέχεια οι ήδη εκκαλούντες ενημέρωσαν την εφεσίβλητη ότι θα έπρεπε οι πολιτικοί μηχανικοί τους να συναντηθούν για να εξεύρουν μία κοινά αποδεκτή λύση σχετικά με την κατανομή των ποσοστών τους επί της νέας πολυώροφης οικοδομής που επρόκειτο να ανεγείρουν. Πράγματι, η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητου και ο διορισθείς από αυτήν πολιτικός μηχανικός Σ.

Δ. μετέβησαν στο γραφείο του πολιτικού μηχανικού των εκκαλούντων. Ωστόσο οι ως άνω συνιδιοκτήτες και διάδικοι της παρούσης εκκλήτου δίκης δεν κατόρθωσαν να καταλήξουν σε μία κοινά αποδεκτή λύση, ως προς την κατανομή των ποσοστών τους, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη δήλωσε εξ αρχής ότι δεν επιθυμούσε να της παραχωρηθεί το υπόγειο της ανεγερθησόμενης οικοδομής και ζήτησε να λάβει τον ισόγειο όροφο αυτής, πλην όμως ο πολιτικός μηχανικός των εκκαλούντων της πρότεινε να εξακολουθεί να παραμένει στην υπόγεια ιδιοκτησία, είτε στην ήδη υπάρχουσα που θα επισκευαζόταν και επάνω σε αυτή θα κτίζονταν οι κολώνες της καινούργιας τριώροφης οικοδομής που θα ανήκε μόνο στις ανιψιές της, δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων, είτε στην τυχόν νέα που θα ανεγειρόταν, οπότε και πάλι η άνωθεν αυτής τριώροφη οικοδομή θα ανήκε στην κυριότητα των ως άνω ανιψιών της.

Ενόψει της διαφωνίας αυτής η συζήτηση μεταξύ των εκπροσώπων των συνιδιοκτητών δεν επέφερε λύση ως προς το ζήτημα της κατανομής των εξ αδιαιρέτου ποσοστών τους επί της ανεγερθησόμενης οικοδομής. Μετά την αρνητική αυτή εξέλιξη των διαπραγματεύσεων οι εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής, δηλαδή οι εκκαλούντες και η Χ.

Μ., απέστειλαν προς την εφεσίβλητη, την από 2-2-2006 εξώδικη πρόσκλησή τους στην οποία, μεταξύ άλλων ανέφεραν: "ΕΞΩΔΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΜΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 1. Γ. Μ., 2. Ε. Μ., 3. Φ.ς Μ. και Χ. Μ.. Προς τη Ν. σύζυγο Κ. Τ.. Πειραιάς 2/2/2006. Γνωρίζετε άριστα ότι τυγχάνουμε συνιδιοκτήτες σε ένα ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη Νίκαια και επί της οδού ...

αριθμός 55, το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929, του ΝΔ 1024/1971 και 1002, 1117 ΑΚ ... . Επειδή επιθυμούμε την αξιοποίηση του ακινήτου μας με την ανέγερση σ' αυτό μιας νέας σύγχρονης οικοδομής, δεδομένου ότι τα υφιστάμενα σήμερα κτίσματα είναι παλαιά και κατεδαφιστέα κατά το μεγαλύτερο μέρος τους...

Επειδή στην προτεινόμενη από εμάς αξιοποίηση του ακινήτου μας δεν συμφωνείτε Σας καλούμε να προσέλθετε στις 13-2-2006 στο επί της οδού ... γραφείο της δικηγόρου μας ... προκειμένου να συζητήσουμε για την αξιοποίηση τον ακινήτου μας κατά τον καλύτερο και συμφερότερο για όλους τρόπο ...". Τελικά η συνάντηση κατά την ως άνω ημερομηνία πραγματοποιήθηκε χωρίς όμως αποτέλεσμα, οπότε και έκτοτε οι ήδη εκκαλούντες άρχισαν να αμφισβητούν το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης επί του επιδίκου, καθόσον διέδιδαν στους γείτονες ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην τελευταία αλλά στον πρώτο εξ' αυτών.

Επομένως, για πρώτη φορά το έτος 2006 οι εκκαλούντες αμφισβήτησαν το δικαίωμα της κυριότητας που κατά τα ανωτέρω είχε ήδη αποκτήσει η εφεσίβλητη επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Τον Απρίλιο του 2006, ήτοι 12 έτη και δύο μήνες από του θανάτου του πατρός του Μ. Μ., ο πρώτος των εκκαλούντων παρουσίασε το πρώτον μία ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία φέρεται να έχει συντάξει ο εν λόγω αποβιώσας πατέρας του την 2-7-1991, ήτοι πριν 15 έτη περίπου, σύμφωνα με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμο τον πρώτο των εκκαλούντων επί της ψιλής κυριότητας και την σύζυγό του Ε.

Μ. επικαρπώτρια "σε ακίνητό του, που βρίσκεται στη Νίκαια και επί της οδού ... αριθμός 55". Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον χρόνο που φέρεται συνταχθείσα η διαθήκη, ο εν λόγω διαθέτης ήταν κύριος των ιδιοκτησιών, που αιτία γονικής παροχής μεταβίβασε 15 χρόνια αργότερα στον πρώτο των εκκαλούντων γυιό του με το υπ' αριθ. .../9-2-1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Δημητρίου Κανάρη Βυλλιώτη ήτοι: 1) του με στοιχεία ισόγειο 2 διαμερίσματος του ισογείου επιφανείας 30,60 τμ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 150 χιλιοστά, 2) του μελλοντικού ισογείου υπό στοιχείο 2 διαμερίσματος του ισογείου που δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου, το οποίο είχε προβλεφθεί να έχει επιφάνεια 13,40 τμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 50 χιλιοστά, 3) του με αριθμό 2 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου και το οποίο είχε προβλεφθεί να έχει επιφάνεια 44 τμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 150 χιλιοστά και 4) του δικαιώματος του υψούν απεριόριστα πάνω από το Α-2 διαμέρισμα και στο οποίο αντιστοιχούσε ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 50 χιλιοστά.

Η ως άνω διαθήκη, κατόπιν αιτήσεως του Γ. Μ., δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθ. 628/26-5-2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο δε Γ. Μ., θεωρώντας ότι με την εν λόγω διαθήκη ο διαθέτης πατέρας του τού κατέλιπε την επίδικη αυτοτελή ιδιοκτησία του υπογείου, με την υπ' αρ. .../1.12.2006 πράξη του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αριστείδου Δημοσθ.

Κατωπόδη, που καταχωρίσθηκε την 12-2-2006 και με αριθμό ... στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας, αποδέχθηκε την ως άνω, εκ διαθήκης κληρονομιά. Όμως, όπως προεκτέθηκε, ήδη από το έτος 1986 είχε καταλυθεί το δικαίωμα κυριότητας που είχε επ' αυτής ο διαθέτης πατέρας του πρώτου των εκκαλούντων, Μ.

Μ.. Ειδικότερα, από το έτος 1966, που ο ίδιος, χωρίς να θέσει κάποια αίρεση, παρέδωσε στην εφεσίβλητη θυγατέρα του τη νομή του επιδίκου με σκοπό να γίνει δικό της, έως το φερόμενο χρόνο συντάξεως της διαθήκης (2-7-1991), η τελευταία ασκούσε αδιατάρακτα τη νομή του επιδίκου, με διάνοια κυρίου και με τη θέληση του πατέρα της αυτό να της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, οπότε συμπληρώθηκε, πολύ προ της συντάξεως της διαθήκης, ήτοι ήδη το έτος 1986, το διάστημα των είκοσι ετών που απαιτούνταν για την κτήση εκ μέρους της κυριότητας επ' αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Έτσι το επίδικο ακίνητο, με βάση την αρχή, "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος" δεν μπορούσε να αποτελέσει και δεν αποτέλεσε στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Μ., αφού, όταν ο τελευταίος φέρεται να προέβη στη σύνταξη της ως άνω διαθήκης και, πολύ περισσότερο, όταν ο ήδη πρώτος των εκκαλούντων προέβη στην προαναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου είχε ήδη αποκτήσει η ενάγουσα από το έτος 1986.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η προμνησθείσα στο με αριθμό .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής περικοπή, ότι "στον πρώτο συμβαλλόμενο παρέχοντα γονέα Μ. Μ. απομένει το υπόγειο αυτό υπάρχει σήμερα και αποτελεί μία αυτοτελή και διακεκριμένη ιδιοκτησία ..." δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπέρ της απόψεως των εκκαλούντων, ότι δηλαδή η περικοπή αυτή ανεγράφη επειδή το έτος 1966 δεν είχε μεταβιβασθεί η νομή του επιδίκου διαμερίσματος στην εφεσίβλητη, αλλά μόνο η χρήση του.

Και τούτο γιατί το έτος 1994, κατά το οποίο ο παρέχων Μ. Μ. φαίνεται για άγνωστους λόγους να αλλάζει την προ 28 ετών εκφρασθείσα ρητώς διαφορετική βούληση του, η ήδη εφεσίβλητη "άτυπη δωρεοδόχος" είχε ήδη καταστεί αποκλειστική κυρία του επιδίκου, καταλύοντας το δικαίωμα κυριότητος του δωρητή γονέα της, και η παραπάνω δήλωσή του είναι άνευ νομίμου επιρροής.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, ενώ απέρριψε τη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος που αφορούσε το αυτό επίδικο ακίνητο (αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία).

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παράδοσης της νομής του επιδίκου ακινήτου στην αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της Μ. Μ. και είναι αδιάφορη η αιτία παράδοσης της νομής (δωρεά ή προίκα) ώστε, στην τελευταία περίπτωση, να απαιτείται κατά το άρθρο 1406 ΑΚ όπως ίσχυε, η συμφωνία για παράδοση της νομής του ακινήτου να γίνει μεταξύ του προικοδότη πατέρα και του άνδρα της προικιζόμενης και επομένως ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ήδη καταργηθείσα διάταξη του άρθρ4ου 1406 ΑΚ όπως ίσχυε κατά το έτος 1966 της παραδόσεως της νομής των επίδικων ακινήτων στην αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος.

Με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγω της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να ενισχύσει την κρίση του ότι η αναιρεσίβλητος συμπεριφέρετο ως νομέας του επιδίκου διαμερίσματος, δέχθηκε ότι αυτή συντηρούσε τούτο και το φρόντιζε, υπέβαλε δε αίτηση ηλεκτροδοτήσεώς του για πρώτη φορά το 1972 επ' ονόματί της, ενώ αυτή κατέβαλε τις δαπάνες ύδρευσης και ηλεκτρικού και έτσι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 813 ΑΚ, που ορίζει επί χρησιδανείου ότι ο χρησάμενος φέρει τις συνήθεις για τη συντήρηση του πράγματος δαπάνες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε τη φυσική εξουσίαση στο επίδικο διαμέρισμα με διάνοια κυρίου και όχι με βάση σύμβαση χρησιδανείου και ως νομέας του επιδίκου πράγματος κατέβαλε μεταξύ άλλων και τις δαπάνες συντήρησης του επιδίκου διαμερίσματος.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, μέρος δεύτερο και τρίτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί: α) ότι η αναιρεσίβλητος λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας αυτής και του συζύγου της ως και των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, τα οποία αυτή αντιμετώπιζε, δεν της επέτρεψαν να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα χρήματα για την τυπική μεταβίβαση της κυριότητας, του επιδίκου ακινήτου στην ίδια, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας θα μπορούσε να συγκεντρωθεί από το 1966 το 1994 ποσό ολίγων δραχμών, που απαιτείτο για την κατάρτιση του συμβολαίου, αφού η μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος απαλλασσόταν από κάθε φόρο λόγω μικρής αντικειμενικής του αξίας, αλλά και της πρώτης κατοικίας και β) ότι η εξαίρεση του επίδικου διαμερίσματος και η ήδη μεταβίβασή του στον αναιρεσείοντα από τον πατέρα του με το .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Νικαίας Δημητρίου Κανάρη-Βυλλιώτη είχε την έννοια ότι ο τελευταίος παρακράτησε για τον εαυτό του την κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος και όχι εκείνη της αναγνώρισης της αναιρεσίβλητης ως κυρίας, σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν πράγματι ο πατέρας τους είχε μεταβιβάσει ατύπως τη νομή του επιδίκου στην αναιρεσίβλητη δεν θα παρακρατούσε για τον εαυτό του την κυριότητα στο επίδικο και μάλιστα 20 ημέρες προ του θανάτου του αλλά με συμβόλαιο γονικής παροχής ή με διαθέτη θα μεταβίβαζε αυτό στην αναιρεσίβλητη χωρίς αυτής να επιβαρυνθεί με φόρο μεταβιβάσεως ή κληρονομίας αντίστοιχα λόγω της χαμηλής αντικειμενικής αξίας και λόγω πρώτης κατοικίας, καθώς και του πρώτου βαθμού συγγένειας εξ αίματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτόν, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο στην προσπάθειά του να θεωρηθεί ως αποδειχθέν, ότι τόσον ο αναιρεσείων όσον και οι δύο εκκαλούσες θυγατέρες του αναγνώριζαν την κυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου διαμερίσματος, θεώρησε ως απόδειξη τούτου την από 2-2-2006 εξώδικη πρόκληση των εκκαλούντων -και της Χ.

Ψ.- δια της οποίας καλούσαν αυτοί οι τέσσερις, ως συνιδιοκτήτες του όλου ακινήτου μετά του οικοπέδου του, την αναιρεσίβλητη, λόγω της απ' αυτούς προτιθέμενης αξιοποιήσεως του όλου ακινήτου τους, προκειμένου να εξευρεθεί κάποια λύση αποχωρήσεώς της από το επίδικο διαμέρισμα, εις την οποία αυτή διαφωνούσε, ερμηνεύσασα ταύτην, κατά προφανή διαστροφή, ότι δήθεν αποκαλούσαν ταύτην "συνιδιοκτήτρια", ενώ επί λέξει αυτοί, ως απευθυνόμενοι προς την αναιρεσίβλητη, δήλωσαν την ιδιότητά τους λέγοντες, ότι: ".. .ως άριστα γνωρίζετε είμεθα συνιδιοκτήτες ...".

Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση παρα-μόρφωσε το περιεχόμενο του προπαρατεθέντος εγγράφου, δεχθείσα πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα εκείνων, τα οποία αναφέρονται εις την από 2-2-2006 εξώδικη δήλωση. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει σωστά το πιο πάνω έγγραφο, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του, με βάση την οποία τούτο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και αυτό ανεξάρτητα από το ότι ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος αφού το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος αποκτήθηκε από την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο πιο πάνω έγγραφο, αλλά συνεκτίμησε αυτό μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το πιο πάνω έγγραφο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2009 αίτηση του Γ. Μ. και τον από 26.7.2010 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 386/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ