Legislator Case Law & Legislation
1139/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence not presented and insufficient legal error description.

Case Number 1139/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court ignored specific evidence, but the court found their grounds for appeal legally insufficient. The court ruled that the appeal's description of the legal error was too vague and failed to meet statutory requirements for a valid appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(b) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify the legal error regarding the interpretation or application of substantive law, and vague grounds regarding evidence are inadmissible without precise specification of the error's impact on the judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal error description evidence admissibility appeal grounds substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1139/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ..., ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου ... και 2. ..., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Βατσολάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.... και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-11-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 1-11-2007 αίτηση των .... κλπ, για αναίρεση της 504/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεστεί με την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή στην εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη, η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της αγωγής, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει, το οποίο είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, περί παροχής διόδου στο στερούμενο διόδου ακίνητό τους, των διατάξεων των άρθρων 1012, 1013 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται το σφάλμα αυτό ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε, επίσης, εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παραβίαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, διότι, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχθηκε ότι υπάρχει πρανές σε όλο το μήκος της πρόσοψης του ακινήτου των εναγόντων, έκρινε, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας αλλά και τα αποδειχθέντα σε σχέση προς την αξία του ακινήτου και τη δαπάνη κατασκευής διόδου, ότι υπάρχει αδυναμία πρόσβασης και ότι αυτή πρέπει να γίνεται από το ακίνητο των εναγομένων, χωρίς να εκτιμήσει σε τι συνίσταται η ζημία που προκαλείται από την παροχή διόδου στα ακίνητα των εναγομένων και προσδιόρισε αυθαίρετα και χωρίς απόδειξη την αξία της διόδου στο ποσό των 1.000 ευρώ, δίχως όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα για τα οποία αυτό έκρινε και τα οποία στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι για το ότι το ακίνητο των εναγόντων στερείται της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο, για την κατεύθυνση αυτής, την έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και για το ύψος της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί στους εναγομένους, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αυτών, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει, το οποίο είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους καθώς και ποία η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 περ.8 α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στο λόγο αυτό ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι το στερούμενο διόδου ακίνητό τους ήταν αγρός, παρόλο ότι δεν έγινε επίκληση αυτού από τους εν λόγω διαδίκους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό αναίρεσης, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, προτάθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, των αναφερόμενων στο λόγο αυτό αναίρεσης πραγματικών ισχυρισμών των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση για τον καθορισμό της κατεύθυνσης της αξιούμενης διόδου, την έκταση του δικαιώματος της χρήσης της και της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί .

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή των περιστατικών αυτών κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία, που κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι δε εκείνη που γίνεται από τον ίδιο διάδικο προφορικώς ή εγγράφως σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαλαμβανόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όμως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει αυτήν υπόψη, για να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου(άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των εναγόντων, που έγινε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, περί της ιδιότητας του στερούμενου διόδου ακινήτου τους, ως οικοπεδαγρού, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας των εναγόντων από τους εναγομένους, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα 370/2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και από όλα γενικώς τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το την αξία του ακινήτου των εναγόντων και του κόστους της δαπάνης που απαιτείται για τη διαμόρφωση διόδου, τόσο την κατάθεση του μάρτυρα ..., η οποία περιέχεται στα ανωτέρω πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και το σχεδιάγραμμα του μηχανικού ..., που μ' επίκληση προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, τέταρτο μέρος, και τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, ήτοι έγγραφη εκτίμηση της αρμόδιας εφορίας, ώστε να προσδιορίσει την αξία του ακινήτου των εναγόντων στο ποσό των 1898, 41 ευρώ, ενώ τέτοια εκτίμηση κανένας διάδικος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το ανωτέρω, αναγκαίο για το ορισμένο αυτού, στοιχείο, ήτοι η επίδραση που είχε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, για την παροχή διόδου στο ακίνητο των εναγόντων, η λήψη υπόψη από το Εφετείο του αποδεικτικού αυτού μέσου.

Γ Ι Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση των ..., κλπ, για αναίρεση της 504/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ