Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to prove prior submission of res judicata claim in first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against final judgments regarding a labor dispute and a subsequent penalty claim. The appellant argued that a prior judgment established res judicata, but the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to explicitly state that this claim was legally submitted in the first instance. Furthermore, the court determined the cited prior judgment only covered the employment relationship, not the specific penalty claim, meaning no res judicata existed on that issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on res judicata is inadmissible if the claim was not legally submitted in the first instance, and the prior judgment must cover the specific subject matter of the new claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1138/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Α. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 534/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1081/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 1016/2010).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013). Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, αν η κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκηθείσα έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους (όπως ως απαράδεκτη), σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτήν κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 916/2013, ΑΠ 1000/2009).
Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (διαφορετική η περίπτωση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης), αρχίζει από την επίδοση, άλλως δημοσίευση, της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση για τυπικούς λόγους (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 916/2012).
Αν, όμως, η απόφαση του εφετείου, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (όχι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής), εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων, τότε αυτή υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης, από την επίδοση, για την άσκησή της προθεσμίας, διότι έκτοτε η εφετειακή απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.
Η προθεσμία, στην περίπτωση αυτή, για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επομένη της παρόδου της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την ίδια δε αφετηρία έχει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, αφού, προηγουμένως, πρέπει να παρέλθει η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας για την απόφαση του εφετείου, δοθέντος ότι αν γίνει δεκτή η αναίρεση κατά της αποφάσεως του εφετείου, που εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων και απέρριψε την εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, η απόφαση του πρωτοδικείου δεν θα είναι πλέον τελεσίδικη, διότι αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης και, συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί και η κατ' αυτής αναίρεση ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (ΚΠολΔ 495 παρ. 1). Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει το αναιρετήριο να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων (και να καταβληθούν δύο παράβολα), αλλιώς η αναίρεση είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε το αναιρετήριο [ΑΠ 617/2014, ΑΠ 1672/2017].
Στην προκείμενη περίπτωση, η από 23.6.2018 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1081/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 534/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1081/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 7.4.2014 έφεση της εκκαλούσας- καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της άνω συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 534/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε εμπροθέσμως και συζητήθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη καταθέσεως του προβλεπόμενου, τότε, με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, για την άσκησή της, νόμιμου παραβόλου, ποσού διακοσίων (200) ευρώ.
Η εν λόγω εφετειακή απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. στις 24.5.2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4024Δ'/24.5.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Σ. Α. Μ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα. Ωστόσο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω 1081/2017 αποφάσεως (απορριπτικής της εφέσεως ως απαράδεκτης) του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη διότι δεν κατατέθηκε, όπως έπρεπε, στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και μετά ταύτα, παρέλκει η εξέτασή του, εκ του αριθ. 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, τέταρτου αναιρετικού λόγου, που πλήττει την εφετειακή απόφαση ως προς την απορριπτική της διάταξη.
Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης, εκδοθείσας αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 534/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί παραδεκτά, εφόσον η εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε, ερήμην του εφεσιβλήτου, ως απαράδεκτη για τον άνω τυπικό λόγο, το δε αναιρετήριο κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.
την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με ειδ. αριθ. 109/5.7.2018), καταβληθέντος και του προβλεπόμενου για την άσκηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου. Ακόμη, η αίτηση αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου στις 5.7.2018, ήτοι εντός της, κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας από τότε που κατέστη τελεσίδικη η, απορριπτική της έφεσης, απόφαση του Εφετείου, ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας (που επήλθε την 8.6.2018) για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, που άρχισε από την επίδοση της τελευταίας στις 24.5.2018 και, κατά τη μείζονα σκέψη, έπρεπε να παρέλθει, προκειμένου να υπόκειται σε αναίρεση και η πρωτόδικη απόφαση.
Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής, που υπέβαλε με τις κατατεθείσες, στις 1.3.2021, προτάσεις του, τουλάχιστον 20 ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (570 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, καθώς αναφέρεται σε εκπρόθεσμη έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, σε εσφαλμένη αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση αναίρεσης, που αρχίζει, στην περίπτωση της εκπρόθεσμης έφεσης, από την επομένη της παρόδου της προθεσμίας εφέσεως, είτε ασκήθηκε έφεση είτε όχι (ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 539/2014, ΑΠ 456/2013).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθ. 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 901/2010).
Κατά το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, "όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 5.900 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση...".
Η ανωτέρω διάταξη αποσκοπεί να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία απαγορεύθηκε η ενέργεια ορισμένης πράξης ή να ανεχθεί την παρέμβαση τρίτου. Για τον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του για παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης, προβλέπονται ως μέσα (έμμεσης) αναγκαστικής εκτέλεσης, η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση.
Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων. Κατά το πρώτο στάδιο, βεβαιώνεται με την απόφαση ότι ο οφειλέτης έχει νόμιμη ή δικαιοπρακτική υποχρέωση, να παραλείπει ή να ανέχεται ορισμένη πράξη, την οποία το δικαστήριο πρέπει να εξειδικεύει σαφώς και επαρκώς, ώστε το περιεχόμενο της επιτασσόμενης από αυτήν απαγόρευσης να γίνεται ευχερώς κατανοητό, όχι μόνο από τον οφειλέτη, αλλά και κάθε τρίτο.
Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης. Το δικαστήριο, στο οποίο εισάγεται το αίτημα για την επιδίκαση της απειληθείσας χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, πρέπει να κρίνει αν η παράβαση εκ μέρους του οφειλέτη, αντιστοιχεί με την υποχρέωση παράλειψης, που προκύπτει από την εκτελούμενη απόφαση.
Για την καταδίκη του οφειλέτη στις ποινές που απειλεί η απόφαση, το δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει, ότι αυτός παραβίασε τη διάταξη της πρώτης απόφασης από πρόθεση, η οποία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί, εφόσον ο οφειλέτης έλαβε γνώση της απαγγελθείσας απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, με την προηγηθείσα επίδοση στον ίδιο της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης.
Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο, εκδοθείσας απόφασης (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 804/2018, ΑΠ 527/2013).
Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με αίτηση της καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσας) κατά του ανακόπτοντος Δήμου (ήδη αναιρεσιβλήτου) εκδόθηκε η με αριθμό 1933/2011 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, δυνάμει 1.
της με αριθμό 1718/2006 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 2. του με αριθμό 2/2008 πρακτικού του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και 3. της από 23.6.2010 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης της δικαστικής επιμελήτριας... Η παραπάνω αμετάκλητη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής, μεταξύ άλλων εναγόντων, και της καθ' ης η ανακοπή, δέχθηκε ότι η καθ' ης εργάσθηκε στον ανακόπτοντα Δήμο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α.
από 15.3.1999 έως 14.11.1999, β. από..., γ..., και δ..., ως εργάτρια καθαριότητας και 5. από 26.10.2004 έως 25.6.2005, ως διοικητική υπάλληλος. Ότι η καθ' ης παρείχε εργασία σε τόπο και χρόνο, που όριζαν τα όργανα του ανακόπτοντος, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του [...]. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η καθ' ης συνδέεται με τον ανακόπτοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την καταβολή των νομίμων αποδοχών της, δέχτηκε δε την αγωγή και υποχρέωσε τον ανακόπτοντα να αποδέχεται τις υπηρεσίες της καθ' ης με την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της και με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθεί με την παραπάνω απόφαση.
Ο ανακόπτων, ακολούθως , δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της καθ' ης και με τη Διαταγή Πληρωμής επιτάχτηκε να καταβάλει στην καθ' ης από το συνολικό οφειλόμενο σ' αυτή ποσό των 135.500 ευρώ, το ποσό των 50.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της Διαταγής Πληρωμής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ο ανακόπτων με το μοναδικό λόγο ανακοπής του ισχυρίζεται ότι μετά την παραπάνω απόφαση, όπου κρίθηκε αμετάκλητα ότι η εργασία των εναγόντων υπαλλήλων του, υπάγονταν στο καθεστώς της σύμβασης αορίστου χρόνου, με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι οι αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων, που εκδόθηκαν επί αγωγών μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004, θεωρούνται ανυπόστατες και δεν μπορούν να εκτελεστούν, διότι η μετατροπή της σχέσης εργασίας των υπαλλήλων του Δημοσίου έγινε χωρίς διαδικασία μέσω του ΑΣΕΠ.
Ότι ακολούθως οι αρμόδιοι επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επέστρεφαν αθεώρητα τα σχετικά εντάλματα πληρωμής των υπαλλήλων της κατηγορίας αυτής, ενώ αντίθετα ο ανακόπτων με πρακτικό-απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου διατάχθηκε εντός δύο μηνών να προβεί σε εκτέλεση της με αριθμό 1718/2006 απόφασης.[...].
Εν τέλει ότι εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 2009 απόφασή του, που δέχθηκε ότι οι αποφάσεις αυτές πρέπει να εκτελεστούν, οπότε ο ανακόπτων αμέσως προσέλαβε στην υπηρεσία του την καθ' ης. [...]. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η τελευταία δεν έθεσε υπόψη του Δικαστή κατά την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής τα παραπάνω έγγραφα (αποφάσεις κλπ), που αν είχε προσκομίσει δεν θα είχε εκδοθεί η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής, αφού συνέτρεχε νόμιμος λόγος άρσης της υπερημερίας του, λόγω έλλειψης δόλου ή αμελείας αυτού για την εκτέλεση της παραπάνω απόφασης.
Επίσης ισχυρίζεται ότι η καθ' ης ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), με επίκληση μόνο της με αριθμό 1718/2006 απόφασης και της τελικής πρόσληψής της τον Ιούνιο του 2010, με αποτέλεσμα να υπολογίζει πλήθος ημερών μη εκτέλεσης της απόφασης και να ζητεί μεγάλο χρηματικό ποσό από τον ανακόπτοντα, [...].
Ο σχετικός λόγος ανακοπής κρίνεται βάσιμος, ως προς τον ισχυρισμό του ανακόπτοντα, ότι δεν οφείλεται η ένδικη αξίωση, διότι η μη εκτέλεση της με αριθμό 1718/2006 απόφασης του Δικαστηρίου και η μη πρόσληψη της καθ' ης η ανακοπή υπαλλήλου του, δεν οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του. Ειδικότερα με τη με αριθμό 1718/2006 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η καθ' ης συνδέεται με τον ανακόπτοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης.
Ο ανακόπτων δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της καθ' ης, διότι μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η από 8.11.2006 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που έκρινε ότι όσες αποφάσεις τακτικών δικαστηρίων έχουν εκδοθεί επί αγωγών, που ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004, που ισχύει από 19.7.2004, όπως και η αγωγή της καθ' ης, θεωρούνται ανυπόστατες και δεν μπορούν να εκτελεστούν, αφού η μετατροπή της σχέσης εργασίας των υπαλλήλων αυτών, οι οποίοι άσκησαν αγωγή μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004, έγινε χωρίς την προβλεπομένη από το διάταγμα αυτό διαδικασία μέσω ΑΣΕΠ.
Ο αρμόδιος επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εδρεύει στο Δήμο ... και είναι αρμόδιος για τον προληπτικό έλεγχο και θεώρηση των ενταλμάτων πληρωμής του ανακόπτοντος, αρνήθηκε την πληρωμή σχετικών ενταλμάτων υπαλλήλων του ανακόπτοντος. Ακολούθως, ο ανακόπτων διατάχθηκε με το με αριθμό 2/2008 πρακτικό-απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου σε εκτέλεση της με αριθμό 1718/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με τη με αριθμό 18/2008 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου επιβλήθηκε στον ανακόπτοντα πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ, για κάθε υπάλληλο, λόγω μη συμμόρφωσής του σε εκτέλεση της με αριθμό 1718/2006 απόφασης.
Ο ανακόπτων στη συνέχεια σε εκτέλεση της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου εξέδωσε το με αριθμό 533/2009 ένταλμα πληρωμής συνολικού ποσού 155.000 ευρώ, που επεστράφη αθεώρητο από τον αρμόδιο επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κι ο οποίος με τη με αριθμό 11/5.5.2009 πράξη αρνήθηκε την έγκριση της πληρωμής με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με την από 8.11.2006 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 είναι ανίσχυρες και ανυπόστατες.
Ως εκ τούτου η με αριθμό 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και τελεσίδικη, δεν έχει ισχύ δεδικασμένου, δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια και δεν μπορεί να δεσμεύει το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου των δαπανών. Επί προσφυγής του Δήμου κατά της παραπάνω πράξης στο A τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά από παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια, εκδόθηκε η από 17.2.2010 απόφαση της Ολομέλειας, που δέχθηκε ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων (εργατικές διαφορές) πρέπει να εκτελούνται και ως εκ τούτου να θεωρούνται τα σχετικά εντάλματα από τον αρμόδιο Επίτροπο.
Ο Δήμος στη συνέχεια με την από 104/14.4.2010 απόφασή του αποφάσισε την πρόσληψη των υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και της καθ' ης, η οποία επαναπροσλήφθηκε στον ανακόπτοντα τον Ιούνιο του 2010. Επομένως, από την έκδοση της με αριθμό 1718/2006 απόφασης μέχρι και τον Ιούνιο του 2010, η μη εκτέλεση της απόφασης, η μη πρόσληψη της καθ' ης και η μη καταβολή του αναλογούντος προστίμου, δεν οφείλεται σε άρνηση από δόλο ή αμέλεια του ανακόπτοντος Δήμου, ο οποίος προέβη στις σχετικές ενέργειες για την πρόσληψη της καθ' ης, αφού ήρθη η διαφορά αναφορικά με την πρώτη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την άρνηση του αρμοδίων επιτρόπων προς έγκριση των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής.
Για το παραπάνω χρονικό διάστημα (έκδοση απόφασης - πρόσληψη της καθ' ης), ο ανακόπτων δεν ευθύνεται για τη μη εκτέλεση της απόφασης και δεν υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης (ως χρηματικής ποινής) στην ανακόπτουσα, της οποίας τις υπηρεσίες αποδέχθηκε τελικά τον Ιούνιο του 2010.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της, και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο την από 8.11.2006 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με την οποία όλες οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, είναι ανίσχυρες και ανυπόστατες και ότι ως εκ τούτου η ως άνω υπ' αριθ. 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και τελεσίδικη δεν έχει ισχύ δεδικασμένου και δεν μπορεί να δεσμεύει το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου των δαπανών και ότι, έτσι, ο αναιρεσίβλητος Δήμος ορθά δεν εκτέλεσε την εν λόγω απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 98 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα π.δ. 774/1980 και 1225/1981 σχετικά με τις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και το άρθρο 313 ΚΠολΔ.
Επιπροσθέτως, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, υποστηρίζοντας ειδικότερα η αναιρεσείουσα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής κρίνοντας εσφαλμένα ότι το υποστατό ή ανυπόστατο αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου μπορεί να κριθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο, συμπεραίνοντας λανθασμένα κατ' αυτόν τον τρόπο ότι το νομικό σφάλμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου καλύπτει τη μη συμμόρφωση του αναιρεσιβλήτου με την ως άνω υπ' αριθ. 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να αιτιολογεί το πρωτόδικο Δικαστήριο ποιος κανόνας δικαίου παραβιάστηκε για να οδηγηθεί στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Και οι δύο, όμως, λόγοι, στο σύνολο των αιτιάσεών τους, είναι απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, αφού η αναιρεσείουσα αρκέσθηκε στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο), μόνο, περιορισμένων και αποσπασματικών παραδοχών αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) και του, κατά την άποψή της, περιεχομένου της.
Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο στήριξε το διατακτικό της απόφασής του για ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής, στην παραδοχή ότι ο ανακόπτων-αναιρεσίβλητος δεν είχε δόλο ή αμέλεια για τη μη εκτέλεση της υπ' αριθ. 1718/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον υποχρέωσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, λαμβάνοντας απλώς υπόψη για τη θεμελίωση της σχετικής κρίσης του και την ως άνω από 8.11.2006 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, χωρίς όμως να δεχθεί ότι η προαναφερόμενη 1718/2006 απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου ήταν ανυπόστατη με βάση την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ότι δεν έχει ισχύ δεδικασμένου στην υπό κρίση υπόθεση.
Άλλωστε, για την καταδίκη στην απειλούμενη χρηματική ποινή απαιτείται, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, να έχει εκδοθεί δεύτερη δικαστική απόφαση, η οποία να βεβαιώνει τη σχετική παραβίαση (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 527/2013), στην προκείμενη δε περίπτωση, τέτοια απόφαση δεν εκδόθηκε μετά την ως άνω υπ' αριθ. 1718/2006 απόφαση, αφού δεν διαλαμβάνεται σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης και το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1315/2020).
Με το δεύτερο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 2/2008 Πρακτικό του, κατ' άρθρο 2 του ν. 3068/2002, Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις από 8.10.2013 προτάσεις του και το οποίο καλούσε τον αναιρεσίβλητο να συμμορφωθεί με την άνω υπ' αριθ. 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να προβεί άμεσα στην εκτέλεσή της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το άνω Πρακτικό, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύεται ειδικώς στην προσβαλλομένη, σε συνδυασμό δε με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό αυτής, σαφώς προκύπτει ότι αναμφίβολα το συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό πόρισμα.
Το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν κατέληξε σε παραδοχές τις οποίες η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθές, ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί σε κρίση ότι δεν λήφθηκε υπόψη το άνω έγγραφο. Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) αυτού, προβαλλόμενος προς στήριξη λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλά να γίνει μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν σ' αυτή, αλλιώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005).
Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου (ΑΠ 846/2018, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν κάνει μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου τούτου λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτήν προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο. Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 89/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από τους αριθμούς 16, και όπως εκτιμάται, και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω υπ' αριθ. 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, σε κάθε δε περίπτωση, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η επικαλούμενη απόφαση εργατικής διαφοράς αποτελεί δεδικασμένο ως προς την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να αποδέχεται την εργασία της αναιρεσείουσας και δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη ή μη της ένδικης απαίτησης που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη με την άνω διαταγή πληρωμής (καταβολή της απειλούμενης χρηματικής ποινής), καθώς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, απαιτείται, για την απαγγελία της χρηματικής ποινής, η έκδοση δεύτερης απόφασης από την οποία και μόνο θα δημιουργείται δεδικασμένο για την, ενδεχόμενη, σχετική απαίτηση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 281 του ν. 3463/2006 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας"), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2018 αίτηση της Κ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 534/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 1081/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 534/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ