Supreme Court allows appeal against appeal court decision on debt recognition under Article 873 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to dismiss the bank's appeal against the debtors' annulment action. The court found that the First Instance Court incorrectly applied Article 873 of the Civil Code regarding the recognition of debt. The court ruled that the debtors' acknowledgment of the account balance did not validate the bank's claim for additional interest or penalties, and thus the lower court erred in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 873, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 873 of the Civil Code: An acknowledgment of debt does not validate the creditor's claim for additional interest or penalties if the underlying debt is disputed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1138/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Χαριτίνη Μηλιώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Ζ. του Α., 3) Α. Ζ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καλοειδά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/8/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 11/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 22-5-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 30/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία δέχθηκε την από 12-5-2011 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και τους από 15-9-2011 πρόσθετους λόγους αυτής και ακύρωσε την ανακοπτόμενη με αριθμό 58/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό" (αλληλόχρεο) λογαριασμό και με την οποία οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα το ποσό των 128.700,60 ευρώ, σε ολόκληρο ο καθένας, πλέον των νόμιμων τόκων και των δικαστικών εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
II. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.
Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αρ. Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.
στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε ή Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/.23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6- 2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου".
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική,, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του".
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β' ) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις; σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ. Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ω ς άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4• περ.
α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019,ΑΠ 828/2018).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και 5εν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τού το διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Επιπροσθέτως μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.
Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (Ολ.
ΑΠ 13/2015, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, ο Γ.Ο. Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο oποίo όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής; οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ368/2019, ΑΠ 430/2005).
Περαιτέρω, από την αληθή έννοια του άρθρου 633 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής, παρέπεται, ότι αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολο της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Επίσης, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ11/2019, ΑΠ 933/2018).
Ιll. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Από την εκτίμηση των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ..../2003 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή-εκκαλούσας και της πρώτης των ανακοπτόντων- πρώτης εφεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΟΕ", που εδρεύει στη ..., χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 132.000 ευρώ, πλέον τόκων, προμηθειών και εξόδων. Την ανωτέρω σύμβαση και τη με αριθμό 4400055-01/01/2009 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης, εγγυήθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων, με δήλωση τους που ενσωματώθηκε στις άνω συμβάσεις.
Η πρώτη ανακόπτουσα έκανε χρήση της πιστώσεως, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ.... αλληλόχρεοι λογαριασμοί, που εμφάνισαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 128.700,60 ευρώ. Το οριστικό κλείσιμο των ως άνω λογαριασμών με τα προκύψαντα οριστικά χρεωστικά υπόλοιπα γνωστοποίησε η καθής στους ανακόπτοντες με την από 28-2-2011 εξώδικη δήλωση- καταγγελία, η οποία επιδόθηκε σ' αυτούς με τις υπ' αριθμ..../2-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου Ε.
Κ.. Στη συνέχεια η δανείστρια Τράπεζα, κατόπιν αιτήσεως της, πέτυχε την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 128.700,60 ευρώ εντόκως από 12-1-2011 πλέον εξόδων. Περαιτέρω, από τον όρο 6 της υπ' αριθμ....
σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό προκύπτει ότι ως βάση υπολογισμού των τόκων τέθηκε από την καθής έτος 360 ημερών. Πιο συγκεκριμένα στον όρο αυτό ορίζεται ότι "Οι τόκοι και οι τυχόν προμήθειες θα υπολογίζονται τοκαριθμικά με βάση έτος 360 ημερών και θα είναι πληρωτέοι κάθε εξάμηνο και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου".
Έτσι η πιστοδότρια Τράπεζα, κατά τον υπολογισμό των τόκων από την ανωτέρω σύμβαση, κάνοντας χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, υπερχρέωσε την ένδικη οφειλή των ανακοπτόντων με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889%. Ο εν λόγω όμως τρόπος υπολογισμού των τόκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, η δε καθής ουδέποτε γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες τον παραπάνω τρόπο επιβάρυνσης τους αλλά αντιθέτως τον επέβαλε σ' αυτούς ως κάτι δεδομένο και ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο τους της ιδιότητας του καταναλωτή κατά την έννοια του ν.2251/1994, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η πρώτη ανακόπτουσα ήταν η τελική αποδέκτρια του επιχειρηματικού δανείου και οι δεύτερος και τρίτος εγγυητές υπέρ της πρώτης.
Ο όρος όμως αυτός της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι άκυρος, καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ.6 του ν.2251/1994 αρχή της διαφάνειας αλλά και στην ενσωματωθείσα στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13-2-2001 (ΦΕΚ Β 2555/8-3-2001) κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ, κατ' επιταγή της οποίας εφαρμόζεται στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, το έτος των 365 ημερών.
Ο ανωτέρω εκτιθέμενος όρος της επίδικης; σύμβασης, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια, μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων Τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών.
Η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών κατ' εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της καθής δεν είναι εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής στο σύνολο της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της, καθόσον δεν δύνανται οι ανακόπτοντες να προβούν κατά τρόπο αναλυτικό στους ακριβείς υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που η ανωτέρω χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών επενήργησε στο πληττόμενο με την ανακοπή συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής, τούτο δε διότι απαιτούνται, λόγω του πλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής επιστήμης), επιπλέον δε η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ως άνω παρανόμως υπολογιζόμενων επιπλέον τόκων καθώς και των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους κάθε εξάμηνο, βάσει της παράνομης και αθέμιτης πρακτικής της καθής.
Εξάλλου, από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι επιπλέον τόκοι με τους οποίους επιβαρύνθηκε η επίδικη απαίτηση λόγω του ως άνω παράνομου υπολογισμού και ανά εξάμηνο ανατοκισμού τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση μη εκκαθαρισμένη κατά το άρθρο 624 ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα από τα βιβλία της Τράπεζας προέκυψαν οι χρεώσεις των ακολούθων αθέμιτων τόκων: α) τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό της 29-12-2003 147,22 ευρώ, στις 25-6-2004 1.273,74 ευρώ, στις 27-12-2004 1.431,37 ευρώ, στις 27-6- 2005 701,28 ευρώ, στις 27-12-20055 434,97 ευρώ, 26-6-2006 3.289,28 ευρώ, 27-12-2006 2.854,52 ευρώ και στις 25-6-2007 1.827,42 ευρώ, β) στον δε υπ' αριθμ...
λογαριασμό στις 28-9-2007 1.749,66 ευρώ, στις 1-10-2007 79,04 ευρώ, στις 31-12- 2007 2.377,55 ευρώ, στις 31-3-2008 2..356,48 ευρώ, στις 30-6-2008 2.457,66 ευρώ, στις 30-9-2008 2.515,59 ευρώ, στις 31-12-2008 2.278,14 ευρώ, στις 31-3-2009 1.547,15 ευρώ, στις 30-6-2009 1.748,58 ευρώ, στις 30-9-2009 2.177^,80 ευρώ, στις 31-12-2009 2.204,17 ευρώ, στις 31-3-2010 2.19)6,75 ευρώ, στις 30-9-2010 2.315,93 ευρώ, στις 31-12-2010 2.361,64 ευρώ και στις 11-1-2001 261,59 ευρώ.
Όλα τα ανωτέρω ποσά τόκων κεφαλαιοποιήθηκαν κάθε εξάμηνο, σύμφωνα με το όρο 8 της ανωτέρω σύμβασης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόδειξη με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, αφού στους προσκομιζόμενους λογαριασμούς δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παρανόμως υπολογισθέντων ποσών, ώστε να καθίσταται δυνατός εκ μέρους των ανακοπτόντων αλλά και εκ μέρους του παρόντος Δικαστηρίου ο υπολογισμός της παράνομης επιβάρυνσης τους και η μερική ως προς το ποσό αυτό ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με αποτέλεσμα να μην δύνανται να αποδειχθεί εν γένει η ακριβής ποσότητα της απαίτησης, αλλά υπάρχει αμφιβολία για το ύψος αυτής, καθιστάμενης της απαίτησης μη εκκαθαρισμένης στο σύνολό της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε παράνομο και καταχρηστικό τον ανωτέρω όρο και ακύρωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως αβασίμου του δεύτερου λόγου εφέσεως περί μερικής ακύρωσης της διαταγής πληρωμής.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η καθ' ης απέστειλε προς την πρώτη των ανακοπτόντων τις από 14-4-2009 και 8-7-2010 επιστολές, με τις οποίες ενημέρωνε την τελευταία ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του υπ' αριθμ.... λογαριασμού της (που τηρείται από την καθής σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού), όπως προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία, ανερχόταν στις 14-4-2009 στο ποσό των 116.730,41 ευρώ και στις 8-7-2010 στο ποσό των 123.167,78 ευρώ.
Με τις ως ά\/ω αναφερθείσες επιστολές η καθ' ης ζητούσε από την πρώτη των ανακοπτόντων, εφόσον συμφωνεί με τα παραπάνω υπόλοιπα, να υπογράψει στον προβλεπόμενο χώρο αυτής εντός προθεσμίας 20 ημερών. Πράγματι, οι επιστολές αυτές υπογράφηκαν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης των ανακοπτόντων και ετέθη η σφραγίδα της κάτω από την σημείωση "συμφωνούμε και αναγνωρίζου με σύμφωνα με το άρθρο 873 ΑΚ τα ανωτέρω αναγραφόμενα υπόλοιπα ποσά των λογαριασμών μας ως αληθή και ακριβή".
Όμως από την όλη διατύπωση των δηλώσεων αναγνωρίσεως προκύπτει ότι πρόθεση των μερών ήταν η απλή επιβεβαίωση της ήδη υπάρχουσας ενοχής, δηλαδή της απαιτήσεως της καθ' ης από την άνω σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, και όχι η ίδρυση νέας ενοχής απαλλαγμένης από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας. Άλλωστε, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ο οποίος εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, την κρίση του περί του νομίμου της αιτήσεως της καθ' ης δεν την θεμελίωσε στις διατάξεις των άρθρων 361 και 873 του ΑΚ, οι οποίες διέπουν την σύμβαση της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους.
Σε κάθε δε περίπτωση, ήτοι ακόμη και αν πρόκειται για αναγνώριση χρέους, οι ανακόπτοντες παρά την αναγνώριση του καταλοίπου' του λογαριασμού, μπορούν να αμφισβητήσουν ότι μερικές πιστώσεις είναι παράνομες και αθέμιτες, αυξάνοντας το τελικό κατάλοιπο ... Επομένως, στην περίπτωση που η οφειλή είναι παράνομη, αφού διαμορφώθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς διατάξεις δημοσίου δικαίου, τότε.
και οι δηλώσεις αυτές περί αναγνώρισης χρέους είναι άκυρες, αφού το κύρος των δηλώσεων εξαρτάται από το νόμιμο ή μη της αναγνωριζομένης οφειλής και δεν είναι δυνατόν να καταρτιστεί με βάση τις άκυρες αυτές δηλώσεις έγκυρη συμφωνία περί αναγνωρίσεως χρέους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που σιωπηρά απέρριψε τον ισχυρισμό περί αναγνώρισης χρέους της καθής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως αβασίμου του τρίτου λόγου έφεσης, περί αναγνώρισης του χρέους εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας....".
IV. Η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της αίτησης, επικαλούμενη πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι με τον πρώτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε κατά της εκκαλούμενης απόφασης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και το Εφετείο τον απέρριψε ως απαράδεκτο, ένεκα αοριστίας, επειδή δεν εξέθετε συγκεκριμένες πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης. Αν οι αποδιδόμενες στην πρωτόδικη απόφαση πλημμέλειες (συνίστανται σε πραγματικά σφάλματα, στα οποία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται από την μνεία στο εφετήριο ότι συνεπεία της εσφαλμένης εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και "διατακτικό, χωρίς ν' απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 738/2013, ΑΠ 2051/2013, ΑΠ 399/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αποβαίνει αλυσιτελής και είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την απόρριψη ως απαραδέκτου του πρώτου λόγου της έφεσης, στη συνέχεια προέβη στην επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή στην έρευνα, από την αρχή, της ουσίας της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ.4 Ν. 2251/1994, ως προς την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων, πιστούχου και εγγυητών, ως καταναλωτών, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν.
Ο ίδιος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ψέγει την απόφαση του Εφετείου, διότι αυτή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης; και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της ως θεμελιωτικό της ανακοπής γεγονός την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων ως καταναλωτών, κατ' άρθρο 1 παρ.4 του Ν.2251/1994, το οποίο δεν περιέχεται στην ανακοπή, ούτε απετέλεσε λόγο αυτής ισχυρισμός ότι οι ανακόπτοντες εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του παραπάνω Ν.2251/1994 και ότι έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε επί ανύπαρκτης βάσης της ανακοπής, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, που είχε ητηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό αυτό με σχετικό λόγο έφεσης (ΑΠ 142/2013, ΑΠ 683/2005, ΑΠ 481/2005), ή ότι συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ.2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 482/2005, ΑΠ 481/2005).
Άλλωστε και από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) δεν προκύπτει η προβολή σχετικού λόγου έφεσης. Περαιτέρω, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, |βάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατ' ορθήν εκτίμηση, ως προς το πρώτο σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εσφαλμένη θεμελίωση της καταχρηστικότητας του όρου 6 της σύμβασης πίστωσης και στις ΚΥΑ α) .../13-02- 2001 και β) ...25-6-2008, αλλά και ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο διατείνεται ότι εσφαλμένα ακυρώθηκε στο σύνολο της η διαταγή πληρωμής και όχι μερικά, ως προς τα προσβαλλόμενα κονδύλια που αναφέρονται στην απόδραση του Εφετείου.
Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι παραπάνω ΚΥΑ αφορούν καταναλωτικά δάνεια και στεγαστικά δάνεια, αντίστοιχα, η δε ακυρότητα ενός ή περισσοτέρων Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) της σύμβασης, λόγω καταχρηστικότητας, επιφέρει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή της ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα χρέωσε τους ανακόπτοντες - αναιρεσιβλήτους με ποσά αθέμιτων τόκων, τα οποία και προσδιορίζει, κεφαλαιοποιούμενα ανά εξάμηνο, δυνάμει συμβατικού όρου, που προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994, το οποίο το Εφετείο δέχθηκε ως εφαρμοστέο, στη συνέχεια, αντί να προβεί στην ουσιαστική έρευνα των προσβαλλομένων ως υπέρογκων κονδυλίων, ακύρωσε στο σύνολο της την διαταγή πληρωμής, θεωρώντας ως μη εκκαθαρισμένη τη συνολική απαίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατ' άρθρ. 624 Κ.Πολ.Δ.
Έτσι, όμως, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 626, 631, 632 Κ.Πολ.Δ, στο μέτρο που αυτές είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 105/2019), 2 τταρ.6 και 8 του Ν.2251/1994 και 181 του ΑΚ.
Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με τη σύμβαση αυτή γεννιέται αυτοτελής ενοχή από αναγνώριση χρέους, που δημιουργεί νέα βάση αγωγής για τον πιστωτή, ανεξάρτητη από τη βασική σχέση και ότι ο αναγνωρίσας οφειλέτης δεν δύναται, ακριβώς;
λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα της, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια (βασική) σχέση. Ακυρότητα της βασικής (σχέσης κατ'αρχήν δεν θίγει το κύρος της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. Όμως η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους αποτελεί παροχή κατά την έννοια του άρθρου 904 εδ.β' ΑΚ.
Επομένως θεμελιώνεται αξίωση ή ένσταση, ανάλογα με τις περιστάσεις, αν το δια της υπόσχεσης ή αναγνώρισης ασφαλιζόμενο χρέος στην πραγματικότητα δεν υφίσταται ή είχε αποσβεσθεί, το δε σχετικό βάρος απόδειξης ανήκει, τότε στον οφειλέτη. Έτσι επί συμβάσεως αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, όπως και στην περίπτωση του χρεωστικού καταλοίπου κλεισθέντος ανοικτού δανειακού λογαριασμού (άρθρα 873, 874 ΑΚ ) δεν μπορούν να προταθούν κατά του κύρους της ενστάσεις που στηρίζονται στη βασική σχέση, δηλαδή σε συμφωνημένους όρους της δανειακής σύμβασης (ΑΠ192/2005, ΑΠ 305/1996, ΑΠ 447/1984).
Η αυτή άλλωστε συνέπεια, του αποκλεισμού των ενστάσεων από την κύρια αιτία, επέρχεται και όταν τα μέρη, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) καταρτίζουν σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και συμφωνούν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματά της (ΑΠ51/2020, ΑΠ1086/2017 ΑΠ1424/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι από τους αριθμούς 8 και 20 που επικαλείται) ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερμήνευσε ορθά και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, την οποία έπρεπε να εφαρμόσει με βάση τα από 14-4-2009 και 8-7-2010 σύμφωνα αναγνώρισης χρέους, που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, με τα οποία η πρώτη ανακόπτουσα, πρωτοφειλέτρια, αναγνώρισε τα υπόλοιπα των λογαριασμών ως αληθή και ακριβή.
Το Εφετείο στην ελάσσονα σκέψη της απόφασής του διέλαβε την παραδοχή ότι η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα απέστειλε προς την πρώτη των ανακοπτόντων τις από 14-4- 2009 και 8-7-2010 επιστολές, οι οποίες υπογράφηκαν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της και ετέθη η σφραγίδα της κάτω από τη σημείωση "συμφωνούμε και αναγνωρίζουμε σύμφωνα με το άρθρο 873 ΑΚ τα ανωτέρω αναγραφόμενα υπόλοιπα ποσά των λογαριασμών μας ως αληθή και ακριβή ".
Στη συνέχεια δέχθηκε ότι, από την όλη διατύπωση των δηλώσεων αναγνώρισης προκύπτει ότι πρόθεση των μερών ήταν η απλή επιβεβαίωση της ήδη υπάρχουσας ενοχής, δηλαδή της απαίτησης της καθής από την άνω σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και όχι η ίδρυση νέας ενοχής απαλλαγμένης από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας.
Το Εφετείο, με βάση την πιο πάνω παραδοχή του, ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, αποδέχθηκε τις από 14-4-2009 και 8-7-2010 επιστολές της πιστώτριας τράπεζας και αναγνώρισε τα υπόλοιπα των λογαριασμών ως αληθή και ακριβή, σύμφωνα με το άρθρο 873 ΑΚ, νομική διάταξη που ρητά αναφέρεται στις επιστολές αυτές έπρεπε να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου τούτου, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση με την επάλληλη αιτιολογία της, η οποία επίσης επιστηρίζει το διατακτικό της, ότι ακόμα και αν πρόκειται για αναγνώριση χρέους οι ανακόπτοντες παρά την αναγνώριση του καταλοίπου του λογαριασμού, μπορούν να αμφισβητήσουν ότι μερικές πιστώσεις είναι παράνομες και αθέμιτες, αυξάνοντας το τελικό κατάλοιπο, εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 873 ΑΚ, διότι στην αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους η βασική σχέση δεν επιδρά στο κύρος της αφηρημένης ενοχής, όπως προαναφέρθηκε και ο εναγόμενος οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλλει ενστάσεις από την παλαιά ενοχή.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσβάλλει και την ως άνω επάλληλη αιτιολογία της απόφασης του Εφετείου, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά από παραδοχή των βάσιμων λόγων της, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικό δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους και κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ.3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 11/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ