Supreme Court dismisses appeal against enforcement order, upholding lower court's seizure of assets for debt recovery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Thessaloniki's final judgment. The appellant challenged the enforcement order and the duration of personal detention, arguing procedural errors and lack of evidence. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly applied the law regarding the necessity and proportionality of the enforcement measures.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 561, 577, 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate the evidence or the factual assessment of the lower court regarding the necessity and duration of enforcement measures if they are reasonably related to the pursued goal and legally justified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1138/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Γούση Γωνιοτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αυγουστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1331/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 7-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των παρόντων διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 840/2017 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1331/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την υπ' αριθ. καταθέσεως 23423/18-7-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, έκανε καθ' ολοκληρίαν δεκτή την εν λόγω αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 23 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" η οπισθογράφηση μπορεί να περιέχει τη ρήτρα "αξία εις κάλυψη", "προς είσπραξη", "κατά πληρεξουσιότητα" ή κάθε άλλη μνεία που ενέχει απλή εντολή. Η οπισθογράφηση αυτή, μορφή της οποίας είναι και η καλυμμένη, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση, δεν επάγεται μετάσταση της κυριότητας του τίτλου και του δικαιώματος, το οποίο πηγάζει απ' αυτόν, αλλά ο κομιστής, λόγω πληρεξουσιότητας, ασκεί τα από την επιταγή δικαιώματα, πάντοτε ως αντιπρόσωπος του εντολέα του και όχι στο δικό του όνομα.
Βέβαια, η "λόγω πληρεξουσιότητας" οπισθογράφηση απαιτεί, κατά την τυπική μορφή της, να σημειώνεται μια από τις ως άνω φράσεις πάνω στον τίτλο. Τούτο όμως ουδόλως αποκλείει την καλυμμένη, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση, η οποία γίνεται με βάση ιδιαίτερη, χωρίς τη χρήση τύπου, συμφωνία μεταξύ οπισθογράφου και κομιστή, οπότε ο οπισθογράφος μπορεί να την αποδείξει και να ασκήσει τα από την επιταγή δικαιώματά του, τα οποία και δεν απώλεσε λόγω της καλυμμένης, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφησης (ΑΠ 758/2011, ΑΠ 2011, 2012/2009, ΑΠ Ποιν 1187/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την αιτούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση για τις αναφερόμενες δεύτερη και τρίτη επιταγές δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αγωγή και ως προς το κονδύλιο αποζημιώσεως της ενάγουσας για την έκδοση και των ως άνω δύο ακάλυπτων επιταγών (δεύτερης και τρίτης), συνολικού ποσού 23.458,81 ευρώ, για τις οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα, λήπτρια των επιταγών αυτών, με την αναγραφόμενη σ' αυτές ρήτρα, τις οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας στις προαναφερθείσες τράπεζες, και αυτές (επιταγές) εμφανισθείσες εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, οπότε της επεστράφησαν, είναι νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, η οπισθογράφηση των εν λόγω επιταγών λόγω πληρεξουσιότητας, δεν έχει μεταβιβαστικά αποτελέσματα και η ενάγουσα παρέμεινε νόμιμη κομίστρια των ως άνω δύο (ακάλυπτων) επιταγών και πιστωτής των δικαιωμάτων από τον τίτλο κατά το χρόνο εμφανίσεώς τους προς πληρωμή, ως κατά πληρεξουσιότητα οπισθογραφήσασα τις επιταγές αυτές, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικώς ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής αποζημιώσεως, από αδικοπραξία, και ως προς τις εν λόγω δύο επιταγές...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιο αποζημιώσεως των ως άνω δύο επιταγών (συνολικού ποσού 23.458,81 ευρώ, επειδή (επί λέξει) "δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα πλήρωσε τις ως άνω επιταγές, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομίστρια αυτών, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή των επιταγών", έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βασίμου του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως της ενάγουσας...
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανισθεί...η εκκαλουμένη κατά τη διάταξή της, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω αξίωση αποζημιώσεως από την έκδοση των προαναφερθεισών δύο επιταγών (συνολικού ποσού 23.458,81 ευρώ) και ακολούθως να κρατηθεί η αγωγή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα και της εν λόγω αξιώσεως αποζημιώσεως, που είναι νόμιμη, κατά τα προαναφερθέντα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 330, 340, 346, 914, 926 ΑΚ, 23 και 79 του Ν. 5960/1933...Συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής...η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 77.412,81 ευρώ, που αντιστοιχεί στο άθροισμα των ποσών των πέντε (5) ως άνω επιταγών (20.000 + 9.000 + 14.458,81 + 17.212 + 16.742), το οποίο δεν της έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της...και επομένως η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας το ως άνω ποσό των 77.412,81 ευρώ και όχι αυτό των 53.954 ευρώ, που της επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, γενομένου δεκτού ως βασίμου του σχετικού σκέλους του πρώτου λόγου της εφέσεως της ενάγουσας".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για τις προαναφερόμενες δύο επιταγές (9.000 και 14.458,81 ευρώ), τις οποίες (διατάξεις) δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεχόμενο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η αναιρεσίβλητη είχε οπισθογραφήσει τις ως άνω δύο επιταγές προς τις αναφερόμενες δύο ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με την αναγραφόμενη σ' αυτές ρήτρα λόγω πληρεξουσιότητας, ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οπισθογράφηση αυτή δεν είχε μεταβιβαστικά αποτελέσματα και η τελευταία παρέμεινε νόμιμη κομίστρια αυτών και πιστωτής των δικαιωμάτων από τους σχετικούς τίτλους, κατά το χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή και ως εκ τούτου, νομιμοποιείται ενεργητικώς ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής αποζημίωσης για τις δύο αυτές επιταγές.
Εξάλλου, στην ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονταν ρητά ο πιο πάνω ισχυρισμός αυτής, ότι δηλαδή είχε οπισθογραφήσει τις ως άνω δύο επιταγές προς τις αναφερόμενες δύο ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με την αναγραφόμενη σ' αυτές ρήτρα λόγω πληρεξουσιότητας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για το ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τους αριθ. 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθ. 10, 11 και 12, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047§1εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, μπορεί δε να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", που καταρτίσθηκε μεταξύ των κρατών-μελών του Ο.Η.Ε.
στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και έκτοτε έχει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ. Με το άρθρ. 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". 'Ετσι από την ίδια τη διατύπωση της διάταξης αυτής, προκύπτει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν ολοσχερώς την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν ως εξαίρεση, ειδικά για τις απαιτήσεις από σύμβαση, ότι ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να προσωποκρατηθεί όταν η μη πληρωμή των χρεών του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του.
Συνεπώς, το μεν άρθρ. 1047§1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρo 11 του ως άνω Συμφώνου εισάγει διακωλυτικό κανόνα που αποκλείει γενικότερα την απαγγελία προσωπικής κράτησης για υποχρεώσεις από σύμβαση, επομένως και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη πληρωμή οφείλεται αποκλειστικά σε αντίστοιχη οικονομική αδυναμία, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρείται ανέπαφη η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για απαιτήσεις από αδικοπραξία.
Επανάληψη της ρύθμισης του άρθρ. 11 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αποτελεί η διάταξη του άρθρ. 1 του Τέταρτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που ορίζει, ως εξαίρεση και πάλι από τον κανόνα του επιτρεπτού της προσωπικής κράτησης, ότι κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του, ενώ η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ως μέτρο για την είσπραξη γενικώς απαιτήσεων προβλέπεται και από την ίδια την ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, με το άρθρ. 5§1 περ.
β' της οποίας ορίζεται σχετικά ότι επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν το πρόσωπο υποβλήθηκε σε κανονική σύλληψη και κράτηση "εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως οριζομένης υπό του νόμου". Η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης στις παραπάνω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις επιταγές των άρθρ. 2§1, 5§§1-4, 7§2 και 25§1 του Συντάγματος, εφόσον η επερχόμενη μ' αυτή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προβλέπεται με νόμο και δεν έρχεται εξ ορισμού σε αντίθεση οπωσδήποτε με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 495/2010).
Ειδικότερα, ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελούν ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρ. 2§1 Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η απαραβίαστη κατά το άρθρ. 5§3 του Συντάγματος προσωπική ελευθερία, όμως, όπως ρητά περαιτέρω ορίζεται στην ίδια συνταγματική παράγραφο, επιτρέπεται με νόμο και αυτή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, εφόσον βέβαια η στέρησή της είναι αναγκαία για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως ερμηνευτικά θα πρέπει να γίνει δεκτό.
Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση, η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης, σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. 'Ετσι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική θα είναι η απαγγελία προσωπικής κράτησης, όταν εξ αιτίας της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (Ολ ΑΠ 23/2005, ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 1380/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε ακόλουθα: "Περαιτέρω, σε βάρος του πρώτου εναγομένου, που ενέχεται από αδικοπραξία, πρέπει να διαταχθεί προσωπική κράτηση, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, η διάρκεια της οποίας, λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας της πράξεως του πρώτου εναγομένου, των συνεπειών της, του πταίσματός του και των ως άνω περιστάσεων εκδόσεως των επίμαχων επιταγών, σε συνδυασμό με το ύψος της επίδικης απαιτήσεως και της μη υπάρξεως εμφανών περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εναγομένου, τέτοιων ώστε να ικανοποιήσουν την αξίωση της ενάγουσας....πρέπει να ορισθεί σε τέσσερις (4) μήνες, προσωπική κράτηση που δεν αποκλείει η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση προσωπικής κρατήσεως των εκπροσώπων ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά και όχι για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνουν το φυσικό πρόσωπο έστω και αν η διαπραχθείσα απ' αυτό αδικοπραξία, έλαβε χώρα στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, ο δε θεσμός της προσωπικής κρατήσεως που προβλέπεται από τη προμνησθείσα διάταξη δεν είναι αντίθετος προς το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ούτε προσκρούει στις επιταγές του Συντάγματος.
Εξάλλου, η απαγγελία και η διάρκεια της ως άνω προσωπικής κρατήσεως του πρώτου εναγομένου δεν έρχεται σε αντίθεση με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθόσον είναι πρόσφορη για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, προκαλεί τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον πρώτο εναγόμενο και τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, έτσι ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια της ενάγουσας να μην υπολείπεται της επερχόμενης από την προσωπική κράτηση βλάβης του πρώτου εναγομένου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απήγγειλε προσωπική κράτηση κατά του πρώτου εναγομένου και καθόρισε τη διάρκεια αυτής σε δύο (2) μήνες, δεν έσφαλε μεν όσον αφορά στην απαγγελία της προσωπικής κρατήσεως, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου δευτέρου λόγου της εφέσεως του πρώτου εναγομένου...
έσφαλε, όμως, ως προς την ορισθείσα διάρκεια αυτής (δύο μήνες αντί τέσσερις), γενομένου δεκτού εν μέρει ως βάσιμου του δευτέρου λόγου της εφέσεως της ενάγουσας". Έτσι που έκρινε και με βάση τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ, την οποία ορθά ερμήνευσε, ενώ οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, επιπλέον δε αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος.
Επίσης, τα ως άνω συγκεκριμένα στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο στηρίζουν την κρίση αυτού για την αναγκαιότητα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης καθώς και τη διάρκεια αυτής σε βάρος του αναιρεσείοντος, η οποία με βάση τα αυτά στοιχεία τελεί, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη και το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται κατά τα λοιπά δεκτή η μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων αυτού.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο δεύτερος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις και ειδικότερα ως προς το ζήτημα του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων επιταγών ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2017 αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 840/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ