Supreme Court dismisses appeal on common sense violation, ruling evidence evaluation is non-reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court erred by considering an unsigned bank draft under common sense principles, but the court held that evidence evaluation falls outside appellate review. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: Violations of common sense principles constitute grounds for appeal only when they concern the interpretation of legal rules or the subsumption of facts, not when they relate to the free evaluation of evidence which is non-reviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1138/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαλαφάντη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2015 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β'ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, ή ακόμη προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ1059/2017, 385/2015).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, (ήδη αναιρεσίβλητος) ο οποίος ήταν κατά τον επίμαχο χρόνο εργολάβος Δημοσίων Έργων και από το έτος 1994 αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας, ήλθε σε επαφή μέσω κοινού γνωστού τους με τον εφεσίβλητο,(ήδη αναιρεσείοντα) ο οποίος διατηρούσε μαιευτική κλινική στην πόλη της Καλαμάτας, με τον οποίο συμφώνησε να του δανείσει διάφορα χρηματικά ποσά εντόκως.
Έτσι, εκτός των άλλων, περί τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1995 συμφώνησε με τον εφεσίβλητο να του δανείσει το ποσό των 4.500.000 δραχμών, το οποίο ο τελευταίος του κατέβαλε αμέσως, με χρήματα που, κατά τις τότε διαβεβαιώσεις του εφεσιβλήτου, του παρέδωσε προς το σκοπό αυτό ο αδελφός του Α. Δ.. Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο και έπρεπε να αποπληρωθεί το αργότερο μέχρι την 31.3.1996.
Προς εξασφάλιση του εφεσιβλήτου για την αποπληρωμή του δανείου μετά των τόκων, ο εκκαλών εξέδωσε εις διαταγήν του αδελφού του εφεσιβλήτου Α. Δ., την άνευ ημερομηνίας υπ' αριθμ. …4464-5επιταγή της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης για το ποσό των 7.000.000 δραχμών, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν το κεφάλαιο των 4.500.000 δραχμών και οι συνομολογηθέντες τόκοι εκ ποσοστού 3,7% κατά μήνα, οι οποίοι για το χρονικό διάστημα 1.1.1995 έως 31.3.1996 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.497.000 δραχμών και στρογγυλοποιήθηκαν στο ποσό των 2,500.000 δραχμών.
Ο εκκαλών δεν αποπλήρωσε το δάνειο κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία της 31.3.1996 και έκτοτε κατέστη υπερήμερος περί την απόδοσή του. Την 2.11.1998, έχοντας πρόθεση να εξοφλήσει τον εφεσίβλητο, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του στη μαιευτική κλινική που διατηρούσε επί της ….. στην ….., προκειμένου να υπολογίσουν τους οφειλόμενους τόκους για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του (1.4.1996 έως 31.10.1998).
Στη συνάντηση αυτή ο εφεσίβλητος απήτησε τόκους 4% μηνιαίως επί του συνόλου του ποσού της επιταγής των 7.000.000 δραχμών, και, μετά από διαπραγματεύσεις, δέχθηκε να λάβει τόκους 6.650.000 δραχμών, και δη τόκους εκ ποσοστού 4% για κάθε έναν από τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του έτους 1996 και 3% μηνιαίως για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (6/1996 μέχρι την 31.10.1998).
Οι συνομολογηθέντες κατά μήνα τόκοι για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εκκαλούντος προκύπτουν από το από 2.11.1998 πρόχειρο σημείωμα, αντίγραφο του οποίου προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι, έστω και με ελλιπές περιεχόμενο από την πλευρά του εφεσιβλήτου. Ειδικότερα, στο σημείωμα αυτό, που υπογράφεται μόνο από τον εκκαλούντα, αφού σημειώνεται κατ' αρχήν η ημερομηνία 31.3.1996 και δίπλα της το ποσό των 7.000.000 δραχμών, ακολούθως γίνεται ο υπολογισμός των τόκων για τους 4ο και 5ο μήνες του έτους 1996 Χ 4% κατά μήνα = 280.000 Χ 2 = 560.000 δρχ.
για τους υπόλοιπους 7 μήνες του ιδίου έτους Χ 3% κατά μήνα = 210.000 Χ 7 = 1.470.000 δρχ. για τους 12 μήνες του έτους 1997 στο ποσό των 12 Χ 210.000 = 2.520.000 δρχ. και για τους 10 μήνες του έτους 1998 (μέχρι 31.10.1998) στο ποσό των 10 Χ 210.000 = 2.100.000 δρχ.και συνολικά αναφέρεται στο σημείωμα το ποσό των 6.650.000 δραχμών, που αποτελεί το άθροισμα των συνομολογηθέντων τόκων για το χρονικό διάστημα 1.4.1996 έως 31 10.1998.
Η ημερομηνία συντάξεως του εγγράφου αυτού, καθώς και το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο υπολογίσθηκαν οι τόκοι του παραπάνω ποσού προκύπτουν από την ιδιόχειρη σχετική σημείωση του εφεσιβλήτου επί του εγγράφου αυτού, στο οποίο, εκτός του παραπάνω περιεχομένου του, σημειώνεται από τον εφεσίβλητο η ημερομηνία "2.11.1998" και "2 Νοε. 1998", καθώς και η φράση "έως και 31.10.1998".
Η ιδιόχειρη αυτή σημείωση με τις δύο ημερομηνίες υπάρχει μόνο στο φωτοτυπικό αντίγραφο που προσκομίζει ο εκκαλών, ενώ παραλείπεται, από το όμοιο κατά τα λοιπά, φωτοτυπικό αντίγραφο που προσκομίζει ο εφεσίβλητος. Ωστόσο, ο τελευταίος, μολονότι κατηγορείται ευθέως από τον εκκαλούντα για νόθευση του εγγράφου αυτού, εξαιτίας της απαλλείψεως της ιδιόχειρης επισημείωσης στο αντίγραφο που αυτός προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο και το παρόν δικαστήριο, ούτε αποκρούει την κατηγορία που του αποδίδεται, αλλά ούτε και αμφισβητεί το πλήρες περιεχόμενο του, όπως αυτό διαλαμβάνεται στο προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα αντίγραφο με την τεθείσα από τον ίδιο ιδιόχειρη επισημείωση, ή το σκοπό που επιτελεί κάθε μία από τις σημειούμενες σ' αυτό ημερομηνίες.
Συνομολογείται, επομένως, το περιεχόμενο του προσκομιζομένου από τον εκκαλούντα αντιγράφου του εν λόγω εγγράφου (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δ) και δη η ημερομηνία της συντάξεώς του και ο χρόνος μέχρι τον οποίο υπολογίσθηκαν οι τόκοι και, εν όψει αυτού, το αίτημα του εκκαλούντος για επίδειξη του πρωτοτύπου του σημειώματος αυτού από τον εφεσίβλητο κάτοχο του, καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί.
Εξ άλλου, από τις ημερομηνίες που σημειώνονται στο παραπάνω έγγραφο, και δη από αυτήν της συντάξεώς του στις 2.11.1998, προκύπτει ότι οι διάδικοι συνομολόγησαν και υπολόγισαν αναδρομικά τους γεγεννημένους από 1.4.1996 μέχρι την 31.10.1998 τόκους, όχι όμως και τόκους για το μέλλον. Από το τελευταίο αυτό γεγονός επιβεβαιώνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντα περί της προθέσεώς του να εξοφλήσει άμεσα τον εφεσίβλητο κατά το χρόνο αυτό, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα αναφέρονταν στο σημείωμα τόσο η τυχόν νέα προθεσμία για την απόδοση του δανείου όσο και το επιτόκιο με τους αναλογούντες τόκους μέχρι την απόδοσή του.
Από το γεγονός επίσης ότι οι διάδικοι συνομολόγησαν αναδρομικά τόκους-, και δη για το χρονικό διάστημα από 1.4.1996 έως 31.3.1997, αποκλείεται η εκδοχή του εφεσιβλήτου ότι το δάνειο ήταν άτοκο και αποδοτέο την 31.3.1997, διότι, στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί μέχρι την 31.3.1997, ούτε ο εκκαλών θα δεχόταν να συνομολογήσει εκ των υστέρων τόκους για το χρονικό αυτό διάστημα, και μάλιστα με επιτόκιο πολύ υψηλότερου του νομίμου, ούτε ο εφεσίβλητος θα είχε λόγους να τους απαιτήσει για ένα φιλικό και άτοκο, όπως υποστηρίζει, δάνειο.
Άλλωστε, οι σχετικές συμφωνίες κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική γίνονται εκ των προτέρων, και δη κατά το χρόνο κατάρτισης της σχετικής δανειακής συμβάσεως και όχι εκ των υστέρων και μετά την μακρόχρονη υπερημερία του δανειολήπτη. Αντιθέτως, είναι πειστική και σύμφωνη με την ως άνω αναδρομική συμφωνία των διαδίκων η άποψη του εκκαλούντος ότι το δάνειο συνήφθη τον Ιανουάριο του έτους 1995 και ήταν αποδοτέο την 31.3.1996, οπότε ο τελευταίος κατέστη υπερήμερος περί την εξόφλησή του, γεγονός που δικαιολογεί και τη μετέπειτα στάση του να συνομολογήσει και να αποδεχθεί αναδρομικά το υπέρμετρο ως άνω επιτόκιο, που απήτησε ο εφεσίβλητος.....Περαιτέρω απεδείχθη ότι την 6.11.1998 ο εκκαλών εξόφλησε την ως άνω επιταγή των 7.000.000 δραχμών εξωτραπεζικά και ανέλαβε από τον εφεσίβλητο το σώμα της, το οποίο, κατ' απαίτηση του εκκαλούντος και προς απόδειξη της εξοφλήσεως, έφερε οπισθογράφηση, που κατά τις τότε διαβεβαιώσεις του εφεσιβλήτου προς τον εκκαλούντα, είχε τεθεί από τον αδελφό του Αργύριο Δρακόπουλο, εις διαταγήν του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή.
Την ίδια ημέρα (6.11.1998) ο εκκαλών αποδέχθηκε και τρεις συναλλαγματικές ποσού 2.000.000 δραχμών οι δύο πρώτες και 2.650.000 δραχμών η τρίτη, προς εξασφάλιση του εφεσιβλήτου για την αποπληρωμή των τόκων υπερημερίας, που συνομολογήθηκαν κατά τα ανωτέρω και προκύπτουν από το από 2.11.1998 πρόχειρο σημείωμα, περί του οποίου έγινε λόγος παραπάνω.
Και οι εν λόγω συναλλαγματικές, μολονότι ενσωματώνουν υπέρμετρους και πέραν των νομίμων τόκους, εξοφλήθηκαν κανονικά και ο εκκαλών ανέλαβε τα σώματά τους, τα οποία φέρουν όμοια, όπως και η επιταγή, οπισθογράφηση από τον αδελφό του εφεσιβλήτου. Η έκδοση των παραπάνω αξιογράφων και η παράδοσή τους από τον εκκαλούντα στον εφεσίβλητο και ειδικότερα η έκδοση της ως άνω επιταγής που εμπεριέχει και το ποσό του ενδίκου δανείου που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, γεγονός που συνάγεται από τις περιστάσεις, αφού οι διάδικοι δεν είχαν άλλου είδους συναλλαγές μεταξύ τους, αλλά και συνομολογείται από τον εκκαλούντα, ο οποίος παραδέχεται τον εγγυητικό της χαρακτήρα που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση του εφεσιβλήτου για την αποπληρωμή του ποσού του δανείου και των συνομολογηθέντων τόκων.
Έτσι, από το γεγονός ότι ο εκκαλών κατέχει ήδη τα πρωτότυπα των άνω αξιογράφων και της επίμαχης επιταγής ειδικότερα, αποδεικνύεται και η πληρωμή τους και η δι' αυτής εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς απόδοση του ενδίκου δανείου, αφού και η έκδοσή της εν λόγω επιταγής κατέτεινε στο σκοπό αυτό. Ο εφεσίβλητος βέβαια με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του δικαστηρίου αρνείται την έκδοση των εν λόγω αξιογράφων, υποστηρίζοντας αορίστως ότι αυτά θα μπορούσαν να έχουν κατασκευασθεί από τον αντίδικο του, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη.
Ωστόσο, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρνήθηκε την έκδοσή τους, αλλά αμφισβήτησε μόνο την αποδεικτική τους δύναμη ως εξοφλητικά έγγραφα. Εξ άλλου, στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανώμοτη κατάθεσή του παραδέχθηκε ευθέως ότι προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ενδίκου δανείου εκδόθηκαν τόσο επιταγές όσο και συναλλαγματικές, τα σώματα των οποίων υποστήριξε ότι παρέδωσε στον εκκαλούντα, προκειμένου να τα αντικαταστήσει με άλλα στο νόμισμα του ευρώ.
Δεν δικαιολογεί όμως ο εφεσίβλητος ούτε γιατί παρέδωσε τα σώματά τους στον, κατά τη δική του άποψη, υπερήμερο επί πενταετία μέχρι την αλλαγή του νομίσματος εκκαλούντα, χωρίς να λάβει πρώτα τα νέα σε ευρώ αξιόγραφα ή κάποια σχετική απόδειξη, αλλά ούτε και γιατί μετά από το γεγονός αυτό δεν κινήθηκε εναντίον του δικαστικά ή έστω και εξωδίκως επί μία ακόμη πενταετία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής την 19.7.2007.
Άλλωστε, τον ισχυρισμό αυτό περί παραδόσεως των αξιογράφων για την αντικατάστασή τους δεν τον προέβαλε με τα δικόγραφά του ούτε στο παρόν δικαστήριο. Υποστηρίζει, όμως, με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος ότι τα παραπάνω αξιόγραφα εφόσον είναι ελλιπής η συμπλήρωσή τους και δεν φέρουν την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, (καθόσον αφορά τις συναλλαγματικές), ή οπισθογράφηση από τον ίδιο, (καθόσον αφορά την επιταγή) και, εφόσον δεν εμφανίσθηκαν στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, στερούνται αποδεικτικής δυνάμεως.
Τέλος, αμφισβητεί και τη γνησιότητα της υπογραφής του αδελφού του Α. Δ., που σημειώνεται στη θέση του οπισθογράφου, για την οποία ο εκκαλών υποστηρίζει ότι τέθηκε μετά από απαίτησή του κατά το χρόνο της πληρωμής και ανάληψης των σωμάτων τους, με σκοπό την απόδειξη της εξοφλήσεώς τους. Η συμπλήρωση των ως άνω αξιογράφων, αν και είναι ατελής, καθώς η μεν επιταγή δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης, οι δε συναλλαγματικές δεν φέρουν ημερομηνία λήξεως και υπογραφή του εκδότη, δεν συνεπάγεται
την ακυρότητά τους, αφού τα ελλείποντα στοιχεία τους μπορούσαν να συμπληρωθούν οποτεδήποτε από τον εφεσίβλητο, κατά τις ειδικότερες περί αυτού συμφωνίες των διαδίκων. Εξ άλλου, και η αμφισβήτηση από τον εφεσίβλητο της υπογραφής του αδελφού του Α. Δ. στη θέση του οπισθογράφου, δεν έχει εν προκειμένω σημασία, αφού η ένδικη διαφορά δεν εστιάζεται στην κυκλοφορία των ως άνω αξιογράφων και την ανάληψη ευθύνης από την οπισθογράφησή τους, αλλά στην κατοχή τους από τον εκκαλούντα ως αποδεικτικά της εξοφλήσεώς τους, κατοχή την οποία δεν δικαιολογεί πειστικά ο εφεσίβλητος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ενδεικτικό των ως άνω συμφωνιών των διαδίκων είναι το χωρίς ημερομηνία πρόχειρο σημείωμα, που προσκομίζεται από τον εκκαλούντα, το οποίο έχει συνταχθεί επί εντύπου που φέρει το λογότυπο της επιχείρησης του εφεσιβλήτου και δη το λογότυπο "….. Α.Ε. Αντωνοπούλου 2 τηλ. (…..5, fax ….6 ……..0".
Στο εν λόγω σημείωμα αναφέρονται η επιταγή των 7.000.000 δραχμών χωρίς άλλα στοιχεία, τρία γραμμάτια ποσού2000000 δραχμών το κάθε ένα και ποσό 1.000.000 δραχμών "στο χέρι, χωρίς συναλλαγματική". Κάτω δε από αυτά αναφέρεται και το ποσό των 13.650.000 δραχμών, καθώς και η ένδειξη "έως την 31.10.1998". Το σημείωμα αυτό δεν φέρει τις υπογραφές των διαδίκων, πλην όμως συντάχθηκε σε έντυπο της επιχείρησης του εφεσιβλήτου, ο οποίος και δεν αρνείται τη σύνταξή του στα πλαίσια των συμφωνιών για το επίδικο δάνειο.
Η αναφερόμενη δε στο σημείωμα αυτό επιταγή συμπίπτει κατά το ποσό της με το ποσό του ενδίκου δανείου, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση των τόκων για το χρονικό διάστημα μέχρι την απόδοσή του (1.1.1995 έως 31.3.1996), ενώ και το ποσό των 13.650.000 δραχμών με την συνεχόμενη σημείωση "έως την 31.10.1998" συμπίπτει με το συνολικό ποσό της ως άνω επιταγής μαζί με τους συνομολογηθέντες τόκους υπερημερίας που προαναφέρθηκαν (7.000.000 + 6.650.000).
Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ενδίκου δανείου των 4.500.000 δραχμών, εκδόθηκε από τον εκκαλούντα η υπ' αριθμ ….4464-5 επιταγή της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης για το ποσό των 7.000.000 δραχμών, το πρωτότυπο της οποίας παραδόθηκε κατά την εξόφλησή της εκουσίως από τον εφεσίβλητο στον εκκαλούντα την 6.11.1998.Επομένως,το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την περί εξοφλήσεως ένσταση του εκκαλούντος και έκανε δεκτή την αγωγή, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων...".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, έκανε δεκτή την από 5-9-2009 έφεση του αναιρεσίβλητου και τους από 30-7-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την 81/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας) Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως και απέρριψε την από 19-7-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ1β ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή της εξόφλησης του δανεισθέντος από τον αναιρεσίβλητο ποσού, λόγω και της παράδοσης σε αυτόν της ισόποσης ….464-5 επιταγής της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης ,που δεν έφερε την υπογραφή του, εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 424ΑΚ,συνιστάμενα στο ότι "δεν νοείται χρεόγραφο χωρίς την υπογραφή του υπέρ ου το χρέος δανειστή".Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον ,αφενός μεν, το ανωτέρω δεν συνιστά δίδαγμα κοινής πείρας, αφετέρου δε, η επίμαχη επιταγή, που δεν ήταν δυνατόν να φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εκδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο, χρησιμοποιήθηκε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, για την συναγωγή τεκμηρίου εξόφλησης και όχι για την ερμηνεία και εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα δικαίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αντικατάστασή τους, με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και ισχύουν από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ' Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, (όπως τόσο η διάταξη αυτή όσο και οι προαναφερθείσες ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση), μπορεί να λάβει υπόψη οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα, έστω και αν αυτά δεν πληρούν του όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, αφού δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους(ΑΠ 1311/2010,277/2010).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης ,με τον οποίο ο αναιρεσείων, μέμφεται το Εφετείο, ότι λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα τραπεζική επιταγή υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.11α (κατ' εκτίμηση και όχι αριθμ.13 όπως από παραδρομή εκθέτει) πλημμέλεια, εφόσον αυτή, ως μη έχουσα την υπογραφή του ,ούτε χρονολογία και μηδέποτε εμφανισθείσα σε Τράπεζα, δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό, σε βάρος του, μέσο, είναι αβάσιμος.
Η περιλαμβανόμενη, εξάλλου, στον ίδιο λόγο, αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου από το Εφετείο, είναι απαράδεκτη, διότι, η εκτίμηση της αποδεικτικής του βαρύτητας ,από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Απαραδέκτως, εξάλλου, επιχειρείται το πρώτον με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, να προταθούν και άλλοι λόγοι αναιρέσεως, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ομολογίες εκ μέρους του που δεν έγιναν, και έγγραφα που δεν έχουν αποδεικτική ισχύ, πέραν εκείνου που πρότεινε με τον πρώτο λόγο της, αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2016 αίτηση του Δ. Δ. για αναίρεση της 38/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ