Legislator Case Law & Legislation
1138/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on collective agreement applicability and remands case for retrial.

Case Number 1138/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a labor dispute judgment. The court found the lower court's reasoning on the non-application of specific collective agreements to be insufficient regarding the existence of a separate employment contract agreement. Consequently, the case was remanded for retrial by a different panel of judges, while the respondent was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1) and 11(2) of Law 1876/1990; Collective labor agreements do not automatically become terms of an individual employment contract unless explicitly agreed upon by the parties, and the lower court must provide adequate reasoning when rejecting such applicability.

Keywords

AI generated
collective labor agreements individual employment contract mandatory applicability labor dispute remand for retrial legal costs Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 3(1) of Law 1876/1990
Article 11(2) of Law 1876/1990
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 65(1) of Law 4139/2013
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1138 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1138/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 5028/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 547/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 14-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

Οι λοιπές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου 3 (άρθρο 8 παρ.2 του ν. 1876/1990).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ.2 του ίδιου νόμου, με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ.2 του άρθρου 10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (τοπική ή εθνική).

Αν η ισχύς της ΣΣΕ ή της διαιτητικής απόφασης (στο εξής: ΔΑ) επεκταθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, τότε εκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 56/2012). Εξάλλου, ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές, περίπου, συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, ενώ συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών.

Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου, με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 56/2012, ΑΠ 912/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι ΣΣΕ συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των ΣΣΕ νομοθετική, κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος.

Συνεπώς, οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, οι οποίες αναζητούνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 127/2013, ΑΠ 56/2012).

2. Επειδή, με την 12.479/12-9-2002 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1213/2002), η ισχύς της οποίας αρχίζει από 22-7-2002, κηρύχθηκε υποχρεωτική η 27/2002 ΔΑ, η οποία αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας", ενώ με την 15.272/16-7-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η οποία ισχύει από 13-5-2003 (ΦΕΚ Β', 1012/2003), κηρύχθηκε υποχρεωτική η ΔΑ 16/2003, που αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, αρχιτεχνιτών, εργοδηγών και πτυχιούχων επίβλεψης και βοηθών μαθητευόμενων, καθώς και των αδειούχων ραδιοηλεκτρολόγων που εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας".

Εξάλλου, με την απόφαση 12.744/7-9-2004 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1442/2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 25-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η οποία ισχύει από 5-7-2004 και για το έτος 2005 και καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, ενώ με την απόφαση 11.447/12-5-2004 του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β', 809/1-6-2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 10-6-2003 Τοπική ΣΣΕ των ετών 2003 και 2004 των Ηλεκτρολόγων της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης (στο εξής:

Ν/Ζ) Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους στον κλάδο που αυτή αφορά και η οποία ισχύει από 11-3-2004. Η ανωτέρω ΣΣΕ καταρτίσθηκε μεταξύ της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά και του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών, Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων.

Τέλος, με τις Υπουργικές Αποφάσεις 12.041/2005 (ΦΕΚ Β', 875/28-6-2005) και 11.508/2006 (ΦΕΚ Β', 801/25-5-2006) κηρύχθηκαν υποχρεωτικές οι από 12-4-2005 ΣΣΕ έτους 2005 και από 22-3-2006 ΣΣΕ του έτους 2006 σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνιτών και βοηθών ηλεκτρολόγων που εργάζονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στον κλάδο που αφορά, oι οποίες ισχύουν από 19-4-2005 και 14-4-2006 αντίστοιχα και με την Υπουργική Απόφαση 12.524/16-8-2006 (ΦΕΚ Β', 1335/2006) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 30-5-2006 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η ισχύς της οποίας αρχίζει από 19-6-2006 και αφορά τα έτη 2006 και 2007 και η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας.

Οι ανωτέρω κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ αναφέρονται στις ως άνω επιχειρήσεις όχι μόνο ως αυτοτελείς ηλεκτρολογικές επιχειρήσεις, αλλά και ως σύνολα εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελούν οργανωμένες ενότητες περί το πρόσωπο εκάστου φορέα και τείνουν στην επίτευξη κέρδους ή σε επί μέρους αυτοτελείς (ηλεκτρολογικές) εκμεταλλεύσεις της όλης επιχείρησης, δηλαδή σε αυτοτελώς οργανωμένα σύνολα μέσων, πρόσφορων προς επίτευξη ορισμένου επί μέρους (ηλεκτρολογικού) αποτελέσματος, εντασσόμενου στο γενικότερο οικονομικό σκοπό της όλης επιχείρησης, τον οποίο και εξυπηρετούν (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1933/2008).

3. Επειδή, στο ν. 1712/1987 "Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το ν. 1746/1988 και το ν. 2081/1992, ορίζονται τα εξής: "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις επαγγελματικές οργανώσεις των εμπόρων, των βιοτεχνών, των επαγγελματιών και των αυτοκινητιστών" (άρθρο 1 παρ.1). "Οι επαγγελματικές οργανώσεις είναι σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού του νόμου" (άρθρο 1 παρ.3). "Οι επαγγελματικές οργανώσεις διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες" (άρθρο 2 παρ. 1). "Η πρωτοβάθμια επαγγελματική οργάνωση (ένωση) έχει ως μέλη αποκλειστικά και μόνο φυσικά πρόσωπα, που ανήκουν σε μία από τις καθοριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 κατηγορίες.

Επίσης, ως μέλη αυτών μπορεί να είναι ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος και δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ, καθώς και ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού και μέχρι δύο από τους διαχειριστές εταίρους των ΕΠΕ, εφόσον οι ανωτέρω δεν ασχολούνται με άλλο επάγγελμα άσχετο με αυτά της επαγγελματικής οργάνωσης που προτίθενται να συμμετάσχουν.

Κάθε πρωτοβάθμια επαγγελματική οργάνωση έχει δικαίωμα να είναι μέλος σε δύο το πολύ ομοσπονδίες, μία κλαδικού και μία τοπικού ή γενικού χαρακτήρα" (άρθρο 2 παρ.2). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 2/2013), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2014).

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε την 15-3-1995 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία διατηρεί ναυπηγείο στην περιοχή της ..., προκειμένου να εργαστεί σε αυτή με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη, ως μέλος επισκευαστικού συνεργείου της, το οποίο είχε μόνιμα συγκροτήσει για τις εργασίες της επισκευής ή συντήρησης διαφόρων πλοίων και απασχολήθηκε μέχρι την 31-10-2007, οπότε καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση εργασίας.

Ότι η εναγομένη αποτελεί μία καθετοποιημένη βιομηχανική - ναυπηγοεπισκευαστική μονάδα, η οποία έχει ιδιόκτητες εγκαταστάσεις 60 στρεμμάτων στην περιοχή ..., στη Ν/Ζ της Σαλαμίνας, με ιδιόκτητη προβλήτα και αναλαμβάνει το σύνολο των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών ενός πλοίου και όχι μόνο ηλεκτρολογικές εργασίες.

Ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι, ούτε μπορούσε να είναι, εκ της ως άνω φύσεως της επιχειρήσεως, μέλος της εργοδοτικής Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, που υπογράφει τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα τοπικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ. Ότι περί της ως άνω φύσεως της επιχειρήσεως της εναγομένης καταθέτουν αμφότεροι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες των διαδίκων, εκ των οποίων ο μάρτυρας ανταποδείξεως αναφέρει πως η εν λόγω εταιρεία επισκευάζει πλοία, πως είναι κάθετα βιομηχανοποιημένη μονάδα που ανήκει στο ΣΕΒ, απασχολούνται δε σε αυτή εργαζόμενοι με όλες τις ειδικότητες, καθόσον γίνονται μεταλλουργικές, σωληνουργικές και μονωτικές εργασίες.

Ότι τα σχετικά με το είδος της επιχείρησης της εναγομένης επιβεβαιώνονται και από το μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος παραδέχεται ότι το αντικείμενο της άνω εταιρείας ήταν οι επισκευές πλοίων και ότι αναλάμβανε τα πάντα, όπως ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εργασίες, ηλεκτροσυγκολλήσεις και βαφές. Ότι στο άρθρο 4 των επικαλούμενων από τον ενάγοντα τοπικών ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ ορίζεται ότι με αυτές καθορίζονται οι συνθήκες εργασίας και τα θεσμικά δικαιώματα των ηλεκτρολόγων που εργάζονται στις επιχειρήσεις της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, που η εργασία τους έχει ιδιάζοντα επαγγελματικό και τοπικό χαρακτήρα και όχι στις βιομηχανοποιημένες επιχειρήσεις - ναυπηγεία, όπως η εναγομένη, γι' αυτό και οι ανωτέρω ΣΣΕ δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, έστω και αν έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές.

Ότι, ειδικότερα, οι εν λόγω ΣΣΕ δεν ισχύουν για τον ενάγοντα, εφόσον δεν δεσμεύουν τις "καθετοποιημένες" ναυπηγοεπισκευαστικές επιχειρήσεις, όπως η εναγομένη, οι οποίες δεν μετείχαν στη σύναψή τους, ούτε θα μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων που τις συνήψαν, τούτο δε διότι οι ως άνω επιχειρήσεις δεν είναι ομοειδείς ή συναφείς προς εκείνες που έχουν συμβληθεί από πλευράς εργοδοσίας, αφού είναι αυτοί ηλεκτρολόγοι επισκευαστές, που απασχολούνται σε εξειδικευμένες επιχειρήσεις, οι οποίες εκτελούν ηλεκτρολογικά έργα, αναπτύσσουν διαφορετική δραστηριότητα και λειτουργούν υπό άλλες συνθήκες σε σχέση με την καθετοποιημένη ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση που διατηρεί μόνιμα συνεργεία κάθε ειδικότητας και εκτελεί το σύνολο των εργασιών ναυπήγησης, όπως εργασίες μηχανουργικές, ηλεκτρολογικές, ξυλουργικές και όχι μόνο ηλεκτρολογικές.

Ότι η εναγομένη δεν θα μπορούσε να είναι μέλος της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, αφού συνιστά εργοδοτική οργάνωση, που διέπεται από το ν.1712/1987 "Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει, διότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ.1 και 2 παρ.2 του νόμου αυτού, οι εργοδοτικές οργανώσεις που συστήνονται και λειτουργούν με βάση το ν. 1712/1987, αφορούν αποκλειστικά και μόνο στην οργάνωση των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών ως φυσικών προσώπων και όχι στην οργάνωση βιομηχανικών επιχειρήσεων οργανωμένων στη βάση ανώνυμης εταιρείας, όπως η εναγομένη, για την οποία εφαρμόζονται οι γενικές περί σωματείων διατάξεις.

Ότι, ενόψει, του ότι η εναγομένη δεν αποτελεί εμπορική επιχείρηση, ούτε βιοτεχνία, ούτε φυσικό πρόσωπο, αλλά συνιστά βιομηχανική επιχείρηση που έχει ιδρυθεί ως ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με το ν. 2190/1920, δεν θα μπορούσε να είναι μέλος της εν λόγω εργοδοτικής οργάνωσης. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τους οποίους υποστήριζε ότι έχουν εφαρμογή στην ένδικη σύμβαση οι αναφερόμενες ΣΣΕ της Ν/Ζ.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ότι, δηλαδή, δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση οι τοπικές κλαδικές ΣΣΕ από 10-6-2003, 12-4-2005 και 22-3-2006, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά και του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών, Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων και κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές, παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις αυτών, καθώς και του άρθρου 2 παρ.2 του ν.1712/1987, καθόσον ναι μεν η αναιρεσίβλητη είναι ναυπηγική επιχείρηση, πλην, όμως, κατά τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης, προέβαινε παράλληλα, κατ' επάγγελμα, σε ευρείας κλίμακας ηλεκτρολογικές εργασίες στα πλοία που επισκεύαζε ή συντηρούσε στη Ν/Ζ της Σαλαμίνας, διατηρώντας προς τούτο μόνιμο συνεργείο ηλεκτροτεχνιτών, που ενέπιπτε την έννοια της ηλεκτρολογικής επιχείρησης, ως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελεί εργασιακή ενότητα γύρω από το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και τείνει στην επίτευξη κέρδους, ενώ, σε κάθε περίπτωση είναι συναφής επιχείρηση με τις αμιγώς ηλεκτρολογικές επιχειρήσεις της Ν/Ζ.

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε να συμμετέχει στην εργοδοτική Ένωση Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, που συμβλήθηκε στην κατάρτιση των επίδικων τοπικών ΣΣΕ, δια του διευθύνοντος συμβούλου ή του προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και δύο ακόμη μελών αυτού, αφού τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων, που ρυθμίζει ο ν. 1712/1987, δεν εγγράφονται σε μία τέτοια οργάνωση μόνο ως ατομικοί επιχειρηματίες, αλλά και ως εκπρόσωποι ΑΕ, ΕΠΕ και Συνεταιρισμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 του νόμου αυτού.

Το γεγονός δε, ότι η αναιρεσίβλητη υπάγεται στην εργοδοτική οργάνωση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας (ΣΕΒ), δεν της στερεί το δικαίωμα να είναι μέλος και σε άλλη εργοδοτική οργάνωση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παραβίαση και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει με την εναγομένη εταιρεία να εφαρμόζεται στην ατομική του σύμβαση εργασίας η εκάστοτε ισχύουσα τοπική συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά και του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών, Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, αφού στο δικόγραφό της αναφέρεται ότι το μικτό συμφωνημένο ημερομίσθιο του ενάγοντος, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν διαφορετικό από το αντίστοιχο των προαναφερθεισών ΣΣΕ. Ότι, συγκεκριμένα, ο τελευταίος με την ένδικη αγωγή αναγνωρίζει ότι συμφώνησε και αμειβόταν το έτος 2002 με ημερομίσθιο 34,97 ευρώ μικτά, ενώ στη συνέχεια διατείνεται ότι το μικτό ημερομίσθιο, με βάση το οποίο έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τις ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ, ανεξάρτητα αν η έδρα τους είναι εντός ή εκτός της περιφέρειας Πειραιά, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με υπουργικές αποφάσεις, ανερχόταν σε 62,41 ευρώ από 1-1-2002 μέχρι 28-2-2002 και σε 64,27 ευρώ από 1-3-2002 μέχρι 31-12-2003.

Ότι, για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 ο ενάγων ομολογεί ότι το ημερομίσθιό του ορίστηκε σε 38,46, σε 39,99, σε 48,65, σε 50,15 και σε 51,79 ευρώ μικτά, αντίστοιχα, ενώ το μικτό ημερομίσθιο του τεχνίτη ανέρχονταν:1) από 1-1-2003 έως 31-1-2003 σε 64,27 ευρώ και από 1-2-2003 μέχρι 31-12-2003 σε 66,19 ευρώ, 2) από 1-1-2004 έως 31-12-2004 σε 68,18 ευρώ, 3) από 1-1-2005 έως 30-6-2005 σε 70,90 ευρώ και από 1-7-2005 έως 31-12-2005 σε 72,60 ευρώ, 4) από 1-1- 2006 έως 31-12-2006 σε 78 ευρώ και 5) από 1-1-2007 έως 31-10-2007 σε 85 ευρώ.

Ότι, επομένως, είναι προφανές ότι η συμφωνία των διαδίκων περί της αμοιβής του ενάγοντος είναι αυτή που προαναφέρθηκε για το επίδικο χρονικό διάστημα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, τόσο ως προς το ύψος του ημερομισθίου του, όσο και για κάθε 3,5 ώρες υπερωριακής εργασίας, όπως και για κάθε ώρα εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες.

Ότι, ως εκ τούτου, κατ' εκτίμηση των όσων εκθέτει ο ίδιος ο ενάγων, ουδεμία συμφωνία υπήρχε περί αμοιβής του με την επικαλούμενη από αυτόν ΣΣΕ, αλλά η συμφωνία των διαδίκων αφορούσε σε άλλους όρους εργασίας που προβλέπονταν από την εν λόγω ΣΣΕ (βλ. σελ. 1 της αγωγής, όπου ο ενάγων αναφέρει αυτολεξεί "συμφώνησα [...] κατά τα λοιπά στη σύμβασή μου να εφαρμόζεται η ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, ανεξάρτητα εάν η έδρα τους είναι εντός ή εκτός περιφέρειας Πειραιά").

Ότι τα ανωτέρω ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε ότι κανείς δεν έχει πληρωθεί με τη σύμβαση που εφαρμόζεται στους ηλεκτρολόγους ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, ενώ δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος έχει ασκήσει και αυτός αγωγή κατά της εναγομένης και παραδέχθηκε ότι δεν αμείβονταν με βάση κάποια ΣΣΕ, ωστόσο ελάμβαναν διαρκώς υποσχέσεις ότι θα φτιάξουν τα πράγματα.

Ότι, επομένως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, ο ενάγων είχε συμφωνήσει με την εναγομένη να αμείβεται με βάση την ατομική σύμβαση με ποσά διαφορετικά από αυτά που προβλέπονται από τις ΣΣΕ των ηλεκτρολόγων που εργάζονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων. Ότι, οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα ΣΣΕ δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα των επίδικων αξιώσεών του ούτε κατά το νόμο ούτε βάσει σχετικής συμφωνίας των μερών.

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους τρεις πρώτους λόγους της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του, να αποτελέσουν όρους της ατομικής αυτής σύμβασης οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ της Ν/Ζ, ούτε αιτιολογεί τη μη εφαρμογή αυτών, παρά τις παραδοχές της ότι συμφωνήθηκε να εργάζεται ο ενάγων επί 7 ώρες ημερησίως, να του καταβάλλεται έκτο ημερομίσθιο, ενώ εργαζόταν επί πενθήμερο, και να του καταβάλλονται μετά το επτάωρο αποδοχές προσαυξημένες από την πρώτη ώρα κατά 100%, όροι οι οποίοι αποτελούν όρους εργασίας των ΣΣΕ της Ν/Ζ και μόνο.

Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι δεν έγινε με την ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος παραπομπή στους κανονιστικούς όρους των επικαλούμενων ΣΣΕ της Ν/Ζ, ώστε αυτοί να καταστούν και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας αυτού, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου επί του ανωτέρω ζητήματος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, ως προς το μέρος εκείνο που δέχεται ότι δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση οι από 10-6-2003, 12-4-2005 και 22-3-2006 τοπικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Αττικής και Νήσων, οι οποίες κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές με Υπουργική απόφαση και είναι εφαρμοστέες κατά το νόμο στην ένδικη διαφορά και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την 547/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ