Legislator Case Law & Legislation
1138/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal on procedural grounds for failure to examine a specific argument at second instance.

Case Number 1138/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the second-instance court failed to examine a critical argument regarding the plaintiff's conduct. The plaintiff had previously raised this claim that the defendant was methodically acquiring resources at the plaintiff's expense, which the first-instance court dismissed as vague. The Court of Appeal subsequently ignored this substantive point during its review, violating procedural requirements. Consequently, the Supreme Court annulled the second-instance judgment and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216, 559, and 580 of the Code of Civil Procedure: A second-instance court must examine all substantive arguments raised by the appellant; failure to do so constitutes a ground for annulment requiring remittal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural violation failure to examine annulment of judgment remittal to second instance substantive argument second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1138 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1138/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως, όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" δυνάμει της υπ' αριθ. Κ3/14-9-2007 αποφάσεως του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2730/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5479/2008 μη οριστική και 4978/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 20-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου και κατά τα δύο μέρη του, της από 27-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Ειδικότερα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή, (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κάποιος με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις προμνησθείσες, σαφώς προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ανωτέρω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η γενική αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (ΟλΑΠ 20/1992).

Με την από 20-9-2006 αγωγή του, ο ενάγων, ήδη, αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι στις 23-8-2001 και περί ώρα 2:00 επέβαινε στην με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη, για τις προς τρίτους προκαλούμενες κατά την οδήγησή της ζημίες, στην εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Όταν ο οδηγός της εν λόγω δίκυκλης μοτοσικλέτας έφθασε στην οδό Κεφαλληνίας και κατευθυνόταν από παραλία προς Λεωφόρο Μαραθώνος, από έλλειψη της προσοχής του έχασε τον έλεγχό της, εξετράπη, της πορείας της και ανετράπη, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος. Ότι εξαιτίας αυτού, περιήλθε σε αδυναμία να ασκήσει μελλοντικά το επάγγελμα του υδραυλικού - μηχανικού καυστήρων, το οποίο σπούδαζε, κατά το χρόνο του ατυχήματος του ΤΕΛ Ραφήνας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να του καταβάλει ποσό 1000 Ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2048, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης (6-3-2003) της από 22-2-2003 αγωγής του κατ' αυτής με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα που ασκήθηκε ενώπιον του αυτού, ως άνω, πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω απόρριψης της ως αόριστης με την υπ' αριθμ. 6152/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον επανήλθε με την ένδικη αγωγή του πριν την παρέλευση εξαμήνου από την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης.

Το εν λόγω ποσό (των 1000 ευρώ μηνιαίως) θα αποκέρδαινε, ο ενάγων, εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας υδραυλικός και μηχανικός καυστήρων καλοριφέρ, άλλως, ως μισθωτός υδραυλικός, πραγματοποιώντας, το μήνα 25 ημερομίσθια προς 53 ευρώ. Η ένδικη αγωγή ει'ναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν με επάρκεια, τα προσδοκώμενα εισοδήματα του ενάγοντος, χωρίς να απαιτείται και η, περαιτέρω, αναφορά των ημερησίων επισκέψεων που αυτός θα πραγματοποιούσε καθώς, επίσης, και η αμοιβή μιας εκάστης τούτων.

Το Εφετείο, που με τις σκέψεις αυτές της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. 5479/2008 εν μέρει οριστικής απόφασής του, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη κατά την έννοια προαναφερθεισών διατάξεων, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση, και διέταξε τη διενέργεια πραγμ/νης, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο δικονομικό λόγω αοριστίας της ίδιας ένδικης αγωγής, και επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Εξάλλου, σε περίπτωση σωματικής βλάβης κατά κανόνα διαρκούς και τέτοια μορφής που δεν επιτρέπεται στον παθόντα την άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε μέχρι του τραυματισμού του ή επαγγέλματος που μπορούσε ν' ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και πορισμού εντεύθεν εισοδημάτων είναι δυνατό, υπό περιστάσεις, να προκύψει για τον τραυματισθέντα υποχρέωση αλλαγής επαγγέλματος.

Κρίσιμα στοιχεία είναι οι γνώσεις του, η ηλικία του, η εκπαίδευσή του, η σωματική και η ψυχική δυνατότητα προσαρμογής του τραυματισθέντος στη νέα κατάσταση, οι συνθήκες αγοράς εργασίας κ.λ.π. Πάντως δεν επιτρέπεται να αξιωθεί από τον ενάγοντα η άσκηση νέου επαγγέλματος άσχετου με τις γραμματικές του γνώσεις.

Για να είναι πλήρως ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός κατά την έννοια των άρθρων 300 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ο παθών πρέπει να αλλάξει ή να ασκήσει νέο επάγγελμα, ποίο είναι τούτο και πόσα θα αποκομίζει από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα. Αν ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου κριθεί ορισμένος και βάσιμος στην ουσία του, τότε από την αιτουμένη αποζημίωση θα επιδικασθεί πλέον μόνο η διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε κατά το ατύχημα ο παθών ή εκείνου που θα μπορούσε ν' ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από τη νέα του επαγγελματική δραστηριότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 591 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα υπ' αριθ. 2730/2007 πρακτικά, την οποία επανέλαβε και εγγράφως στις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 10-1-2007 έγγραφες προτάσεις της (βλ.

για το παραδεκτό της προβολής των, Ολ. ΑΠ. 2/2005) προέβαλε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του τότε ενάγοντος ως προς τον περιορισμό της έκτασης των ζημιών του, με το ακόλουθο ειδικότερα περιεχόμενο: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί προς το καθήκον περιορισμού της ζημίας του, επιδιώκοντας να εργαστεί σε μια αξιοπρεπή εργασία, μέσα στις δυνατότητές του.

Δεν πρόκειται εδώ για αλλαγή επαγγέλματος που ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του, αφού το επάγγελμα που ισχυρίζεται ουδέποτε είχε ασκήσει πριν, αλλά που όλως αορίστως ισχυρίζεται ότι θα ασκούσε. Είναι λοιπόν υποχρεωμένος να φροντίσει για την εξεύρεση μιας εργασίας σύμφωνα με τις κρατούσες συνθήκες εργασίας και την καλή πίστη που να ανταποκρίνεται στην προσωπική του περίπτωση.

Προς τούτο έπρεπε και πρέπει να αναγγελθεί στην αρμοδία υπηρεσία ευρέσεως εργασίας και να αναζητήσει με κάθε νόμιμο τρόπο εργασία και ακολούθως να δεχθεί μια προσφερόμενη θέση εργασίας. Καμία τέτοια προσπάθεια δεν εκθέτει ότι κατέβαλε αυτός δε έχει, σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, το βάρος της αποδείξεως, ότι κατέβαλε προσπάθεια εύρεσης εργασίας.

Θα μπορούσε, λοιπόν, ο ενάγων να αναζητήσει και να εξεύρει εργασία, ως υπάλληλος γραφείου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, σε ασφαλιστικές εταιρίες, σε ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ, όπου μάλιστα υπάρχει νομοθετημένη υποχρέωση να προσλαμβάνονται ακόμη και άτομα με ειδικές ανάγκες, ή ως εργατοτεχνίτης με ημερομίσθιο.

Είναι πλήθος τα επαγγέλματα που μπορεί να ακολουθήσει, σύμφωνα πάντα με την προσωπική του περίπτωση, όπως υπάλληλος γραφείου, τηλεφωνητής, φύλακας, υπάλληλος ξενοδοχειακών επιχειρήσεων με μηνιαίο μισθό ή εργατοτεχνίτης με ημερομίσθιο. Από τις εργασίες αυτές θα αμειβόταν τουλάχιστον με τον κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο της κατηγορίας, όπως διαμορφώνεται από τις εκάστοτε οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις, όπως κάθε χρόνο διαμορφώνονται και ισχύουν.

Σήμερα, σύμφωνα με την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, τα κατώτατα όρια ημερομισθίου προκειμένου περί αγάμων άνευ προϋπηρεσίας εργατοτεχνιτών είναι 27,96 € από 1/9/2006 και από 1/5/2007 θα είναι 29,39 €, αναπροσαρμοζόμενα τουλάχιστον κατά 5% ετησίως. Για τους αγάμους άνευ προϋπηρεσίας υπαλλήλους ο κατώτατος μηνιαίος μισθός είναι 625,97 € από 1/9/2006 και από 1/5/2007 θα είναι 657,89 € αναπροσαρμοζόμενος τουλάχιστον κατά 5% ετησίως.

Αντί λοιπόν να φροντίσει ο ενάγων να βρει μια αξιοπρεπή εργασία και να λαμβάνει όσα αρχικώς ανωτέρω εκθέτομε, τα οποία με την πάροδο του χρόνου θα υπερέβαιναν εκείνα που ζητά αορίστως με την αγωγή του από την μη πιθανολογούμενη εργασία που εκθέτει σ' αυτήν, μεθοδεύει την απόκτηση πόρων εις βάρος άλλων.

Η παράλειψη των νομίμων και συμφώνων με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υποχρεώσεών του για εξεύρεση εργασίας αποτελούν κάκιστη επιλογή του και αποτελούν δικό του πταίσμα, και σε κάθε περίπτωση κατά το μέγιστο ύψος (τουλάχιστον 90%) συντρέχον πταίσμα του". Ο ισχυρισμός αυτός, που ήταν νόμιμος κατά τα προαναφερθέντα, δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά την απόρριψη της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου ως αόριστης στη συνέχεια και μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του Εφετείου Αθηνών, και κατά τις δυο συζητήσεις, μετά τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες υπ' αριθ. 5479/2008 και η 4978/2011 αποφάσεις, η αναιρεσείουσα επανέφερε με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της για την αντίκρουση της έφεσης, τον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμό της που είχε προβάλλει πρωτόδικα κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, με επανυποβολή των πρωτοδίκων προτάσεων της και σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεών της.

Το Εφετείο όμως παρέλειψε να ερευνήσει τον προαναφερθέντα καταλυτικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά την έννοια του "πράγματος" και επομένως τα όσα συναφώς ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθ. 4978/2011 κατά το εις το σκεπτικό μέρος της, ακολούθως δε παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), με κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος νίκης και ήττας εκάστου τούτου και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1εδ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4978/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα εις το σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το απαιτούμενο μέρος της, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ