1138/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1138/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 1138 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1138/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Ν. συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σουλεϊμετζίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 165/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 9432γ/27-07-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 05-03-2012 και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο (21-05-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία της.
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απαγορεύουσα την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και ανηθικότητας κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος, ώστε έχει εφαρμογή και επί δικαιωμάτων που στηρίζονται σε διάταξη δημοσίας τάξεως. Επομένως, έχει εφαρμογή και επί ασκήσεως αγωγής διαζυγίου εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, λόγω τεκμαιρόμενου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από την διετή διάσταση των συζύγων. Για την θεμελίωση, όμως, τέτοιας ενστάσεως κατά αγωγής διαζυγίου δεν αρκούν οι οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος των συζύγων ή των τέκνων τους, που άλλωστε επέρχονται από τη φύση του διαζυγίου αυτή καθ' αυτή, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν των συνήθων και αυτονόητων και να οδηγούν, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα και τη σοβαρότητά τους, στην δημιουργία καταστάσεως προφανώς υπέρμετρα σκληρής για τον εναγόμενο σύζυγο ή τα τέκνα των διαδίκων, ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου (ΑΠ 47/2009, ΑΠ 1572/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα στήριζε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της, κατά της εναντίον της αγωγής διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου συζύγου της εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, στα ακόλουθα περιστατικά: "Η άσκηση της ενδίκου αγωγής είναι προδήλως καταχρηστική, διότι ακόμη και εάν οι αντίδικοι τελούμε σε διάσταση πέραν των δύο ετών, όπως ορίζει το άρθρο 1439 παρ. 3 του ΑΚ (όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 3719/2008), με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης μας, η ένδικη αγωγή του, ερειδόμενη στη άνω νομική βάση, είναι προδήλως καταχρηστική.
Ο ενάγων εγκατέλειψε την συζυγική μας εστία ο ίδιος, αυτοβούλως, με σκοπό την συμβίωσή του με άλλη γυναίκα στην Κατερίνη, με την οποία εδώ και πέντε έτη έχουν ερωτικό δεσμό, ο οποίος έγινε γνωστός σε εμένα την ενάγουσα το έτος 2006, οπότε και ο εφεσίβλητος σύζυγός μου εγκατέλειψε τη συζυγική μας εστία. Ωστόσο, από τον γάμο μας προήλθαν 3 τέκνα, εκ των οποίων τα δύο είναι ανήλικα, και διαμένουν στην οικία μου επί της οδού ...
με εμένα την εναγομένη. Τα ως άνω τέκνα μας, αν και γνωρίζουν ή μαντεύουν τη αλήθεια των πραγμάτων, ως έχουν αυτά σήμερα, και τα τελευταία 5 έτη, εντούτοις, δεν δύνανται να αποδεχθούν το γεγονός ότι μπορεί να επέλθει οριστική και αμετάκλητη λύση του γάμου μου με τον πατέρα τους - ενάγοντα - εφεσίβλητο, και ρήξη των συζυγικών μας δεσμών.
Ζουν με την ελπίδα ότι ο πατέρας τους και σύζυγός μου θα καταλάβει το σφάλμα της εγκατάλειψης της οικογένειάς του και θα επανέλθει σε αυτήν, εγκαταλείποντας την ερωτική σχέση που συνήψε μετά τρίτης γυναικός. Η υπάρχουσα κατάσταση έχει κλονίσει σοβαρά τον ψυχικό τους κόσμο, και η οριστική και αμετάκλητη λύση του γάμου μας με δικαστική απόφαση θα επιφέρει έτι μεγαλύτερη αναστάτωση στον ψυχικό τους κόσμο, με κίνδυνο, την δημιουργία ανεπανόρθωτων ψυχολογικών προβλημάτων, τα οποία θα τους ακολουθούν διά την υπόλοιπη ζωή τους, ή τουλάχιστον θα ταλαιπωρηθούν αρκετά διά να το ξεπεράσουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται διά τη σωστή πνευματική και ψυχική τους ανάπτυξη, καθώς ακόμη ευρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο διά την ανάπτυξη του χαρακτήρα τους και της προσωπικότητάς τους".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, διότι, όπως δέχθηκε, τα ανωτέρω περιστατικά, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε για να στηρίξει την εν λόγω ένσταση της και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες την προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματος του ενάγοντος - συζύγου της ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-04-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 165/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ