1138/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1138/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μέλος του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού ήταν και ο πατέρας της εκκαλούσης Κ. Ν., ο οποίος της εκχώρησε, κατά το έτος 1984, τη μερίδα του και η εκχώρηση αυτή εγκρίθηκε από το Δ.Σ του Συνεταιρισμού κατά τη συνεδρίαση αυτού της 14.11.1984, όπως τούτο προκύπτει από το 78/1984 απόσπασμα των πρακτικών, που οι εφεσίβλητοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1138/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Α. Τ. και 2. Ν. Α. Τ., κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Αλεξόπουλο, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σφυρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 28-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3123/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3640/2007 μη οριστική, 288/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-5-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τέλος για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο όρος "ζήτημα" είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα" του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../13.12.1984 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Παπαθέου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα , στον τόμο … και με αριθμό 352, η εκκαλούσα αγόρασε από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό " Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ" (Τέως Οικοδομικός Συνεταιρισμός Νέων Εφέδρων Αξιωματικών Πανελληνίου Ενώσεως) το με αριθμό 1 οικόπεδο, του με αριθμό 5 Οικοδομικού Τετραγώνου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., πρώην Κοινότητας ...), επιφανείας 307,74 τ.μ.
Το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα ΑΒΓΔΑ στο από Νοεμβρίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Γ., που έχει προσαρτηθεί στο εν λόγω συμβόλαιο , συνορεύει βόρεια επί προσώπου μήκους 15,90 μέτρων με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ..., νοτιοδυτικά επί προσώπου ΓΔ μήκους 21 μέτρων με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ..., δυτικά επί προσώπου ΑΔ μήκους 10 μέτρων με ανώνυμη οδό και ανατολικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 27,04 μέτρων με τα 2 και 3 τμήματα του υπ' αριθμ. 2 οικοπέδου του αυτού οικοδομικού τετραγώνου και είναι το επίδικο.
Το επίδικο οικόπεδο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 225 στρεμμάτων, που είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του παραπάνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού δυνάμει του .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζωγόπουλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα, στον τόμο …, με αριθμό 155, προκειμένου να παραχωρηθεί και μεταβιβαστεί στα μέλη του, μετά την ρυμοτομία και κατάτμηση της όλης αυτής έκτασης σε οικόπεδα.
Μέλος του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού ήταν και ο πατέρας της εκκαλούσης Κ. Ν., ο οποίος της εκχώρησε, κατά το έτος 1984, τη μερίδα του και η εκχώρηση αυτή εγκρίθηκε από το Δ.Σ του Συνεταιρισμού κατά τη συνεδρίαση αυτού της 14.11.1984, όπως τούτο προκύπτει από το 78/1984 απόσπασμα των πρακτικών, που οι εφεσίβλητοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν.
Από της καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου η εκκαλούσα άρχισε να ασκεί επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και το προορισμό του πράξεις νομής. Πιο συγκεκριμένα, το επισκεπτόταν τακτικά μαζί με τον σύζυγο της Κ. Σ. εξετασθέντα με την επιμέλεια αυτής μάρτυρα, το επέβλεπε, προέβη κατά το έτος 1987 σε συντήρηση της υπάρχουσας περιμετρικά του οικοπέδου παλαιάς περίφραξης με συρματόπλεγμα και σιδερένιους πασσάλους και το έτος 2005 εκδόθηκε, με την επιμέλεια της εκκαλούσης, οικοδομική άδεια για την ανέγερση διώροφης κατοικίας επί του επιδίκου.
Κατά το μήνα Απρίλιο του 2004 η εκκαλούσα διαπίστωσε ότι οι εφεσίβλητοι, συγκύριοι του ομόρου προς τα δυτικά ακινήτου, οι οποίοι εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες προς ανέγερση οικίας επ' αυτού, είχαν ρίξει μπάζα εντός του επιδίκου και είχαν καταστρέψει την ανατολική παλαιά περίφραξη αυτού και για τις ενέργειες τους αυτές διαμαρτυρήθηκε η εκκαλούσα στον πατέρα, των εφεσίβλητων, τον Ιούλιο δε του ίδιου έτους διαπίστωσε ότι οι ίδιοι είχαν προβεί στην κατασκευή τοιχίου από μπετόν μέσα στο επίδικο, ενέργειες για τις οποίες η εκκαλούσα προσέφυγε στο Αστυνομικό Τμήμα Νέας Ερυθραίας και Κηφισίας.
Την 17.5.2005 η εκκαλούσα κατέθεσε την από 13.5.2005 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της νομής της επί του επιδίκου, σε βάρος των εφεσίβλητων, η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της 220/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα και αναγνωρίστηκε η εκκαλούσα προσωρινά νομέας του επιδίκου, παράλληλα υποχρεώθηκαν οι τότε καθών η αίτηση και τώρα εφεσίβλητοι να παύσουν να διαταράσσουν την εκκαλούσα στην άσκηση της νομής επί του επιδίκου, δυνάμει δε της 1024/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της απόφασης αυτής έφεση των καθών η αίτηση και τώρα εφεσίβλητων, αφού προηγούμενα, δυνάμει της 306/2005 απόφασης του ίδιου Ειρηνοδικείου απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω 220/2005 απόφασης, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κυρία του επιδίκου κατέστη η εκκαλούσα παραγώγως δυνάμει του προαναφερθέντος .../13.12.1984 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Παπαθέου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, έστω και αν η μεταγραφή αυτού έλαβε χώρα στις 24.1.1996, ήτοι ένδεκα έτη μετά την κατάρτιση αυτού και από του χρόνου καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου η εκκαλούσα ασκεί επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού διακατοχικές πράξεις, η άποψη δε αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο των συμβολαίων, που οι εφεσίβλητοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν.
Βέβαια, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι κύριοι του επιδίκου έχουν καταστεί οι ίδιοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα ότι αυτοί και οι δικαιοπάροχοι τους έχουν το επίδικο στη νομή τους από το έτος 1974, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής των ιδίων τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, δεν αποδείχθηκε ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού.
Όπως προαναφέρθηκε, οι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι του ομόρου και προς ανατολάς του επιδίκου κειμένου οικοπέδου με αριθμό 2 αποτελούμενο από τα υπ' αριθμόν 2 και 3 οικόπεδα του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, εκτάσεως 879,40 τ.μ. Το οικόπεδο αυτό είχε αγοράσει ο απώτερος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων Ν. Κ. από τον ως άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό δυνάμει του …/4.12.1974 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Νικολέττας Δέδε, που έχει νόμιμα μεταγραφεί.
Στο συμβόλαιο αυτό το εν λόγω ακίνητο φέρεται ότι έχει έκταση 879,40 τμ και ότι συνορεύει προς δυσμάς με το επίδικο επί πλευράς συνολικού μήκους 27,04 μέτρων. Κατά το έτος 1979 και δυνάμει του .../25.10.1979 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Περρωτή, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο Ν. Κ. πώλησε το ως άνω οικόπεδο στον Ι.
Κ. και στο συμβόλαιο αυτό το πωλούμενο οικόπεδο φέρεται έχον την αυτή έκταση 879,40 τμ και ως δυτικό όριο αυτού εξακολουθεί να φέρεται το επίδικο, επί πλευράς μήκους 27,04 μέτρων, φερόμενο ως αγνώστου ιδιοκτησίας. Κατά το έτος 1993 και δυνάμει του .../6.12.1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Κονταρίνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο Ι.
Κ. πώλησε το ίδιο οικόπεδο στον Α. Τ. και στο συμβόλαιο αυτό, για πρώτη φορά αναφέρεται το οικόπεδο αυτό ως έχον έκταση 879,40 τμ ή όσης έκτασης και αν είναι επί πλέον, περικλεισμένης στην υπάρχουσα περίφραξη, την οποία είχε κατασκευάσει ο δικαιοπάροχος του ώδε πωλητή, εξακολουθεί, ωστόσο, να ορίζεται δυτικά με το επίδικο επί πλευράς συνολικού μήκους 27,04 μέτρων.
Τέλος, δυνάμει των .../8.12.1994 και .../23.4.1997 συμβολαίων του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ο Α. Τ. μεταβίβασε, με το πρώτο εξ αυτών, το ως άνω ακίνητο στους εφεσίβλητους, κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής και με το δεύτερο το δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτού, ωστόσο, και στα δύο συμβόλαια το ακίνητο αυτό φέρεται ως έχον έκταση, κατά νεότερη καταμέτρηση, 890,34 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι επί πλέον, περικλεισμένης στην υπάρχουσα περίφραξη, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω συμβόλαιο, είχε κατασκευάσει ο απώτερος δικαιοπάροχος του παρέχοντος, αναφέρεται, ωστόσο, και πάλι ως δυτικό όριο αυτού το επίδικο επί πλευράς συνολικού μήκους 27,04 μέτρων.
Από το περιεχόμενο των ως άνω συμβολαίων, την κατάθεση της εξετασθείσης με την επιμέλεια των εφεσίβλητων μάρτυρος Α. Τ. που είναι γενικόλογη και ασαφής και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που οι ίδιοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν δεν μπορεί να συναχθεί απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση ότι οι εφεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες αναγνωριστικές της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγές των διαδίκων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων και, αφού έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε την τελευταία κυρία του επιδίκου ακινήτου.
Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός μεν της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη παραγώγως (αγορά από τον αληθή κύριο αυτού) και αφετέρου της μη άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες επί εικοσαετία.
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα (βάσεις των αντιθέτων αγωγών των διαδίκων), οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των όρων των διατάξεων των άρθρων 1033 ΑΚ (την οποία εφάρμοσε) και 1045 ΑΚ (την οποία δεν εφάρμοσε), τις οποίες (διατάξεις) έτσι δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου και, επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος από τον αρ.1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ακόμη με τον πρώτο λόγο, κατά υπόλοιπο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι, παρόλο που δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (αγορά του), παράλληλα δέχθηκε αντιφατικά και ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής σ' αυτό επί εικοσαετία, με συνέπεια να μην προκύπτει αδιστάκτως ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος όμως αυτός και κατά το ως άνω μέρος του είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν συνδέει την κατά παράγωγο τρόπο κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη με την άσκηση από την ίδια και πράξεων νομής σ' αυτό, εφόσον οι σχετικές παραδοχές της εν λόγω απόφασης, που αφορούν την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από την αναιρεσίβλητη, αποτελούν αιτιολογίες σε σχέση με την απόρριψη της βάσης της αντίθετης αγωγής των αναιρεσειόντων που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι, παρόλο που ο αγωγικός ισχυρισμός τους ήταν ότι αυτοί από το έτος 1974 είχαν ενσωματώσει στο όμορο ακίνητο τους το επίδικο με ενιαίο περίφραξη (συρματόπλεγμα και σιδερένιους πασσάλους), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται μεν την εκ μέρους τους άσκηση στο επίδικο πράξεων νομής, δέχεται όμως ότι η αναιρεσίβλητη το 1987 επισκεύασε την παλαιά περίφραξη, χωρίς μάλιστα να αιτιολογεί ποιος ήταν εκείνος που την κατασκεύασε.
Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή η ως άνω επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν αφορά πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος αποτελεί "ζήτημα", κατά την έννοια που εκτίθεται στην προηγηθείσα σκέψη, δηλαδή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΙΙ. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ, αν αυτές είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει επίκληση τους.
Εξάλλου, με το άρθρο 270 § 2 εδ. γ' και 6' του ΚΠολΔ,. όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.
Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237 πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά.
Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις πέραν των τριών πρώτων, ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικο μέρη, υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. α' και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ήτοι της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την .../13-3-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα για την απόδειξη της ουσιαστικώς βασιμότητας της ένδικης αγωγής τους, μαζί με τις υπ' αρ. .../2005, ... και .../8-3-2006 ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες όμως έλαβε υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο πλευρά, με την επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ένορκη αυτή βεβαίωση (.../13-3-2006) δεν ελήφθη μέσα στην προθεσμία του άρθρου 237 παρ.3 ΚΠολΔ (15 ημέρες πριν την κατά την 14-3-2006 δικάσιμο), ούτε ελήφθη για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων της αντιδίκου τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2009 αίτηση των Δ. Τ. και Ν. Τ. για αναίρεση της 288/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ