Legislator Case Law & Legislation
1138/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence lacking material impact on case outcome.

Case Number 1138/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial, ordering her to pay the costs of the appeal. The appellant argued that the Court of Appeals failed to consider a specific document she submitted, claiming it proved a material change in employment terms. However, the court found the document did not establish the alleged harmful modification of the employment contract because the evidence was insufficient and contradicted by witness testimonies. Consequently, the appellate court's decision to reject the claim was upheld as legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, item gamma: A failure to consider evidence constitutes a ground for appeal only if the alleged fact has material impact on the case outcome.

Keywords

AI generated
material impact on case outcome failure to consider evidence employment contract modification appellate review standard Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338 to 341 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, Full Bench, 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1138 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1138/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ω, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιαμκούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ψ2 - Ψ3 Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Φ συζ. Ψ3 και 3)Ψ3, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ταμπάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2200/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6150/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2009 αίτησή της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ Ολομ. 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ, προβάλλει ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο που αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα την από 23-5-2005 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που επιδόθηκε σ' αυτή (αναιρεσείουσα) στις 25-5-2005, στην οποία, μεταξύ άλλων, περιέχεται και η ακόλουθη δήλωση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων "....αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο προσήλθε την επόμενη ημέρα δικαστικός επιμελητής στην οικία σας, προσκομίζοντάς σας δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης".

Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού το ως άνω έγγραφο που επικαλείται η αναιρεσείουσα κατέτεινε σε απόδειξη ισχυρισμού που δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει του ότι, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, πως αποδείχθηκε ότι μέχρι την 20-5-2005, δηλαδή σε χρόνο πριν την αποστολή της ως άνω εξώδικης δηλώσεως, συνέτρεξε μεταβολή των όρων εργασίας της, ούτε προσβλητική (με συνεχείς ύβρεις, προπηλακισμούς και συκοφαντήσεις) της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας συμπεριφορά εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που να συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών της όρων και να της παρέχουν το δικαίωμα να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, όπως αποκλειστικά για την στήριξη της ένδικης αγωγής της είχε προβάλλει.

Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, γίνεται επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των για βλαπτική μεταβολή της εργασιακής της συμβάσεως αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, εξαιτίας και της προσβλητικής της προσωπικότητάς της συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων εργοδοτών της, με συνεχείς ύβρεις, προπηλακισμούς και συκοφαντήσεις. Με το λόγο όμως αυτό, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, και ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, γίνεται δεκτό, μετά μάλιστα από λεπτομερή και διεξοδική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ότι δεν αποδείχθηκε προσβλητική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων έναντι της αναιρεσείουσας, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων (ανέλεγκτη) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος.

Από, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεως του) βάναυσης ή προσβλητικής της προσωπικότητας του εργαζομένου, προς την οποία ο εργοδότης οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρεώσεως πρόνοιας που υπέχει έναντι του μισθωτού του.

Η ηθική ζημία του μισθωτού υφίσταται έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας, ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας του στο χώρο επιχειρήσεως του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής (Ολ.

ΑΠ 13/1987). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος, Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-1978 μέχρι 20-5-2005, συνεχώς, δυνάμει προφορικής συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, την 23-12-1999, η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) Χ απησχολείτο, ως υπάλληλος γραφείου, στην πρώτη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εμπορική εταιρία Ψ2 - Ψ3 ΟΕ, ομόρρυθμα μέλη της οποίας, κατά το καταστατικό της, είναι οι δεύτερη και τρίτος εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) Φ και Ψ3 (άρθρο 22 Εμπ.Ν).

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί, την 8-10-1978, από τη (μη διάδικο) Κ συζ. .... Διάδοχος της Κ ήταν η ομόρρυθμη εμπορική εταιρία "Ψ2 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" η οποία συνεστήθη την 23.12.1999 και στη συνέχεια την 13.1.2005 τροποποιήθηκε, κατά νόμο, στην πρώτη αναιρεσίβλητη "Ψ2 - Ψ3 Ο.Ε.". Στο ίδιο χρονικό διάστημα [8.10.1978 -20.5.2005], αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητος της εργοδότριας της αναιρεσιβλήτης ήταν η εισαγωγή, εξαγωγή, εμπορία, μεταποίησις ψιλικών ειδών και η συμφωνημένη απασχόληση της αναιρεσείουσας συνίστατο στην παρακολούθηση του λογιστηρίου (επεξεργασία και καταχώρηση εμπορικών στοιχείων, τακτοποίηση, μέτρηση εμπορευμάτων και λογιστικών εγγραφών, είσπραξη χρημάτων εντός και εκτός της επιχειρήσεως, παραλαβή αντικαταβολών από τον ταχυδρόμο, σε μετρητά ή επιταγές), στην εκτέλεση όλων των τραπεζικών εργασιών, που αφορούσαν την επιχείρηση (είσπραξη επιταγών, πληρωμή οφειλών της επιχειρήσεως), στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της επιχειρήσεως με την εφορία (πληρωμή Φ.Π.Α., λήψη φορολογικής ενημερότητος, πληρωμή του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, θεώρηση στοιχείων), στην εγγραφή των καταστάσεων στο Ι.Κ.Α.

και στην πληρωμή των ενσήμων των υπαλλήλων. Οι συμφωνημένες μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αναιρεσείουσας την 20.5.2005, ανέρχονταν στο ποσό των 1.127,23 ευρώ. Τις ημερομηνίες 27.4.2005, 5.5.2005, 6.5.2005, 9.5.2005, 10.5.2005 και στο χρονικό διάστημα 11.5.2005 -20.5.2005, η αναιρεσείουσα είχε άδεια, λόγω ασθενείας. Στην αγωγή, η αναιρεσείουσα επικαλείται βλαπτική, σε βάρος της, μεταβολή, μονομερώς από την πρώτη αναιρεσείουσα, των όρων της συμβάσεως εργασίας.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι: "Την 26 Απριλίου 2005, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι άρχισαν να την εξυβρίζουν και να εκτοξεύουν πτύσματα στο πρόσωπο της, άνευ λόγου και αιτίας, ενώπιον όλων των συναδέλφων της στο γραφείο, λέγοντας της, "δεν ντρέπεσαι να έρχεσαι εδώ", "κλέφτρα, κλέφτρα", "έχεις σηκώσει το μισό μαγαζί και ποιος ξέρει τι άλλο και έχεις τα μούτρα να έρχεσαι εδώ", "έχεις κλέψει το μαγαζί και έχεις μοιράσει παντού τα πράγματα", "να πας από εκεί που ήρθες, με τους ομοίους σου" και αναγκάσθηκε και έφυγε.

Την 27.4.2005, περί ώρα 7.30 πρωϊνή, οι εναγόμενοι της απέστειλαν, με δικαστικό επιμελητή, ένα έγγραφο - οικειοθελή παραίτηση από την εργασία της και μία επιταγή ποσού 2.400 ευρώ περίπου, για το μισθό Απριλίου, το επίδομα αδείας και την άδεια, όμως, αρνήθηκε να υπογράψει και να παραλάβει το έγγραφο, έτσι, ο δικαστικός επιμελητής αποχώρησε μαζί με το έγγραφο και την επιταγή .

Την 3.5.2005, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι της εκτόξευσαν τις ίδιες βρισιές και κατηγορίες, ήτοι "κλέφτρα" και "δεν έχω θέση στο γραφείο", την οδήγησαν στην διαστάσεων 10-12 τ.μ. αποθήκη, πλήρη χαρτοκιβωτίων, με στοκ εμπόρευμα παλιών ετών, μέσα στη σκόνη, σκοτεινή, με χαλασμένο το παραθυράκι του φωταγωγού, που δεν άνοιγε και της είπαν "από εδώ και πέρα αυτό θα είναι το γραφείο σου", "θα μείνεις εδώ μέχρι να πάρεις σύνταξη", "να μη σε ξαναδούμε μπροστά μας", "να καθαρίσεις την αποθήκη, αυτό σου αξίζει" και στις 4.00 το απόγευμα, της άνοιξαν και της είπαν ειρωνικά "σχολάμε" και, έτσι, έφυγε.

Την 4.5.2005, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι της εκτόξευσαν τις ίδιες βρισιές, ως άνω και της υπέδειξαν να καθίσει στο χώρο αναμονής των επισκεπτών πελατών της επιχειρήσεως, χωρίς να της αναθέσουν κάποια εργασία, ενώ συνέχιζαν να την εξυβρίζουν, λέγοντας ότι δεν ανέγραψε δήθεν σε ένα τιμολόγιο 12 μπρελόκ [σημειωτέον, ευτελούς αξίας], κατηγορώντας την πως τα υφήρεσε .

Την 12.5.2005, η Μ, συγγενής της, πήγε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης για να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα της ασθενείας της, οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι άρχισαν να την συκοφαντούν στο συγγενικό της πρόσωπο, ενώπιον και των συναδέλφων της και των πελατών της επιχειρήσεως, λέγοντας πως "είναι κλέφτρα", "να μην ξαναπατήσει το πόδι της εδώ", "το παίζει άρρωστη για να πάρει λεφτά", "θα έπρεπε να ντρέπεται", "έχει σηκώσει το μισό μαγαζί και το έχει μοσχοπουλήσει", κάνοντας παράλληλα και χειρονομία, με το χέρι τους πως έχει κλέψει πράγματα, στρίβοντας κυκλικά το χέρι τους .

Την 17.5.2005, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι τη συκοφάντησαν, με τις ίδιες εκφράσεις, όπως την 12.5.2005, στην αυτή συγγενή της Μ, η οποία είχε μεταβεί στην επιχείρηση για να επιδείξει τα χαρτιά της εξετάσεως της Επιτροπής για την ασθένεια της. Τέτοια συμπεριφορά δεν αποδεικνύεται.

Ειδικότερα: Από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων, η μάρτυρας ..., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ουδέν σχετικό κατέθεσε, επίσης, οι ενόρκως βεβαιώσαντες στις ένορκες βεβαιώσεις τους, ουδέν σχετικό αναφέρουν. Από την πλευρά της αναιρεσείουσας: Η μάρτυρας Ε, υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης μέχρι το έτος 2002, δεν έχει ιδία αντίληψη και από τις διηγήσεις της αναιρεσείουσας δεν κατέθεσε, συγκεκριμένα, ο,τιδήποτε-, σχετικό στο ακροατήριο, πρωτοδίκως.

Η Β, στην 5693/11.1.2007 ένορκη βεβαίωση, ουδέν σχετικό γνωρίζει από ίδια αντίληψη και όσα σχετικά βεβαιώνει γνωρίζει μόνο από διηγήσεις της αναιρεσείουσας πλην του περιστατικού της 27.4.2005, με το δικαστικό επιμελητή, όμως, η βεβαίωση της, ως προς την ύπαρξη του εγγράφου οικειοθελούς παραιτήσεως, δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.

Η ..., υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης από τον Ιανουάριο 2005 μέχρι 31.3.2005, στην 5964/11.1.2007 ένορκη βεβαίωση, από ιδία αντίληψη βεβαιώνει πραγματικό περιστατικό, το οποίο η εφεσίβλητη δεν επικαλείται, δηλαδή ότι από αρχές Μαρτίου 2005 μέχρι 31.3.2005 η αναιρεσείουσα από απασχόληση γραφείου, ως βοηθός λογιστηρίου, ξαφνικά άλλαξε πόστο και εξυπηρετούσε πελάτες σαν απλή πωλήτρια και έκλεινε παραγγελίες, ενώ για τα πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, δεν έχει ιδία αντίληψη και τα βεβαιώνει μόνο από διηγήσεις της αναιρεσείουσας.

Οι Λ1 , Λ2, γιος της αναιρεσείουσας και Ω, σύζυγος της αναιρεσείουσας στις 5695/11.1.2007, 5696/13.1.2007 και 5697/11.1.2007 ένορκες βεβαιώσεις, αντιστοίχως, ουδέν σχετικό βεβαιώνουν, είτε από ιδία αντίληψη, είτε από διηγήσεις της αναιρεσείουσας. Η Μ, συγγενής της αναιρεσείουσας στην 5036/7.3.2006 ένορκη βεβαίωση, φέρεται να βεβαιώνει, από ιδία αντίληψη, τα περιστατικά της 12.5.2005 και της 17.5.2005, όμως, αυτή η βεβαίωσή της δεν ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.

Εξάλλου, στις 3.5.2005 και για εκείνη την ημέρα μόνο, η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε με την τακτοποίηση εμπορευμάτων, σε γραφείο, όχι αποθήκη, της πρώτης αναιρεσίβλητης, στο οποίο υπήρχε παράθυρο, όχι χαλασμένο, για φυσικό φωτισμό, ιονιστής και κλιματιστικό, ακόμη, το γραφείο αυτό ήταν καθαρό, δεν είχε σκόνη (βλ.

φωτογραφίες του εν λόγω γραφείου, κατά το κρίσιμο χρόνο). Η απασχόληση της αναιρεσείουσας με την τακτοποίηση εμπορευμάτων, ήταν, κατά τα παραπάνω συμφωνημένη. Την 20-5-2005, η αναιρεσείουσα επέδωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη την από 18-5-2005 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση, γνωστοποίηση και πρόσκληση, με επιφύλαξη δικαιωμάτων, στην οποία αναφέρει τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται στην αγωγή, ως βλαπτική, σε βάρος της, μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, διαμαρτύρεται για τη βλαπτική μεταβολή, δηλώνει ότι εκλαμβάνει αυτή τη συμπεριφορά ως άτακτη καταγγελία και καλεί να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας (βλ.

εξώδικο έγγραφο με την ... έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Εν τούτοις, ως άνω, δεν απεδείχθη η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, που επικαλείται η αναιρεσείουσα έτσι, δεν υφίσταται η επίδικη αξίωση για αποζημίωση καταγγελίας". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες ουσαιστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη των εφαρμογής, των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 6150/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ