Bank employee's claim dismissed due to six-month limitation period expiring before new law abolished it.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank employee's claim for promotion. The employee filed the lawsuit in 1997, well after the six-month limitation period established by the then-current law had expired. The court ruled that the subsequent law abolishing this limitation period did not revive the expired claim because the right had already been lost under the old regime. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 28(3) of Law 2085/1992; Art. 10(1) of Law 2224/1994; Art. 251 of the Civil Code: A law abolishing a limitation period applies only to rights where the period had not yet expired at the time of its entry into force; if the period expired under the old law, the new law does not revive the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1138 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Κ.Μ.
Αριθμός 1138/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1370/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 8142/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι δύο πλευρές με τις από 18-11-1999 (και 2-2-2001 πρόσθετους λόγους αυτής) και από 1-11-1999 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 1789/2001 απόφαση, που αφού διέταξε τη συνεκδίκαση των ανωτέρω αντίθετων αιτήσεων, απέρριψε την από 1-11-1999 αίτηση αναιρέσεως του Ψ, ανήρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε η 3566/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2004 αίτησή της και τους από 27-3-2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατ' αμφότερα μέρη του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών, κυρίων και προσθέτων, λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2085/1992, που άρχισε να ισχύει από την κατά την 20-10-1992 δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 32 του Νόμου αυτού), η άσκηση αξιώσεων υπαλλήλων ή συνταξιούχων των τραπεζών, που παραλείφθηκαν κατά τις προαγωγικές κρίσεις, υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία έξι μηνών από την έκδοση της αποφάσεως του αρμόδιου περί προαγωγής οργάνου.
Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2224/1994, που άρχισε να ισχύει από την κατά την 6-7-1994 δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 58 του Νόμου αυτού). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251 Α.Κ., που εφαρμόζεται και επί αποσβεστικών προθεσμιών (άρθρ. 279 Α.Κ.), η αποσβεστική προθεσμία αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Η ενοχική αξίωση του ενάγοντος προς αναγνώριση της προαγωγής του στον επόμενο βαθμό τραπεζικής υπαλληλικής ιεραρχίας γεννάται αφότου ο δικαιούχος δικαιούται να αξιώσει την παροχή. Στην προκείμενη περίπτωση η δυσμενής για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο υπηρεσιακή κρίση έλαβε χώρα υπό την ισχύ του άρθρου 28 παρ. 3 του Ν. 2085/1992, δηλαδή πριν από την 6-7-1994, οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν. 2224/1994, που κατάργησε την εν λόγω προθεσμία, ενόψει του ότι, κατά το ιστορικό της ένδικης αγωγής, οι υπηρεσιακές προαγωγικές κρίσεις του έτους 1992 πραγματοποιήθηκαν στις 30-11-1992 και ανακοινώθηκαν στο προσωπικό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στις 2-12-1992.
Συνεπώς, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος γεννήθηκε πριν από την ισχύ του Ν. 2224/1994, διότι το προς προαγωγή δικαίωμά του φέρεται ότι επλήγη πριν από την 6-7-1994 κι έκτοτε δικαιούτο να αξιώσει από την αντίδικό του την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό. Έτσι άρχισε να τρέχει η αποσβεστική προθεσμία του στις 3-12-1992. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 18 εδ.
α' Α.Κ., που ισχύει ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως και επί αποσβεστικής προθεσμίας, οι διατάξεις του νεότερου νόμου, που καθιερώνουν το απαράγραπτο ή καταργούν την αποσβεστική προθεσμία, υπό την οποία τελούσε μέχρι τη θέσπισή του ένα δικαίωμα, εφαρμόζονται σε δικαιώματα, τα οποία γεννήθηκαν μεν υπό την ισχύ του παλαιού νόμου, όμως δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής ή της προθεσμίας κατά την εισαγωγή του νεότερου νόμου.
Εάν όμως μέχρι την εισαγωγή του νέου νόμου είχε συμπληρωθεί η προθεσμία του παλαιού, τότε ο νέος νόμος βρίσκει δημιουργημένη πλέον την αντίστοιχη δικαιϊκή κατάσταση, την οποία δεν μπορεί να ανατρέψει παρά μόνο με ρητή διάταξη και εντός των επιτρεπτών από το Σύνταγμα πλαισίων. Υπό τα δεδομένα αυτά παρέπεται ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος προς προαγωγή του από 1-12-1992 με valeur από 1-12-1991 υπέκυψε πριν από την ισχύ του (νεότερου) Ν. 2224/1994 στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, που καθιέρωσε ο προϊσχύσας Ν. 2085/1992, διότι η αγωγή κατατέθηκε αρμοδίως στις 22-7-1997 και επιδόθηκε αργότερα, ήτοι πολύ μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και συνακόλουθα, επήλθε απώλεια της αγωγικής αυτής αξιώσεως (που δεν αναβίωσε με το νεότερο νόμο), γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 280 Α.Κ., διότι προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ανεξαρτήτως του ότι το προβάλλει και η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επιπλέον, προέβαλε τον ισχυρισμό της αυτό ενώπιον του εφετείου με πρόσθετο λόγο εφέσεως, που ασκήθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της (άρθρ. 674 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την κατ' ουσία παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ η αξίωση αυτή του ενάγοντος, ενόψει του αναγνωριστικού χαρακτήρα της, ήταν απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω αδυναμίας αυτού να ασκήσει την αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή, η οποία στηρίζεται επί του υπό κρίση αγωγικού δικαιώματος.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν την αναιρούμενη απόφαση
.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την αριθ. 3566/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των εννιακοσίων δέκα (910) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ