Legislator Case Law & Legislation
1137/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on criminal conviction for loan fraud, rejecting procedural arguments regarding mixed charges.

Case Number 1137/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against her second-instance conviction for loan fraud and the partial nullification of the victim's claim satisfaction. The appellant argued that the lower court improperly altered the nature of the crime without notifying her, violating procedural rights. The court ruled that redefining the specific form of a mixed offense does not constitute a change of charge or a violation of defense rights, as the core criminal act remained unchanged.

Legislator headnote

AI generated

Articles 343, 397, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; Redefining the specific form of a mixed offense without altering the fundamental nature of the criminal act does not constitute a change of charge or a violation of the accused's right to defense.

Keywords

AI generated
mixed criminal offense change of charge procedural nullity loan fraud right to defense Code of Criminal Procedure partial nullification

Cited Legislation

AI generated
Article 343, paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 397, paragraph 2 of the Penal Code
Article 510, paragraph 1, item A of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 84, paragraph 2, item a of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Π. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέφανο Φακή και Αθανάσιο Κανελλόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1915, 1990, 2196/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Αστική Επαγγελματική Εταιρία Δικαστικών Επιμελητών με την επωνυμία: "... και ... και Συνεργάτες", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, στο ακροατήριο παραστάθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ζαχαρία Σαλούστρου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12.07.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5216/2023 και στους από 23.01.2024 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-7-2023 αίτηση της Π. Π. του Η., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 1915, 1990, 2196/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (ως δικαστήριο παραπομπής, ύστερα από αναίρεση της με αριθμό 2680/2022 απόφασής του με την με αριθμό 480/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου), και κήρυξε αυτήν ένοχη για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών (άρθρ.397 παρ.2 ν.Π.Κ.) και ύστερα από αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του συννόμου βίου του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' Π.Κ., την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της από 25-7-2023 νομότυπης, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος εξουσιοδότησης, με την από 10-7-2023 αίτηση-δήλωσή του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-7-2023 (με αριθ.

γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 5216/12-7-2023), εμπρόθεσμα στις 12-7-2023, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 και 3 Κ.Ποιν.Δ., δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 23-6-2023 στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση, και παραδεκτά αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1 εδ.α' και β', 473 παρ.1α, 2, 3, 474 παρ.2 Α, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του Κ.Ποιν.Δ.).

Η κρινόμενη αίτηση είναι επί πλέον παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης).

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και οι ασκηθέντες, νομοτύπως και εμπροθέσμως, με το από 23-1-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας), που κατατέθηκαν για λογαριασμό της αναιρεσείοντος από τον Πάρι-Άγγελο Τσάμη δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της από 5-7-2023 νομότυπης, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής της αναιρεσείουσας, εξουσιοδότησης, στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 24-1-2024, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ).

Σημειώνεται ότι κατά την συζήτηση της υπόθεσης παραστάθηκε προσηκόντως με πληρεξούσιο δικηγόρο η υποστηρίζουσα την κατηγορία Αστική Επαγγελματική Εταιρία Δικαστικών Επιμελητών με την επωνυμία "... και ... και Συνεργάτες" που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ η οποία προστατεύει την ικανοποίηση του δανειστή με τη δυνατότητα εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη, "1.

Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντος, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη.

Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους, όπως με τη γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το κατά ως άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.

Απαλλοτρίωση είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται από τον οφειλέτη μια περιουσιακή αξία, χωρίς πλήρες εξισωτικό αντάλλαγμα και έτσι αποστερείται ο δανειστής από τη δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης του ή μειώνονται οι δυνατότητες ικανοποίησής του. Κατά το άρθρο 397 του νέου ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, μολονότι η προβλεπόμενη, από την εν λόγω διάταξη ποινή για την πράξη αυτή είναι ίδια με εκείνη την οποία προέβλεπε η ως άνω αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήτοι φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 ορίζεται, παρ. 1 "Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", παρ. 2 "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του:

α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει η απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες". Με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου προβλέπονται πρόσθετα και ωφελούντα τον κατηγορούμενο στοιχεία για την πλήρωση, με τους αναφερόμενους σ' αυτή (διάταξη) τρόπους, της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών.

Ειδικότερα, απαιτείται πλέον: α) η απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και β) η ολική ή μερική ματαίωση, με τους προβλεπόμενους στη διάταξη αυτή τρόπους, της ικανοποίησης της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης του δανειστή, να γίνεται ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του οφειλέτη.

Ακόμη, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται με εκατέρα των ως άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) απαιτείται πλέον η συνδρομή άμεσου δόλου, για τον οποίο χρειάζεται ειδική αιτιολογία και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος (Α.Π.100/2021, ΑΠ 958/2021, ΑΠ 712/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος απαιτεί τη συνδρομή άμεσου δόλου οπότε χρειάζεται ειδική αιτιολογία (Α.Π.100/2021).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς και να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 41/2020).

Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 756/2023, ΑΠ 922/2022, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 20/2019).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 343 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.5090/2024, που τιτλοφορείται "Θέση επί της κατηγορίας. Ενημέρωση του κατηγορουμένου", "1. Ο διευθύνων τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να διατυπώσει συνοπτικά τη θέση του επί της κατηγορίας, παράλληλα δε τον πληροφορεί ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου. 2. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 135 του Ν. 4855/2021 ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) Εφόσον το δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απόφαση για την ενοχή, προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οφείλει να ενημερώσει τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας.

Η πιθανολογούμενη βελτίωση της κατηγορίας ή ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός ουδέποτε συνιστούν λόγο αναβολής της δίκης". Μία σημαντική καινοτομία εισάγεται με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 343 ΚΠοινΔ, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί από το δικαστήριο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για την αντίκρουση της κατηγορίας, "αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της".

Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται πληρέστερα το δικαίωμα σε αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως προσδιορίζεται αυτό στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 β' ΕΣΔΑ. Για να αποφευχθούν περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος προβλέπεται ρητά ότι ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας προσδιορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και μπορεί να δικαιολογήσει μόνον διακοπή της δίκης και ουδέποτε αναβολή.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4855/2021 στο άρθ. 131 "Η αναδιατύπωση της παρ. 2 κρίθηκε αναγκαία για να διευκρινιστεί απολύτως ότι η διάταξη αφορά και στη βελτίωση της κατηγορίας και τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επιπλέον δε για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο επιβαρύνσεως της θέσης του κατηγορουμένου από το δικαστήριο με την απαγγελία της απόφασής του, χωρίς να έχει ακουστεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος".

Από τις εν λόγω διατάξεις, προκύπτει, ότι σε κάθε περίπτωση, είτε βελτίωσης της κατηγορίας, είτε ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ενημερώσει προηγουμένως τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο, για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, άλλως παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' Κ.Ποιν.Δ., για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ιδίου κώδικα, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 746/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την εν λόγω με αριθμούς 1915, 1990, 2196/2023 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: " Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τη χωρίς όρκο εξέταση των νομίμων εκπροσώπων της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας εταιρίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

στο Γαλάτσι Αττικής, την 31-01-2023. μεταξύ της εκκαλούσας-κατηγορουμένης, του Α. Μ., του Χ. Κ., των μαρτύρων κατηγορίας Ν. Μ., Γ. Π.. Π. Π., Ε. Κ. και Η. Κ., καθώς και εννέα ακόμα δικαστικών επιμελητών (Κ. Μ. , Μ. Σ., Μ. Ζ., Ο. Γ., Α. Κ., Θ. Π., Σ. Π., Σ. Β. και Κ. Σ.), συστάθηκε η αστική εταιρία δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "...-...-...

και Συνεργάτες Αστική Επαγγελματική Εταιρία Δικαστικών Επιμελητών" με αόριστη διάρκεια, η οποία είχε ως σκοπό την έναντι αμοιβής παροχή σε τρίτους υπηρεσιών δικαστικού επιμελητή. Σύμφωνα με το Καταστατικό, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. ...-2013 απόφαση του ΔΣ του αρμόδιου Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών, ως διαχειριστές της εταιρίας ορίστηκαν οι Α.

Μ. και Χ. Κ., ανακαλούμενοι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, λαμβανόμενη με πλειοψηφία 75% επί του συνόλου των μεριδίων, με αρμοδιότητα, από κοινού ενεργώντας, να εκπροσωπούν την εταιρία και να διαχειρίζονται την περιουσία της, περαιτέρω δε να κατανέμουν τις υποθέσεις μεταξύ των εταίρων, να τηρούν τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, συνεπικουρούμενοι από λογιστή και να προβαίνουν σε πληρωμές των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων της εταιρίας, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης των εταίρων.

Βάσει ρητού όρου του Καταστατικού (άρθρο 10.7) χορηγήθηκε στην κατηγορουμένη Π. Π. "ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια πράξεων σε σχέση με τις τρέχουσες συναλλαγές, καθώς και την κατάρτιση τρεχουσών συναλλαγών, όπως συναλλαγές με εταιρίες κοινής ωφέλειας. Τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες και για άλλες συναλλαγές που με απόφασή της η Γενική Συνέλευση μπορεί να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία επί του συνόλου των εταιρικών μεριδίων.

Με το παρόν καταστατικό παρέχεται ανέκκλητη εντολή στην εταίρο (εκκαλούσα-κατηγορούμενη) Π. Π., όπως κατά την κρίση της εξουσιοδοτεί λοιπούς εταίρους ή και υπαλλήλους της εταιρείας ή και τρίτους για τη διενέργεια τρεχουσών συναλλαγών με τράπεζες, με εταιρίες κοινής ωφέλειας και με δημόσιες υπηρεσίες, Σύμφωνα με το Καταστατικό, άπαντες οι εταίροι συμμετέχουν στις κερδοζημίες της εταιρίας και ψηφίζουν στη Γενική Συνέλευσή της με μερίδα 1,5%, πλην των Α.

Μ. και Χ. Κ., έκαστος των οποίων συμμετέχει με μερίδα 2% και της Π. Π., που συμμετέχει με μερίδα 75%.

Περαιτέρω, με βάση το Καταστατικό ανώτατο όργανο της εταιρίας είναι η Γενική Συνέλευση αποτελούμενη από άπαντες τους εταίρους, οποία, ετησίως. και πάντα μέχρι τον μήνα Μάρτιο, συνεδριάζει υποχρεωτικώς προς σύνταξη λογιστικών καταστάσεων για την προηγούμενη εταιρική χρήση και δη προς σύνταξη καταλόγου εσόδων και εξόδων, καταλόγου απαιτήσεων και υποχρεώσεων της εταιρίας και καταλόγου κερδοζημιών, που αντιστοιχούν σε κάθε εταίρο.

Το Καταστατικό προβλέπει ότι οι Διαχειριστές έχουν, μεταξύ άλλων, την ευθύνη των εισπράξεων της εταιρίας και τη διασφάλιση αυτών υπέρ της εταιρίας, καθώς και την ευθύνη για την απόλυτη προτεραιότητα στις πληρωμές των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων της εταιρίας. Με την από 01-04-2014 τροποποίηση του Καταστατικού, κατατεθείσα προς έγκριση στον αρμόδιο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών, την 15- 04-2014, νομίμως εγκριθείσα με το υπ'αριθμ. ...-2014 απόφαση του ΔΣ του Συλλόγου, και δημοσιευθείσα, το μερίδιο στην εταιρία της εκκαλούσας κατηγορουμένης προσαυξήθηκε κατά ποσοστό 2% και ανήλθε σε 77%.

Κατά τη διάρκεια του 2014 οι εταίροι Μ. Ν., Π. Π., Π. Γ. και Κ. Ε., με 1,5 % έκαστος μερίδιο συμμετοχής στην εταιρία έθεσαν ζήτημα διαχειριστικού ελέγχου της εταιρίας. Ο καταθέσας ως μάρτυρας στο ακροατήριο Ε. Σ., ο οποίος δυνάμει της από 20-01-2015 σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ των εταίρων Μ. Ν., Π. Π., Π. Γ., και Κ. Ε., και της εταιρίας "ECOVIS HELLAS SA", ανέλαβε, ως λογιστής, την υποχρέωση διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου της εταιρίας, τον οποίο είχαν ζητήσει οι εταίροι Μ.

Ν., Π. Π., Π. Γ. και Κ. Ε. με την από 12-01-2015 εξώδικη δήλωσή τους, επιδοθείσα προς τους διαχειριστές, τον αρμόδιο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών, και κοινοποιηθείσα στην εκκαλούσα-κατηγορουμένη Π. Π., ξεκίνησε, τελικώς, τον εν λόγω διαχειριστικό έλεγχο τον Απρίλιο του 2015, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2640/2015 δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με τη συνδρομή και της Αστυνομικής Αρχής, που κλήθηκε για τη διάνοιξη της θύρας των γραφείων της εταιρίας την 16-04-2015.

Κατόπιν δε έκδοσης της από 06-05-2015 Προσωρινής Διαταγής επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 2640/2015 δικαστικής απόφασης, ο εν λόγω λογιστής έλαβε αρχικά τριτοβάθμια ισοζύγια για τις χρήσεις 2013 και 2014, κάποια αντίγραφα πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων, αντί πελατολογίου ιδιόχειρο σημείωμα του Α.

Μ. που ανέφερε 4 Τράπεζες ως πελάτες, κάποια παραστατικά δαπανών και κάποιους πίνακες επιδόσεων, κωδικούς πρόσβασης στο λογισμικό της εταιρίας, ενώ απουσίαζαν όλα τα παραστατικά, που αφορούσαν το έτος 2013 και το έτος 2015. Όπως κατέθεσε ο ίδιος, όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρίας, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για μια εταιρία υπό διάλυση, τα έγγραφα που αναζητούσε βρίσκονταν σε κούτες, ενώ δεν υπήρχε σύστημα μηχανογράφησης σε λειτουργία.

Έλαβε δε τον ισολογισμό του 2014 και τα τρέχοντα αναλυτικά τριτοβάθμια ισοζύγια από τον αρμόδιο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών και ολοκλήρωσε τον έλεγχό του συντάσσοντας την από 25-06-2015 Έκθεσή του. Με βάση την εν λόγω Έκθεση, διαπιστώθηκαν, κατά την εταιρική χρήση του 2014, λογιστικές εγγραφές διανομής "προμερισμάτων" στους εταίρους, ποσού 771.974.04 ευρώ.

Κατά τον έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι το ισοζύγιο του 2014 δεν ισοσκέλιζε, ενώ η διαφορά ανερχόταν στο ποσό των 771.960,57 ευρώ, ήτοι ταυτιζόταν ουσιαστικά με το συνολικό ποσό των "προμερισμάτων" που καταβλήθηκαν στους εταίρους. Τα παραπάνω ποσά δόθηκαν χωρίς να προβλέπεται στο Καταστατικό η καταβολή "προμερισμάτων", αφού το Καταστατικό δεν προβλέπει απολήψεις, δηλαδή είσπραξη προκαταβολών έναντι μελλοντικών κερδών, ρυθμίζοντας συγχρόνως και τις προϋποθέσεις λ.χ.

ότι ως προς το ύψος των απολήψεων θα ληφθεί υπόψη η πορεία της εταιρικής επιχείρησης και οι προσωπικές ανάγκες των εταίρων ή ότι η χορήγηση απολήψεων εξαρτάται από τη σύνταξη μηνιαίων ισοζυγίων από το διαχειριστή. Τα ως άνω "προμερίσματα" λήφθηκαν, άλλωστε, χωρίς (τη μη αρκούσα σε κάθε περίπτωση) σχετική απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, δεν εγκρίθηκαν δε εκ των υστέρων ως μερίσματα (διανομή κερδών).

Ας σημειωθεί ότι η από 15-04-2015 Τακτική Γενική Συνέλευση εμφανίζεται να εγκρίνει τον ισολογισμό του 2014, όμως, δεν έλαβε απόφαση διανομής κερδών. Η εν λόγω απόφαση της 15-04-2015 δεν εγκρίθηκε, άλλωστε, από τον αρμόδιο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών, κατ' άρθρο 19 παρ. 4 δ Ν.2318/ 1995, ο δε μάρτυρας Ε. Σ. κατέθεσε ότι ο ισολογισμός που φέρεται ότι εγκρίθηκε από την εν λόγω Γενική Συνέλευση, δεν είχε κατά τον χρόνο της έγκρισης, συνταχθεί, αφού ο ίδιος, όταν ζήτησε τον ισολογισμό, που επισυνάπτεται στο Πρακτικό, ως εγκριθείς από τη Γενική Συνέλευση από τους λογιστές της εταιρίας Μ.

και Α. δεν του παραδόθηκε, για τον λόγο ότι, όπως ισχυρίσθηκαν οι τελευταίοι, δεν είχε ακόμα συνταχθεί. "Προμερίσματα" είχαν δοθεί στους εταίρους και το 2013, χωρίς λογιστικές εγγραφές κατά το έτος 2013, ενώ στον Ισολογισμό του 2003 εμφανίζεται ως ταμείο το υπέρογκο ποσό των 756.088 ευρώ, που αντιστοιχεί σε "προμερίσματα", τα ποσά των οποίων είχαν ήδη αναληφθεί, σύμφωνα με την από 25-06-2015 Έκθεση.

Η κατηγορουμένη έλαβε "προμερίσματα" χρήσης 2014, ποσού 429.300 ευρώ, με βάση τις λογιστικές εγγραφές, που υπογράφονται από τον λογιστή της εταιρίας Α. Α., στον πίνακα που συντάχθηκε με βάση τα λογιστικά βιβλία και επισυνάπτεται στην αναγνωσθείσα από 29-05-2023 Βεβαίωση του Α. Α. (βλ. τις εγγραφές από 30-01-2014 ποσού 37.000 ευρώ, από 19-02-2014 ποσού 42.300 ευρώ, από 03-03-2014 ποσού 16.000 ευρώ, από 28- 03-2014 ποσού 13.800 ευρώ, από 22-04-2014 ποσού 28.000 ευρώ, από 07-05-2014 ποσού 17.500 ευρώ, από 28-06-2014 ποσού 28.000 ευρώ, από 28-08-2014 ποσού 31.500 ευρώ, από 04-09-2014 ποσού 38.000 ευρώ, από 30-09-2014 ποσού 16.500 ευρώ, από 14-10-2014 ποσού 31.000 ευρώ, από 27-11-2014 ποσού 18.000 ευρώ, από 12-12-2014 ποσού 36.000 ευρώ, από 14-12-2014 ποσού 28.500 ευρώ, από 30-12-2014 ποσού 47.000 ευρώ), τις οποίες (λογιστικές εγγραφές) διαπίστωσε ο Ε.

Σ. ήδη κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου. Όσον αφορά τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας για το έτος 2014. ανέρχονταν στο ποσό των 421.920 ευρώ (φόρος εισοδήματος ποσού 297.452 ευρώ και ρύθμιση 50% 60 δόσεις 78.359 ευρώ). Συγκεκριμένα, υπήρχε οφειλή από το έτος 2013 σε ρύθμιση, πλέον του φόρου εισοδήματος, ως φορολογική υποχρέωση της εταιρίας.

Περαιτέρω, την 30-01-2015, στη Γενική Συνέλευση, που έλαβε χώρα, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη μεταβίβασε το ποσοστό 75% στον Α. Μ., ενώ την 13-02-2015, υπέβαλε στην εταιρία δήλωση αποχώρησης και παραίτησης από το ποσοστό συμμετοχής της (2%). Σύμφωνα με την από 25-06-2015 Έκθεση, η εκκαλούσα- κατηγορουμένη έλαβε, προτού αποχωρήσει, κατά τη διάρκεια της χρήσης 2015, "προμερίσματα" ποσού 81.000 ευρώ με βάση τις λογιστικές εγγραφές που διαπίστωσε ο ενεργήσας τον έλεγχο λογιστής (βλ.

και τον επισυναπτόμενο πίνακα στην ως άνω από 29-05-2023 Βεβαίωση του Α. Α., όπου την 21-01-2015 και την 11-02-2015 -μία μέρα πριν από την αποχώρηση της εκκαλούσας κατηγορουμένης από την εταιρία- αναφέρονται απολήψεις που αφορούν την ίδια, ποσού 40.000 ευρώ και 41.000 ευρώ. αντίστοιχα). Οι παραπάνω απολήψεις προμερισμάτων κατά τη διάρκεια του 2014 και τους πρώτους μήνες του 2015 γίνονταν από το Ταμείο της εταιρίας.

Η χρήση του 2014 ήταν κερδοφόρος για την εταιρία, όπως ήταν και η χρήση του 2013. για την οποία η κατηγορουμένη έλαβε ως "προμερίσματα" το ποσό των 506.600,69 ευρώ. Η χρήση του 2015 ήταν ζημιογόνος, ενώ στον Ισολογισμό του 2015 στις λοιπές απαιτήσεις ποσού 990.059,38 περιλαμβάνονταν και οι απαιτήσεις από προμερίσματα που χορηγήθηκαν το 2014.

Όμως, ανεξαρτήτως της ως άνω συνθήκης (κερδοφορίας ή μη) η πρόβλεψη απολήψεων έναντι κερδών υπέρ των εταίρων ελλείπει εν προκειμένω, αφού το Καταστατικό δεν παρέχει το εν λόγω δικαίωμα στους εταίρους. Εξάλλου, απουσιάζει, εν προκειμένω, η (μη αρκούσα, σε κάθε περίπτωση) απόφαση της (Έκτακτης) Γενικής Συνέλευσης, η οποία θα εξέταζε προηγουμένως όλες τις οικονομικές παραμέτρους της εταιρίας, θα στάθμιζε και θα προσδιόριζε το εάν και το πόσο των καταβολών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες των εταίρων, διασφαλίζοντας και την αναγκαία διαφάνεια.

Η δε διανομή κερδών υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις (βλ. στη μείζονα πρόταση υπό 3), χωρίς την πλήρωση των οποίων δεν δύναται να χωρήσει (απόφαση Γενικής Συνέλευσης για την έγκριση από την εταιρία των λογαριασμών που συντάσσουν οι διαχειριστές μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης και λήψη, έστω και σιωπηρής, απόφασης για διανομή των κερδών), εν προκειμένω, δε η Γενική Συνέλευση ενέκρινε ισολογισμό, που δεν είχε ακόμα συνταχθεί, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί, σε καμία περίπτωση, υπό τις ως άνω περιστάσεις σιωπηρή απόφαση διανομής κερδών.

Η απόληψη, άλλωστε, "προμερισμάτων" κατά το έτος 2013 δεν έχει δεσμευτική ενέργεια, αφού η διαπίστωση ορισμένης πραγματικής κατάστασης, το γεγονός δηλαδή ότι συνέβη να δοθούν "προμερίσματα" κατά το προηγούμενο έτος, δεν παράγει δέσμευση για το μέλλον, ούτε νομιμοποιεί τις κατ' επανάληψη παραβιάσεις του Καταστατικού.

Το Καταστατικό της εταιρίας δεν τροποποιήθηκε, άλλωστε, με την παραπάνω απροσδιόριστης εμβέλειας και αδιευκρίνιστων κριτηρίων πρακτική που υιοθετήθηκε, (πολλώ δε μάλλον εφόσον η εν λόγω τροποποίηση θα είχε αντίκτυπο στις απαιτήσεις τρίτων έναντι της εταιρίας, ήτοι δεν αφορούσε αποκλειστικά τις μεταξύ των εταίρων σχέσεις), δεδομένου ότι, όπως ορίζει το Καταστατικό στο άρθρο 15, η τροποποίηση του Καταστατικού πρέπει να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο (βλ.

και το άρθρο 159 παρ.2 ΑΚ). Στον εν λόγω εταιρικό τύπο της αστικής εταιρίας, η οποία δεν είναι κεφαλαιουχική εταιρία, δεν έχει κεφάλαιο, τακτικά αποθεματικά, ούτε σχηματισμό κερδών εις νέον, οι εισπράξεις της εταιρίας κατατίθενται στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας και κέρδη διανέμονται μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, μετά την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων και μετά την έγκριση των αποτελεσμάτων της χρήσης από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν υπηρετούν μόνο τους τύπους αλλά έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στη διαφάνεια και την αποτελεσματική λειτουργία της εταιρίας. Ο εν λόγω μηχανισμός εγγυάται τη διαδικασία, που έχει προβλεφθεί για την αποτροπή αυθαιρεσιών και για την ομαλή εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων των εταίρων μεταξύ τους και των εταίρων με τους τρίτους.

Οι ως άνω προϋποθέσεις, τις οποίες οι ίδιοι οι εταίροι αποδέχθηκαν, υπογράφοντας το Καταστατικό της εταιρίας, και επιλέγοντας το εν λόγω εταιρικό μόρφωμα, καθόλου δεν αποκλείουν τη μετέπειτα θεμελίωση δικαιώματος απόληψης κερδών ανάλογα με τα εταιρικά μερίδια των εταίρων. Είναι, όμως, λογικώς πρότερος όρος, η διασφάλιση των εισπράξεων σε σχέση με την τελική απόφαση για τη διανομή τους, που λαμβάνεται από το αρμόδιο καταστατικό όργανο (Γενική Συνέλευση), εφόσον πληρούνται οι οριζόμενες από το Καταστατικό προϋποθέσεις.

Υπό την παραπάνω έννοια, η εταιρία διατηρούσε βέβαιη, ήτοι μη υποκείμενη σε αίρεση ή προθεσμία, και εκκαθαρισμένη, ήτοι προσδιορισμένη κατά το ποσό της, απαίτηση εναντίον της εκκαλούσας-κατηγορουμένης για απόδοση των ποσών που έλαβε ως "προμερίσματα", δηλαδή για τις απολήψεις έναντι μελλοντικών κερδών (βλ.

στη μείζονα πρόταση υπό 3). Η εν λόγω αξίωση της εταιρίας είχε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, κατά τον χρόνο της κάθε επιμέρους απόληψης, όπως ανωτέρω εξειδικεύτηκαν, αφού καμία από αυτές δεν πληρούσε τις οριζόμενες από το Καταστατικό προϋποθέσεις. Η δε απαίτηση της εκκαλούσας-κατηγορουμένης για την καταβολή των μερισμάτων, δηλαδή για τη διανομή κερδών, θα κρινόταν μεταγενέστερα, με βάση την αξιολόγηση από τη Γενική Συνέλευση των αποτελεσμάτων της χρήσης, την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που ορίζει το Καταστατικό, όσον αφορά τις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις, εάν δε συνέτρεχε περίπτωση διανομής κερδών, θα λαμβανόταν η οικεία απόφαση διανομής κερδών, κατόπιν της οριζόμενης από το Καταστατικό διαφανούς διαδικασίας.

Η εκκαλούσα- κατηγορουμένη γνώριζε ότι το Καταστατικό δεν προέβλεπε την απόληψη προκαταβολών έναντι μελλοντικών κερδών, γνώριζε λοιπόν ότι εισπράττει μη προβλεπόμενα στο Καταστατικό "προμερίσματα", χωρίς να απαιτείται όχληση, επίδοση αγωγής ή εκτελεστός τίτλος για να καταστεί στην ίδια γνωστή η υποχρέωση απόδοσης όλων των ποσών που έλαβε χωρίς να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα.

Προηγείτο, άλλωστε, η απόδοση των "προμερισμάτων" στην εταιρία της έρευνας του ζητήματος, εάν συνέτρεχε περίπτωση διανομής κερδών στην εκκαλούσα-κατηγορουμένη και σε όλους του υπόλοιπους εταίρους. Πρακτικά, το ζήτημα ανέκυψε λόγω των ανεξόφλητων υποχρεώσεων της εταιρίας προς την αρμόδια Φορολογική Αρχή, της ζημιογόνου χρήσης του έτους 2015 και του μηδενικού ταμείου της εταιρίας, όμως, η εφαρμογή των κανόνων, όπως τέθηκαν στο Καταστατικό, αποτελεί υποχρέωση των εταίρων, που υφίσταται.

Επομένως, μπορεί να, επιδιωχθεί από την εταιρία η εκπλήρωση αυτής (υποχρέωσης) έναντι οποιουδήποτε εταίρου την παραβιάζει, χωρίς να είναι κρίσιμες οι περιστάσεις που οδήγησαν στην επιδίωξη της απαίτησης. Δεν μπορεί, δηλαδή, να αρύεται δικαίωμα ο εταίρος από το γεγονός ότι και οι λοιποί εταίροι έλαβαν "προμερίσματα" κατά την προηγούμενη ή την ίδια εταιρική χρήση, αφού η απαίτηση της εταιρίας απορρέει από τη συμβατική της σχέση με τους εταίρους και τυχόν πρακτικές ή συνήθειες, αντίθετες στο Καταστατικό, δεν την καθιστούν αβέβαιη και ανεκκαθάριστη.

Η εκκαλούσα- κατηγορουμένη, την 20-07-2015, αν και γνώριζε ότι η εταιρία είχε αξίωση σε βάρος της εκ της ιδιότητάς της ως εταίρου κατά 77% της εταιρίας με την επωνυμία "Π. - Μ. - Κ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών", (η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε "Π. Γ. και Π - Μ. και Συνεργάτες Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών"), ποσού 510.300 ευρώ, το οποίο η ανωτέρω κατηγορουμένη εισέπραξε, κατά τον χρόνο που ήταν εταίρος, χωρίς να προβλέπεται στο Καταστατικό και χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ως "προμέρισμα" για το έτος 2014 (429.300 ευρώ) και ως "προμέρισμα" για το έτος 2015 (81.000 ευρώ), και με σκοπό να ματαιώσει την πλήρη ικανοποίηση της πιο πάνω απαίτησης της εγκαλούσας και να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της, λαμβάνοντας υπόψη τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου (ο οποίος περαιώθηκε τον Ιούνιο του 2015), με πρωτοβουλία των προαναφερθέντων εταίρων της εταιρίας, υπό τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν, απαλλοτρίωσε τα μοναδικά αξιόχρεα περιουσιακά της στοιχεία και, ειδικότερα, αποξενώθηκε από αυτά χωρίς αντάλλαγμα, αφού δυνάμει του υπ' αριθ. ....2015 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών, Β.

Κ. του Α., το οποίο μεταγράφηκε στην 21.7.2015 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5095 με αριθμό 395. μεταβίβασε προς τα τέκνα της Σ. Π. και Μ.- Χ. Π., ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, που έχει ανεγερθεί στο, κείμενο στο Δήμο Γαλατσίου Αττικής (οδός ...), οικόπεδο, επιφάνειας 72.145 τμ, που είχε περιέλθει σε αυτήν δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Λ. - Π. και ειδικότερα μεταβίβασε ιδανικό μερίδιο 1/2 συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στην: α) υπό στοιχεία Υ1 Αποθήκη του υπογείου, β) υπό στοιχεία Υ2 Αποθήκη του υπογείου, γ) υπό στοιχεία Ι1Α γραφείο, δ) υπό στοιχεία I 1Β γραφείο, ε) υπό στοιχεία Α1 γραφείο του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου, στ) υπό στοιχείο Α2 γραφείο του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου ζ) υπό στοιχεία Β1 διαμέρισμα του δευτέρου (Β') πάνω από το ισόγειο ορόφου, η) υπό στοιχ.

Β2 διαμέρισμα του δευτέρου (Β') πάνω από το ισόγειο ορόφου, θ) υπό στοιχεία Γ1 διαμέρισμα του τρίτου (Π πάνω από το ισόγειο ορόφου και ι) υπό στοιχεία Δ1 διαμέρισμα του τέταρτου (Δ') πάνω από το ισόγειο ορόφου, και, συγκεκριμένα, (μεταβίβασε) σε αμφότερα τα τέκνα, κατ' ίσα μέρη, το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Υ1, Υ2, I 1 Α και Ι 1 Β οριζόντιες ιδιοκτησίες, στον Σ.

Π. το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Α1, Α2 και Γ1 οριζόντιες ιδιοκτησίες, και στη Μ.-Χ. Π. το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Β1, Β2 και Δ1 οριζόντιες ιδιοκτησίες. Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών ανήκε στον σύζυγό της Γ. Π., ο γάμος της με τον οποίο λύθηκε με την 1511/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί αίτησης συναινετικού διαζυγίου, ο οποίος (Γ.

Π.) συμβλήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο μεταβιβάζοντας κατά τις ανωτέρω διακρίσεις το δικό του ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου) στα τέκνα αυτού και της εκκαλούσας-κατηγορουμένης. Με την ως άνω απαλλοτρίωση, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη αποξενώθηκε από τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, αξίας, όσον αφορά το ιδανικό μερίδιο της ιδίας (579.042.08 ευρώ : 2=) 289.521.04 ευρώ (βλ.

το υπ' αριθμ. .../2015 συμβόλαιο), χωρίς αντάλλαγμα, και ματαίωσε εν μέρει την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης της εγκαλούσας. αφού δεν υφίστατο αξιόχρεη περιουσία της, πέραν των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, εμποδίζοντας, ειδικότερα, την ανωτέρω εγκαλούσα από το να εγγράψει βάρη και να ικανοποιήσει τη χρηματική απαίτησή της με επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ανωτέρω εμπράγματου δικαιώματος αυτής επί του ως άνω ακινήτου.

Συγκεκριμένα, τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχε στην κυριότητα της η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, μετά την ως άνω χωρίς αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, ήταν το ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου 657,56 τ.μ. στο Λευκάσι Αχαΐας, το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 1.298,12 τ.μ. στο Λευκάσι Αχαΐας και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί δύο γηπέδων στο Λευκάσι Αχαΐας, τα οποία (περιουσιακά στοιχεία), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση της εγκαλούσας εταιρίας.

Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη ήθελε την ως άνω πράξη της, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάρρηξης των σχέσεων εμπιστοσύνης με τους εταίρους-μάρτυρες κατηγορίας, της δικαστικής διαμάχης που αυτή επέφερε, της διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου, της ύπαρξης γνωστών στην ίδια, με βάση τον ισολογισμό του 2013, αλλά και με βάση τα ισοζύγια των πρώτων μηνών του 2015, οφειλών της εταιρίας στη Δ.Ο.Υ., της αποχώρησής της από την εταιρία τον Φεβρουάριο του 2015.

Επομένως, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη καταδολίευσης δανειστών (άρθρα 2 παρ. 1 και 397 παρ. 2 νέου ΠΚ, βλ. και την 480/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την δευτεροβάθμια απόφαση), που τέλεστηκε στην Αθήνα την 20-07-2015. με την κατά ένα μέρος ματαίωση, εν γνώσει της, της ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας εταιρίας, διά της απαλλοτρίωσης χωρίς αντάλλαγμα των ως άνω περιουσιακών της στοιχείων, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της (Για το ότι η μεταβολή του τρόπου τέλεσης στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα, όπως η καταδολίευση δανειστών κατ' αρθρο 397 παρ. 2 ΠΚ, δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας, βλ.

στη μείζονα πρόταση υπό 2). Πρέπει, επίσης να αναγνωρισθεί στην εκκαλούσα κατηγορουμένη η προβλεπόμενη στο άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, η οποία είχε αναγνωρισθεί με την με αριθ. ΖΤ 2080, 2239, 2588, 2680/01-11-2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (άρθρο 470 ΚΠΔ).". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, ένοχη, με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α', για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει ένοχη την κατηγορούμενη, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' Π.Κ., του ότι: Στην Αθήνα, στις 20.07.2015, εν γνώσει της ματαίωσε εν μέρει την ικανοποίηση δανειστή, που είχε σε βάρος της βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, απαλλοτριώνοντας χωρίς αντάλλαγμα, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της, περιουσιακά στοιχεία, και ειδικότερα αν και γνώριζε ότι η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Π.

Γ. και Π.- Μ. και Συνεργάτες Αστικής Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών" είχε αξίωση σε βάρος της εκ της ιδιότητάς της ως μετόχου κατά ποσοστό 77%, της εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Μ. - Κ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών" (η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε "Π.

Γ. και Π - Μ. και Συνεργάτες Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών"), ποσού 510.300 ευρώ, το οποίο η ως άνω τρίτη κατηγορουμένη εισέπραξε, χωρίς να προβλέπεται στο καταστατικό και χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης περί διανομής κερδών, ως "προμέρισμα" για το έτος 2014 (429.300 ευρώ) και ως προμέρισμα για το έτος 2015 (81.000 ευρώ), ήτοι ότι η εταιρία διατηρούσε εναντίον της βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση να της αποδοθούν οι ως άνω απολήψεις έναντι κερδών, ώστε να εξοφληθούν φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 421.920 ευρώ, ματαίωσε εν μέρει την ικανοποίηση της πιο πάνω απαίτησης της εγκαλούσας, ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της (κατηγορουμένης), αποφεύγοντας την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, αφού απαλλοτρίωσε τα μοναδικά αξιόχρεα περιουσιακά της στοιχεία, και ειδικότερα αποξενώθηκε από αυτά χωρίς αντάλλαγμα, αφού δυνάμει του υπ' αριθ. ....2015 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Β.

Κ. του Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 21.07.2015 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5095 με αριθμό 395, μεταβίβασε προς τα τέκνα της Σ. Π. και Μ.-Χ. Π., ιδανικό μερίδιο συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο κείμενο στο Δήμο Γαλατσίου Αττικής (οδός ...), οικόπεδο επιφάνειας 72.145 τ.μ.

που είχε περιέλθει σε αυτήν δυνάμει του υπ'αριθ.....1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Λ.-Π. και ειδικότερα μεταβίβασε ιδανικό μερίδιο 1/2 συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στην : α) υπό στοιχεία Υ1 Αποθήκη του υπογείου, β) υπό στοιχεία Υ2 Αποθήκη του υπογείου, γ) υπό στοιχεία Ι 1Α γραφείο, δ) υπό στοιχεία Ι 1Β γραφείο, ε) υπό στοιχεία Α1 γραφείο του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου, στ) υπό στοιχείο Α2 γραφείο του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου ζ) υπό στοιχεία Β1 διαμέρισμα του δευτέρου (Β') πάνω από το ισόγειο ορόφου, η) υπό στοιχ.

Β2 διαμέρισμα του δευτέρου (Β') πάνω από το ισόγειο ορόφου, θ) υπό στοιχεία Γ1 διαμέρισμα του τρίτου (Γ') πάνω από το ισόγειο ορόφου και ι) υπό στοιχεία Δ1 διαμέρισμα του τέταρτου (Δ') πάνω από το ισόγειο ορόφου και συγκεκριμένα (μεταβίβασε) σε αμφότερα τα τέκνα, κατ' ίσα μέρη, το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Υ1, Υ2, Ι 1 Α και Ι 1Β οριζόντιες ιδιοκτησίες στον Σ.

Π. το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Α1, Α2 και Γ1 οριζόντιες ιδιοκτησίες, και στη Μ.-Χ. Π. το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά της στις με στοιχεία Β1, Β2 και Δ1 οριζόντιες ιδιοκτησίες, επιδιώκοντας την εν μέρει ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης ποσού 510.300 ευρώ της ως άνω εταιρίας." και ακολούθως την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3).

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.α', 27 παρ.1, 2 εδ.α' και 397 παρ.2 του ν.Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση α)ο χρόνος και τόπος τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, β)η ματαίωση μερικά της ικανοποίησης της εγκαλόυσας-δανείστριας, η οποία έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι και δικαστικά αναγνωρισμένη, να έχει επιδοθεί αγωγή για αυτήν και να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίησή της.

γ)η απαλλοτρίωση χωρίς αντάλλαγμα των μοναδικών αξιόχρεων περιουσιακών στοιχείων της κατηγορουμένης. Πιο συγκεκριμένα στο σκεπτικό που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό υφίστανται παραδοχές του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις οποίες πλήρως αιτιολογούνται: α) το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης της εγκαλούσας αστικής εταιρίας "Π. - Μ. - Κ.

ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών" η οποία μεταγενέστερα μετονομάστηκε ως ανωτέρω, ύψους συνολικά 510.300 ευρώ από απόληψη προμερισμάτων από την κατηγορουμένη, εκ των οποίων 429.300 ευρώ έλαβε σαν "προμέρισμα" για το έτος 2014 και 81.000 ευρώ έλαβε σαν "προμέρισμα" για το έτος 2015, τα οποία η τελευταία εισέπραξε κατά το χρόνο που ήταν εταίρος της εγκαλούσας χωρίς όμως να προβλέπεται στο καταστατικό απόληψη προκαταβολών έναντι μελλοντικών κερδών και χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γ.Σ.

περί διανομής κερδών, με την περαιτέρω παραδοχή ότι κατά το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι καταδολιευτικές πράξεις, ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της άνω υποχρέωσής της απόδοσης των ως άνω παρανόμως εισπραχθέντων, διότι είχε διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος μετά από δικαστική απόφαση που περατώθηκε τον Ιούνιο 2015 με πρωτοβουλία των λοιπών εταίρων Π.

Γ. και Π. και Μ., γνώριζε ότι από τον έλεγχο αυτό προέκυπτε η απαίτηση της εγκαλούσας εναντίον της λόγω της απόληψης των προμερισμάτων χωρίς νόμιμη αιτία τα οποία εκ τούτου δεν εδικαιούτο και όφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα, προέβη στην απαλλοτρίωση των επιδίκων περιουσιακών της στοιχείων με σκοπό ματαίωσης της πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας ποσού 510.300 ευρώ και για να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της, β)Οι επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, ήτοι η κατάρτιση του υπ' αριθ. ....2015 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Β.

Κ. του Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 21.07.2015 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5095 με αριθμό 395, με το οποίο μεταβίβασε προς τα τέκνα της Σ. Π. και Μ.-Χ. Π., ιδανικό μερίδιο συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο κείμενο στο Δήμο Γαλατσίου Αττικής (οδός ...), χωρίς αντάλλαγμα, γ) η είσπραξη-λήψη από το ταμείο της εταιρείας χωρίς νόμιμη αιτία, ως "προμερίσματα" χρήσης 2014 ποσού 429.300 ευρώ και ειδικότερα στις 30-01-2014, ποσού 37.000 ευρώ, 19-02-2014, ποσού 42.300 ευρώ, 03-03-2014, ποσού 16.000 ευρώ, 28- 03-2014 ποσού 13.800 ευρώ, 22-04-2014, ποσού 28.000 ευρώ, 07-05-2014, ποσού 17.500 ευρώ, 28-06-2014 ποσού 28.000 ευρώ, 28-08-2014 ποσού 31.500 ευρώ, 04-09-2014 ποσού 38.000 ευρώ, 30-09-2014 ποσού 16.500 ευρώ, 14-10-2014 ποσού 31.000 ευρώ, 27-11-2014 ποσού 18.000 ευρώ, 12-12-2014 ποσού 36.000 ευρώ, 14-12-2014 ποσού 28.500 ευρώ, 30-12-2014 ποσού 47.000 ευρώ, και ως "προμερίσματα" χρήσης 2015 ποσού 81.000 ευρώ και ειδικότερα στις 21-1-2015 40.000 ευρώ και στις 11-2-2015 41.000 ευρώ, ήτοι ότι η εταιρία διατηρούσε εναντίον της βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση να της αποδοθούν οι ως άνω απολήψεις έναντι κερδών, δ) Η χωρίς νόμιμη αιτία λήψη από το ταμείο της εταιρείας του ποσού των 510.300 ευρώ, το οποίο η κατηγορουμένη εισέπραξε, χωρίς να προβλέπεται στο καταστατικό και χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης περί διανομής κερδών, ως "προμέρισμα" για το έτος 2014 (429.300 ευρώ) και ως προμέρισμα για το έτος 2015 (81.000 ευρώ), ήτοι ότι η εταιρία διατηρούσε εναντίον της βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση να της αποδοθούν οι ως άνω απολήψεις έναντι κερδών, ε) Η ματαίωση εν μέρει της ικανοποίησης της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης της εγκαλούσας εταιρείας, με την παραδοχή ότι, ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, απαλλοτρίωσε τα μοναδικά αξιόχρεα περιουσιακά της στοιχεία με τον παραπάνω τρόπο χωρίς αντάλλαγμα και έτσι ματαίωσε τη δυνατότητα πλήρους ικανοποίησης της εναντίον της απαίτησης εμποδίζοντας την εγκαλούσα από το να εγγράψει βάρη και να ικανοποιήσει πλήρως την χρηματική της απαίτηση με επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ανωτέρω εμπραγμάτου δικαιώματος (κυριότητας ιδανικού μεριδίου) επί των ως άνω ακινήτων, και με την περαιτέρω παραδοχή ότι τα εναπομείναντα περιουσιακά της στοιχεία ιδανικά μερίδια επί δύο οικοπέδων και ενός γηπέδου στο Λευκάσι Αχαΐας δεν επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας, στ) Ο άμεσος δόλος, αφού το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη προέβη στις παραπάνω καταδολιευτικές πράξεις εν γνώσει της ότι όφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρεία το συνολικό ποσό των 510.300 ευρώ, με τις παραδοχές ότι γνώριζε ότι η εταιρία διατηρούσε εναντίον της βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση να της αποδοθούν εκ μέρους της οι ως άνω απολήψεις έναντι κερδών που εισέπραξε κατά το χρόνο που ήταν εταίρος της εγκαλούσας καθώς γνώριζε, εκ της ιδιότητάς της ως εταίρου κατά 77% της εταιρίας, ότι δεν προέβλεπε το καταστατικό απόληψη προμερίσματος και μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων θα μπορούσε να γίνει τέτοια απόληψη και ότι δεν υπήρχε τέτοια απόφαση απόληψης προμερισμάτων, χωρίς να απαιτείται όχληση, επίδοση αγωγής ή εκτελεστός τίτλος για να καταστεί στην ίδια γνωστή η υποχρέωση απόδοσης όλων των ποσών που έλαβε χωρίς να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα, προηγείτο άλλωστε η απόδοση των προμερισμάτων στην εταιρίας της έρευνα του ζητήματος αν συνέτρεχε περίπτωση διανομής κερδών στην κατηγορουμένη και σε όλους του υπόλοιπους εταίρους και ότι είχε σκοπό να ματαιώσει την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης και να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της, διότι είχε διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος μετά από δικαστική απόφαση που περατώθηκε τον Ιούνιο 2015 με πρωτοβουλία των λοιπών εταίρων Π.

Γ και Π και Μ. και γνώριζε ότι από αυτόν προέκυπτε η απαίτηση εναντίον της λόγω της απόληψης προμερισμάτων κατά το χρόνο που ήταν εταίρος χωρίς νόμιμη αιτία, και για αυτό προέβη κατά τον παραπάνω χρόνο στην απαλλοτρίωση δια γονικής παροχής των μοναδικών αξιόχρεων περιουσιακών στοιχείων της για να ματαιώσει την πλήρη ικανοποίησή της, και με την περαιτέρω παραδοχή ότι ήθελε την ως άνω πράξη της, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάρρηξης των σχέσεων εμπιστοσύνης με τους εταίρους-μάρτυρες κατηγορίας, της δικαστικής διαμάχης που αυτή επέφερε, της διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου, της ύπαρξης γνωστών στην ίδια, με βάση τον ισολογισμό του 2013, αλλά και με βάση τα ισοζύγια των πρώτων μηνών του 2015, οφειλών της εταιρίας στη Δ.Ο.Υ., της αποχώρησής της από την εταιρία τον Φεβρουάριο του 2015.

Λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα ( χωρίς όρκο εξέταση των νομίμων εκπροσώπων της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας εταιρίας, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα), όπως προκύπτει από την ρητή μνεία τούτων, κατά το είδος τους, στο σκεπτικό του, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να γίνεται μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και το τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, καθώς και η αξιολογική συσχέτιση ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, παρά ταύτα, γίνεται στην απόφαση, όπως προαναφέρεται, ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα, το γεγονός δε, ότι το Δικαστήριο, δεν εξήρε ξεχωριστά καθένα από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο τα αγνόησε ή ότι δεν τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση.

Για την στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος αρκεί η παραδοχή, που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης σχετικά με τη λήψη των προμερισμάτων (σελ.199), ότι το συνολικό ποσό των 510.300 ευρώ, που έλαβε ως προμερίσματα η κατηγορουμένη, το έλαβε από το ταμείο της εταιρίας, η δε λήψη του από χρήματα του ταμείου, προκύπτει από την από 25-6-2015 έκθεση ελέγχου του πραγματογνώμονα Ε.

Σ., την ένορκη κατάθεση του τελευταίου, την από 29-5-2023 βεβαίωση του λογιστή της εταιρίας Α. Α., από τις λογιστικές εγγραφές και τα λογιστικά βιβλία, και δεν απαιτείται να διαλαμβάνονται επί πλέον στοιχεία και αιτιολογίες, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, διατεινόμενη ότι απαιτείτο να διαλαμβάνεται αν βρίσκονταν κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, ή αν υπάρχουν τραπεζικά εμβάσματα προς αυτήν ή σχετικές αποδείξεις με την υπογραφή της ή αν είχε πρόσβαση στο ταμείο της εταιρίας και ασκούσε τη διοίκηση της εταιρίας.

Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει για το ποσό της ως άνω απαίτησης της εγκαλούσας εναντίον της κατηγορουμένης από την αναφορά στο σκεπτικό για ποσό 510.300 ευρώ, που αντιστοιχούν στα προμερίσματα που έλαβε η τελευταία χωρίς νόμιμη αιτία και την αναφορά στο διατακτικό ότι με τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις η κατηγορουμένη ματαίωσε απαίτηση του Δημοσίου εναντίον της εγκαλούσας ύψους 421.920 ευρώ καθώς αυτή αδυνατούσε να καταβάλει φορολογικές υποχρεώσεις 421.920 ευρώ που αφορούσαν την ίδια χρονική περίοδο που έλαβε τα προμερίσματα, ενώ σαφώς αναφέρεται και στο διατακτικό ότι η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρίας εναντίον της κατηγορουμένης, επιστροφής των προμερισμάτων που έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία, είναι συνολικού ποσού 510.300 ευρώ (σελ.205).

Η παραπάνω αναφορά, ότι δηλαδή λόγω της βλάβης που υπέστη η εγκαλούσα εταιρία από την παράνομη απόληψη προμερισμάτων από την κατηγορουμένη ποσού 510.300 ευρώ, αδυνατούσε αυτή να πληρώσει τις υποχρεώσεις της 421.920 ευρώ, διηγηματικώς αναφέρεται, καθώς δεν αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, αφού δεν συνιστά την απαίτηση της εγκαλούσας εναντίον της, αλλά αναφέρεται στο αποτέλεσμα της εγκληματικής συμπεριφοράς της κατηγορουμένης από την οποία προκλήθηκε και η άνω ζημία της εγκαλούσας-που αποτελεί μέρος της συνολικής ζημίας της ποσού 510.300 ευρώ - και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που υποστηρίζονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Ακόμη δεν απαιτείται το απαλλοτριούμενο στοιχείο να έχει μεγαλύτερη ή ίση αξία με την απαίτηση αφού και η μικρότερη αξία ματαιώνει εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή, η παραδοχή δε της προσβαλλομένης είναι ότι οι επίδικες καταδολιευτικές μεταβιβάσεις ματαιώνουν εν μέρει την ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Με αιτιολογική δε επάρκεια διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία της κατηγορουμένης και συγκεκριμένα 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας δύο οικοπέδων 657,56 τ.μ. και 1.298,12 τ.μ. και ενός γηπέδου στο Λευκάσι Αχαΐας, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συναλλακτική εμπειρία, έχουν μικρή αξία και δεν αρκούν για την πλήρη ικανοποίηση της ύψους 530.000 ευρώ απαίτησης της εγκαλούσας, δεδομένου ότι η αξία τους υπολείπεται κατά πολύ του ποσού αυτού, ενόψει και της αξίας των απαλλοτριωθέντων μοναδικών αξιόχρεων ακινήτων της κατηγορουμένης (δύο διαμερισμάτων και δύο αποθηκών στο Γαλάτσι Αττικής) συνολικής αξίας, καθ' όσον αφορά το ιδανικό μερίδιο της ίδιας, 289.521,04 ευρώ, και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Επίσης από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η κατηγορουμένη δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία της για να ερευνηθεί και αιτιολογηθεί από το δικαστήριο της ουσίας η δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας με κατάσχεση τραπεζικών της λογαριασμών ή χρηματικού ποσού, ενώ δεν απαιτείται τέτοια εξέταση, όταν δεν παρέχεται έστω και ένδειξη ότι υπάρχουν τέτοια στοιχεία και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Καθόσον δε αφορά τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι αυτή δεν μεταβίβασε με καταδολιευτική προαίρεση αλλά για να εξασφαλίσει την κοινή περιουσία με τον τότε σύζυγό της από κίνδυνο κατασπατάλησης αυτής εκ μέρους του τελευταίου που διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, ο οποίος συνιστά αρνητικό ισχυρισμό αμφισβήτησης της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή του, αφού αυτή εμπεριέχεται στην προαναφερθείσα κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της απόφασης, με την οποία καταφάσκεται η από μέρους της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης τέλεση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτός όπως και τα σχετικά με αυτόν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, ερευνήθηκαν με επιμέλεια, στα πλαίσια της υποχρέωσης των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών (ν.4596/2019), ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του, της αρχής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια και απαντήθηκαν διεξοδικώς και εκτεταμένως, ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την ενοχή της κατηγορουμένης είναι δόκιμος, αφού ο σχετικός ισχυρισμός και τα επιχειρήματα εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου (Α.Π. 32/2021, Α.Π. 101/2018, Α.Π.1821/2016), και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου είναι αβάσιμες.

Επίσης, με αιτιολογική επάρκεια διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας με τις παραδοχές (σελ.200-201) " η κατηγορούμενη γνώριζε ότι το Καταστατικό δεν προέβλεπε την απόληψη προκαταβολών έναντι μελλοντικών κερδών, γνώριζε λοιπόν ότι εισπράττει μη προβλεπόμενα στο Καταστατικό "προμερίσματα", χωρίς να απαιτείται όχληση, επίδοση αγωγής ή εκτελεστός τίτλος για να καταστεί στην ίδια γνωστή η υποχρέωση απόδοσης όλων των ποσών που έλαβε χωρίς να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα....

Η εκκαλούσα- κατηγορουμένη, την 20-07-2015, αν και γνώριζε ότι η εταιρία είχε αξίωση σε βάρος της, εκ της ιδιότητάς της ως εταίρου κατά 77% της εταιρίας, ποσού 510.300 ευρώ, το οποίο η ανωτέρω κατηγορουμένη εισέπραξε, κατά τον χρόνο που ήταν εταίρος, χωρίς να προβλέπεται στο Καταστατικό και χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ως "προμέρισμα" για το έτος 2014 (429.300 ευρώ) και ως "προμέρισμα" για το έτος 2015 (81.000 ευρώ), και με σκοπό να ματαιώσει την πλήρη ικανοποίηση της πιο πάνω απαίτησης της εγκαλούσας και να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής της, λαμβάνοντας υπόψη τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου (ο οποίος περαιώθηκε τον Ιούνιο του 2015), με πρωτοβουλία των προαναφερθέντων εταίρων της εταιρίας, υπό τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν, απαλλοτρίωσε τα μοναδικά αξιόχρεα περιουσιακά της στοιχεία.." και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Επίσης με σαφήνεια και αιτιολογική επάρκεια διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η εγκαλούσα εταιρία διατηρούσε βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση ύψους 510.300 ευρώ με τις παραδοχές (σελ.199) ".. ανεξαρτήτως της ως άνω συνθήκης (κερδοφορίας ή μη) η πρόβλεψη απολήψεων έναντι κερδών υπέρ των εταίρων ελλείπει εν προκειμένω, αφού το Καταστατικό δεν παρέχει το εν λόγω δικαίωμα στους εταίρους.

Εξάλλου, απουσιάζει, εν προκειμένω, η (μη αρκούσα, σε κάθε περίπτωση) απόφαση της (Έκτακτης) Γενικής Συνέλευσης, η οποία θα εξέταζε προηγουμένως όλες τις οικονομικές παραμέτρους της εταιρίας, θα στάθμιζε και θα προσδιόριζε το εάν και το πόσο των καταβολών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες των εταίρων, διασφαλίζοντας και την αναγκαία διαφάνεια.

Η δε διανομή κερδών υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις ..., χωρίς την πλήρωση των οποίων δεν δύναται να χωρήσει (απόφαση Γενικής Συνέλευσης για την έγκριση από την εταιρία των λογαριασμών που συντάσσουν οι διαχειριστές μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης και λήψη, έστω και σιωπηρής, απόφασης για διανομή των κερδών), εν προκειμένω, δε η Γενική Συνέλευση ενέκρινε ισολογισμό, που δεν είχε ακόμα συνταχθεί, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί, σε καμία περίπτωση, υπό τις ως άνω περιστάσεις σιωπηρή απόφαση διανομής κερδών....

Στον εν λόγω εταιρικό τύπο της αστικής εταιρίας, η οποία δεν είναι κεφαλαιουχική εταιρία, δεν έχει κεφάλαιο, τακτικά αποθεματικά, ούτε σχηματισμό κερδών εις νέον, οι εισπράξεις της εταιρίας κατατίθενται στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας και κέρδη διανέμονται μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, μετά την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων και μετά την έγκριση των αποτελεσμάτων της χρήσης από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν υπηρετούν μόνο τους τύπους αλλά έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στη διαφάνεια και την αποτελεσματική λειτουργία της εταιρίας. Ο εν λόγω μηχανισμός εγγυάται τη διαδικασία, που έχει προβλεφθεί για την αποτροπή αυθαιρεσιών και για την ομαλή εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων των εταίρων μεταξύ τους και των εταίρων με τους τρίτους.

Οι ως άνω προϋποθέσεις, τις οποίες οι ίδιοι οι εταίροι αποδέχθηκαν, υπογράφοντας το Καταστατικό της εταιρίας, και επιλέγοντας το εν λόγω εταιρικό μόρφωμα, καθόλου δεν αποκλείουν τη μετέπειτα θεμελίωση δικαιώματος απόληψης κερδών ανάλογα με τα εταιρικά μερίδια των εταίρων. Είναι, όμως, λογικώς πρότερος όρος, η διασφάλιση των εισπράξεων σε σχέση με την τελική απόφαση για τη διανομή τους, που λαμβάνεται από το αρμόδιο καταστατικό όργανο (Γενική Συνέλευση), εφόσον πληρούνται οι οριζόμενες από το Καταστατικό προϋποθέσεις.

Υπό την παραπάνω έννοια, η εταιρία διατηρούσε βέβαιη, ήτοι μη υποκείμενη σε αίρεση ή προθεσμία, και εκκαθαρισμένη, ήτοι προσδιορισμένη κατά το ποσό της, απαίτηση εναντίον της εκκαλούσας-κατηγορουμένης για απόδοση των ποσών που έλαβε ως "προμερίσματα", δηλαδή για τις απολήψεις έναντι μελλοντικών κερδών....

Η εν λόγω αξίωση της εταιρίας είχε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, κατά τον χρόνο της κάθε επιμέρους απόληψης, όπως ανωτέρω εξειδικεύτηκαν, αφού καμία από αυτές δεν πληρούσε τις οριζόμενες από το Καταστατικό προϋποθέσεις. Η δε απαίτηση της εκκαλούσας-κατηγορουμένης για την καταβολή των μερισμάτων, δηλαδή για τη διανομή κερδών, θα κρινόταν μεταγενέστερα, με βάση την αξιολόγηση από τη Γενική Συνέλευση των αποτελεσμάτων της χρήσης, την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που ορίζει το Καταστατικό, όσον αφορά τις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις, εάν δε συνέτρεχε περίπτωση διανομής κερδών, θα λαμβανόταν η οικεία απόφαση διανομής κερδών, κατόπιν της οριζόμενης από το Καταστατικό διαφανούς διαδικασίας.

Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη γνώριζε ότι το Καταστατικό δεν προέβλεπε την απόληψη προκαταβολών έναντι μελλοντικών κερδών, γνώριζε λοιπόν ότι εισπράττει μη προβλεπόμενα στο Καταστατικό "προμερίσματα", χωρίς να απαιτείται όχληση, επίδοση αγωγής ή εκτελεστός τίτλος για να καταστεί στην ίδια γνωστή η υποχρέωση απόδοσης όλων των ποσών που έλαβε χωρίς να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα..." και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Άλλα περισσότερα διευκρινιστικά στοιχεία για τη θεμελίωση του εξεταζόμενου εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών και την υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις παραπάνω εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το οποίο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη κρίση.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ιδρύονται οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι. Οι λοιπές περιεχόμενες στο αναιρετήριο σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφερόμενες σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της ιδίας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και ισχυρισμοί περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφορώντες την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούντες απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της (αναιρεσείουσας) και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση των ως άνω λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης του άρθρ. 343 παρ.2 ΚΠΔ, ισχυριζόμενη ότι παρότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας "μετέβαλε την κατηγορία και την καταδίκασε για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών του άρθρου 397 παρ.2 περ.α' Π.Κ., δηλαδή με την ειδικότερη μορφή της απαλλοτρίωσης χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα" και "περιόρισε την ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή σε μερική αντί της ολικής και προσέθεσε το άνευ ανταλλάγματος" έναντι της καταδίκης της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών του άρθρου 397 παρ.2 περ.β' Π.Κ., δηλαδή με την ειδικότερη μορφή της καταδολίευσης δανειστών δια κατασκευής ψεύτικων δικαιοπραξιών", δεν τον ενημέρωσε ότι προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και δεν της παρείχε τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας σε σχέση με την μεταβολή της κατηγορίας με αποτέλεσμα να του στερήσει το δικαίωμα ακρόασης που προβλέπεται σ' αυτή την περίπτωση στο άρθ. 343 παρ.2 ΚΠΔ, προκαλώντας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των πρακτικών της, της πρωτοβάθμιας με αριθμό 1008/2022 απόφασης και των πρακτικών της και της 480/2023 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση στα ίδια περιστατικά κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορούμενη αναιρεσείουσα, μετά δε από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε εν μέρει ματαίωση της ικανοποίησης της εγκαλούσας εταιρίας, η οποία επήλθε με την απαλλοτρίωση χωρίς αντάλλαγμα δια μεταβίβασης με γονική παροχή περιουσιακών της στοιχείων και όχι ολική ματαίωση με την κατασκευή ψεύτικης δικαιοπραξίας με την ως άνω γονική παροχή.

Δεν υπήρξαν νέα στοιχεία και αποδείξεις ούτε μεταβολή της κατηγορίας ούτε επί το ορθότερον νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, αλλά με τα ίδια πραγματικά στοιχεία, δηλαδή με την μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής της και χωρίς αντάλλαγμα απαλλοτρίωσης των ακινήτων της, όπως διαλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και με τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για τα οποία είχε διατυπωθεί εξ αρχής η κατηγορία, δηλαδή μεταβίβαση χωρίς αντάλλαγμα με γονική παροχή των μοναδικών αξιόχρεων περιουσιακών στοιχείων στα τέκνα της, την καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 397 παρ.2 Π.Κ., όχι δηλαδή με κατασκευή ψεύτικης δικαιοπραξίας, αλλά με την έτερη μορφή του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος, δηλαδή την εν γνώσει ολικά ή εν μέρει ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή που έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση σε βάρος της απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα περιουσιακό στοιχείο.

Έτσι ούτε μεταβάλλεται επί το ορθότερον ο αρχικός νομικός χαρακτηρισμός της πράξης της καταδολίευσης δανειστών, ούτε γίνεται οποιαδήποτε "βελτίωση της κατηγορίας", αλλά προσδιορίζονται κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα πραγματικά στοιχεία του υπαλλακτικώς μικτού πλημμελήματος της καταδολίευσης δανειστών, δηλονότι το ίδιο το αντικείμενο της ποινικής δίκης, όπως εξ αρχής θεματικά είχε προσδιοριστεί, χωρίς την ουσιώδη μεταβολή της ταυτότητας της σχετικής πράξης, επισημειώνοντας ότι στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα δεν μεταβάλλεται η κατηγορία όταν κρίνεται ότι το έγκλημα τελέστηκε με άλλη προβλεπόμενη υπαλλακτική μορφή από εκείνη για την οποία εισήχθη προς εκδίκαση.

Ούτε, τέλος, επαναξιολογήθηκαν κάποιες πτυχές της ίδιας της πράξης ως ιστορικού γεγονότος, έτσι ώστε να χρειάζεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 343 παρ.2 Κ.ΠοινΔ η προηγούμενη ενημέρωση της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας και η παροχή σε αυτήν του αναγκαίου χρόνου προετοιμασίας, προς αποφυγή ενδεχόμενου αιφνιδιασμού της.

Έτσι δεν θίγονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα της αναιρεσείουσας από την διαφοροποίηση του τρόπου τέλεσης της πράξης της, ούτε δε και από την εν μέρει, αντί εν όλω, ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας παθούσας εταιρίας. Κατά συνέπεια, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' σε συνδ. με άρθρ.343 παρ.2 και 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.ΠοινΔ., είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Σημειώνεται ότι δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ της υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρίας η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου προσηκόντως από πληρεξούσιο δικηγόρο της, ελλείψει νομοθετικής πρόβλεψης για την επιδίκασή της στον ισχύοντα Κ.Ποιν.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2023 αίτηση αναίρεσης και τους από 23-1-2024 πρόσθετους επ' αυτής λόγους, της Π. Π. του Η., για αναίρεση της με αριθμ.1915, 1990, 2196/2023 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (ως δικαστήριο της παραπομπής).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, η αρχαιότερη, εν ενεργεία, της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ