Legislator Case Law & Legislation
1137/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling arguments were not independent claims but evidence of debt acknowledgment.

Case Number 1137/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the statute of limitations had been interrupted because the defendant issued promissory notes without the legal representative's signature, claiming the children signed them to facilitate collection. The court held that these arguments were not independent grounds for appeal but merely evidence supporting the appellant's claim that the debt was acknowledged, thus failing to meet the threshold for a successful cassation appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250, 253 of the Civil Code; The statute of limitations is interrupted by acts of debt acknowledgment, and arguments regarding the form of such acts do not constitute independent grounds for appeal if they merely support the substantive claim of acknowledgment.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation debt acknowledgment cassation appeal independent grounds promissory notes legal representative signature

Cited Legislation

AI generated
Article 250, paragraphs 1 and 5 of the Civil Code
Article 253 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1137/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καλογήρου. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Αργυράκη. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής, τον λόγο έλαβε και η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου, η οποία δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 250 περ. 1, 5 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων, οι οποίες αφορούν το αντίτιμο για τα εμπορεύματα που μεταβίβασαν (ΟλΑΠ 842/1977) ή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, καθώς και τις δαπάνες που έκαναν (ΑΠ 617/1976), όπως επίσης και οι αξιώσεις εκείνων, που, χωρίς να είναι έμποροι, ασκούν κατ' επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν τις αμοιβές και τις δαπάνες τους.

Από αυτές τις διατάξεις προκύπτει, ότι οι αξιώσεις του εργολάβου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση έργου παραγράφονται σε πέντε χρόνια α) αν αυτός έχει την ιδιότητα του εμπόρου, β) αν δεν είναι έμπορος, αλλά παρέχει απευθείας τη δική του εργασία. Αν, όμως, στην τελευταία περίπτωση, δηλαδή σ` εκείνη που δεν είναι έμπορος, εκτελέσει το έργο με άλλον, οι αξιώσεις του παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα, εφόσον όμως είναι έμπορος, οι αξιώσεις του υπόκεινται στην άνω πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1949/2013).

Κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δυο προηγούμενα άρθρα, από τα οποία το άρθρο 251 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 694 εδ. α' του ΑΚ "η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου", οπότε καθίσταται απαιτητή η απαίτηση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί πίστωση της αμοιβής. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και γενικότερα συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, δηλαδή απευθυνόμενη και περιερχόμενη σ' αυτόν πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, με την οποία ο οφειλέτης, έχοντας πλήρη γνώση της αξίωσης του δανειστή, εκφράζει σαφώς την πεποίθησή του ότι υφίσταται η αξίωση αυτή (ΑΠ 1785/2013, ΑΠ 72/2007).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 277 ΑΚ, που ορίζει ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υποχρέου, έτσι και ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης (ΑΠ 1909/2009) και η οποία, για να είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΑΠ 1785/2013).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι εργολάβος υδραυλικός και δραστηριοποιείται στο χώρο των υδραυλικών συστημάτων και εγκαταστάσεων. Η εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο με τον τίτλο "...", που βρίσκεται στην ... ....

Με την εναγομένη ο ενάγων συνήψε το έτος 2006 και το έτος 2008 δύο συμβάσεις μίσθωσης έργου, με τις οποίες ανέλαβε να πραγματοποιήσει διάφορες υδραυλικές εγκαταστάσεις στο ξενοδοχείο που εκμεταλλεύεται. Ειδικότερα: 1) Δυνάμει του από 20.11.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού εργασιών, το οποίο συνήψε με την εναγομένη και το οποίο έχει κατατεθεί νόμιμα στη Δ.Ο.Υ. ...

με αύξοντα αριθμό 3748/28.11.2006, ανέλαβε στο ξενοδοχείο "..." ιδιοκτησίας της εναγομένης, την απεγκατάσταση σωληνώσεων ύδρευσης και κλιματισμού θέρμανσης διαδρόμων από το μηχανοστάσιο έως τον έβδομο όροφο, την τοποθέτηση σωληνώσεων ύδρευσης και σωληνώσεων κλιματισμού θέρμανσης-ψύξης, [...]. Τα υλικά τα οποία ο ενάγων θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου και οι ασφαλιστικές εισφορές θα βάρυναν τον ίδιο.

Συμφωνήθηκε συγκεκριμένα η τοποθέτηση 12.000 μέτρων σωληνώσεων επί 75€ το μέτρο, ήτοι συνολικά το ποσό των 900.000 €, το οποίο θα κάλυπτε όλα τα έξοδα του εργολάβου ενάγοντα, τις αμοιβές του προσωπικού το οποίο θα χρησιμοποιούσε, ως και το δικό του εργολαβικό όφελος. 2) Στη συνέχεια δυνάμει του από 15.1.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εργασιών το οποίο ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη και έχει κατατεθεί νόμιμα στη Δ.Ο.Υ ...

με αύξοντα αριθμό 454/2.1.2008, ανέλαβε και πάλι στο ξενοδοχείο "...", ιδιοκτησίας της εναγομένης, να εκτελέσει τις παρακάτω αναφερόμενες εργασίες με τις παρακάτω τιμές: Τοποθέτηση και σύνδεση σωληνώσεων πυρασφάλειας-sprinkler δωματίων, συμπεριλαμβανομένων των στηριγμάτων σωληνώσεων, 150 € ανά δωμάτιο, ήτοι συνολικά 80 δωμάτια X 150 €=12.000 €. [...].

Το σύνολο των παραπάνω εργασιών συμφωνήθηκε στο ποσό των 168.230 €, ενώ τα υλικά και οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού το οποίο θα χρησιμοποιούσε, βάρυναν αποκλειστικά τον ενάγοντα ως εργολάβο. Ο τελευταίος εκτέλεσε με βάση τα παραπάνω συμφωνητικά το αναληφθέν από αυτόν έργο, τόσο αυτό του έτους 2006, όσο και του έτους 2008, το οποίο και παρέλαβε η εναγόμενη, και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να του καταβάλει το σύνολο της καθορισμένης στα δύο συμφωνητικά αμοιβής του ποσού των 1.068.230 € (900.000 €+168.230 €).

Από την παράδοση του εκτελεσθέντος έργου το έτος 2008 η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα εργολάβο, ο οποίος ήταν έμπορος, αφού ασχολούνταν κατά κύριο επάγγελμα με την επί κέρδει ανάληψη οικοδομικών εργασιών, χρησιμοποιώντας εργατοτεχνικό προσωπικό και πρώτες ύλες [...], τη συμφωνηθείσα αμοιβή, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είχε χορηγήσει στην εναγομένη προθεσμία για την καταβολή της.

Η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, που είναι πενταετής, άρχισε από τη λήξη του έτους 2008, κατά το οποίο κατέστη απαιτητή η συμφωνηθείσα άνω αμοιβή [...]. Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται πως λόγω του γεγονότος ότι η εναγομένη εταιρία δεν είχε την ταμειακή ευχέρεια να του εξοφλήσει το σύνολο του εκτελεσθέντος έργου, αναγκάστηκε να εκδίδει τμηματικά τα τιμολόγιά του, προκειμένου να μπορεί να προβαίνει στην εξόφλησή τους.

Προς τούτο εξέδωσε τα υπ' αριθμ. 79/19.7.2007, 82/19.10.2007, 84/6.6.2008, 91/20.10.2009 και 1/3.4.2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.... Από το συνολικά οφειλόμενο ποσό το οποίο προκύπτει από το από 20.11.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ύψους 900.000 €, η εναγόμενη έχει καταβάλει 396.735,09 Ευρώ, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το σχετικό κεφάλαιό της, κατά το οποίο δεν προσβάλλεται αυτή.

Ωστόσο, η εναγόμενη δεν αναγνώρισε το τελευταίο ως άνω τιμολόγιο με αρ. 1/03.4.2014, ούτε κατέβαλε ποτέ την αξία του, δηλώνοντας ρητά μάλιστα την άρνηση αναγνώρισής του με την από 28.4.2014 εξώδικη δήλωσή της. Το τελευταίο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εκπλήρωσε η εναγόμενη ήταν το 91/20.10.2009. Στη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης (καταβολή μέρους της συμφωνηθείσας αμοιβής) ενυπάρχει η εκ μέρους της αναγνώριση της αξίωσης του ενάγοντος για το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής ως υφισταμένης, με συνέπεια, βεβαίως, τη διακοπή της παραγραφής της αξίωσης αυτής [...].

Επομένως, η αναγνώριση της απαίτησης -δια μερικής καταβολής του χρέους- έλαβε χώρα το 2009 και η παραγραφή της αγωγικής αξίωσης διακόπηκε τότε. Από την 1.1.2010 δε άρχισε νέα (πενταετής) παραγραφή της αξίωσης, κατά το άρθρο 277 ΑΚ. Έκτοτε και μέχρι την άσκηση (κατάθεση και επίδοση) της ένδικης αγωγής, που έγινε στις 22.01.2015, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα διακοπτικό της (πενταετούς) παραγραφής γεγονός και η αγωγική αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Η έκδοση τριών επιταγών με ημερομηνία έκδοσης την 30.5.2014, 30.6.2014, 30.7.2014, που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έγινε από την εναγόμενη, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε πράγματι από την δεύτερη, αλλά από τα φυσικά πρόσωπα που αναγράφονται, συγκεκριμένα από τη Μ. και Ν. Γ., εκδόθηκαν για εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγων όχι στην επιχείρηση της εναγόμενης, αλλά για οικία προς τα φυσικά πρόσωπα Μ.

και Ν. Γ., δοθέντος, όπως αποδεικνύεται, ότι δεν φέρουν την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρείας. Ο ενάγων δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει έγγραφο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού, ενώ ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλειά του ερωτηθείς για ποιο λόγο οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν εμού του ιδίου απάντησε επί λέξει " γιατί είχε κάνει κάποιες εργασίες στα σπίτια τους που δεν πήγα εγώ ..".

Ούτε, εξάλλου, προκύπτει με την έκδοση των επιταγών, πρόθεση για αναγνώριση του υφισταμένου χρέους προς τον ενάγοντα ενόψει του ότι η εναγόμενη με την από 28.4.2014 εξώδικη δήλωσή της είχε δηλώσει ρητά μάλιστα την άρνηση αναγνώρισής του. Ως εκ τούτων, αποδεικνύεται ότι δεν έγινε από την εναγόμενη πράξη αναγνώρισης χρέους το 2014 με μερική τελευταία καταβολή τότε (ή αναγνώριση με άλλο τρόπο του χρέους), άρα δεν διακόπηκε το 2014 η παραγραφή της αγωγικής αξίωσης και επομένως ούτε ξεκίνησε να τρέχει νέα την 01.01.2015.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε η εναγομένη και απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που προέβαλε ο ενάγων και, εν συνεχεία, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (λόγω παραγραφής), δεν έσφαλε και τα αντίθετα από τον ενάγοντα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα υπό του ενάγοντος αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 17.5.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την από 20.12.2014 αγωγή του λόγω (πενταετούς) παραγραφής της επίδικης αξίωσής του, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 25/2003).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1593/2017), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1099/2017).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 37/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του περί εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός του αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση, στην προταθείσα νομίμως από την αναιρεσίβλητη ένσταση πενταετούς παραγραφής λόγω της εμπορικής ιδιότητάς του.

Εφόσον δε, ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος είναι αβάσιμος διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων ήταν έμπορος και, επομένως, η ένδικη αξίωσή του υπόκειται στην πενταετή παραγραφή.

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, επίσης, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, προς θεμελίωσή του, τα εξής: "Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε σε κάθε περίπτωση την περί διακοπής της παραγραφής προβληθείσα ένστασή μου, με την αιτιολογία ότι οι επιταγές αυτές δεν έφεραν την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης.

Είχα, όμως, ισχυριστεί και είχα αποδείξει ότι δεν έφεραν την υπογραφή του εκπροσώπου, διότι λόγω οφειλών μου προς τη Δ.Ο.Υ., το αναγραφόμενο επί των επιταγών χρηματικό ποσό θα κατασχόταν από την Δ.Ο.Υ., γι' αυτό και υπεγράφησαν από τα τέκνα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και μάλιστα σε διαταγή εμού του ιδίου, με οπισθογράφηση, ούτως ώστε να είναι ευχερής η είσπραξή τους από εμένα, ή από οποιοδήποτε πρόσωπο της εμπιστοσύνης μου.

Επίσης, για το αναγραφόμενο στις επιταγές ποσό είχα εκδώσει σχετικό τιμολόγιο, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε από τους παραλήπτες για φορολογικούς λόγους. Επί του παραπάνω ισχυρισμού μου, με τον οποίο επεξήγησα για ποιο λόγο δεν υπογράφησαν οι επιταγές από τον νόμιμο εκπρόσωπο αλλά από τα τέκνα του, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο μεν προταθείς από τον αναιρεσείοντα αυτοτελής ισχυρισμός του για διακοπή της παραγραφής, που συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής της αντιδίκου του, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε στην ουσία, οι δε λοιποί ισχυρισμοί του δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, ώστε να ιδρύεται (ενδεχομένως) η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, αλλά συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη της απόψεώς του ότι, με τις άνω τρεις επιταγές, με ημερομηνία έκδοσης 30.5.2014, 30.6.2014 και 30.7.2014, που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη, έλαβε χώρα, το έτος 2014, πράξη αναγνώρισης από αυτήν της άνω οφειλής της με μερική καταβολή, ήτοι του ποσού των επιταγών, προκειμένου να θεμελιώσει τον ως άνω ισχυρισμό του (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του.

Στην περίπτωση δε που ήθελε θεωρηθεί ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ελλείψει αναφοράς στο αναιρετήριο των άνω αναγκαίων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, στοιχείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.11.2019 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ