Supreme Court dismisses appeal on contract work breach, ruling lower court correctly applied law to evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Third Court of Appeal in Kalamata. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific invoices and misinterpreted their content regarding steel prices in two construction contracts. The court rejected these claims, finding that the appellate court had explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence, including the disputed invoices, to form its factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court correctly applied the substantive law to the proven facts and did not distort the evidence submitted by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Κ… " και τον διακριτικό τίτλο "… ", που εδρεύει στην Κ… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α… ", που εδρεύει στην Κ… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κυριακίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2018 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 28-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 75/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 19/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε άλλος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με-κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το Σεπτέμβριο του έτους 2008, μεταξύ της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας νόμιμα εκπροσωπούμενης από το διαχειριστή της Δ… Μ… και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Π… Μ… , καταρτίστηκε προφορικά μεικτή σύμβαση πώλησης και έργου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την εναγόμενη, προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει την πολυώροφη οικοδομή επί της οδού Β… , χάλυβα οπλισμένου σκυροδέματος τύπου STALL IV Β 500 c, τη μόρφωση αυτού, τη μεταφορά στο οικοδομικό έργο με δικά της μέσα, καθώς επίσης και την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου και τις υποδείξεις των επιβλεπόντων μηχανικών, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία προ ΦΠΑ, θα προσδιοριζόταν ως ακολούθως:
α) τιμή αναπροσαρμογής σε ευρώ/κιλό, που περιλαμβάνει την εκάστοτε τιμή σιδήρου, όπως αυτές ανακοινώνονται με προσφορές προς την ενάγουσα εταιρία από τις εταιρίες εμπορίας σιδήρου στην Α… και β) σταθερή τιμή 0,221 ευρώ/κιλό, που περιλαμβάνει όλα τα έξοδα, μεταφορικά, εργολαβικά, κόστος προσωπικού, το οποίο διαμορφώνει και τοποθετεί το σίδηρο ο εργολάβος στο έργο, με τη ρητή διευκρίνιση ότι η εν λόγω τιμή θα είναι σταθερή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ανεξάρτητα αν υπάρξει αύξηση στο κόστος εργασίας ή στο κόστος των υλικών.
Το περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και από το γεγονός ότι σε όσες συμφωνίες κατάρτισαν εγγράφως οι διάδικοι, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν, πάντοτε υπήρχε ο όρος σχετικά με την τιμή πώλησης του σιδήρου, για την εφαρμογή και πραγματοποίηση του οποίου ποτέ η εναγόμενη εταιρία δεν διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα, ενώ, εξάλλου, είναι σύμφωνος και με ισχύοντα στην αγορά του σιδήρου.
Και τούτο, διότι, δεν θα ήταν αναμενόμενο η τιμή του σιδήρου να αναπροσαρμόζεται στην αγορά, η ενάγουσα να καταβάλει στους δικούς της προμηθευτές την εκάστοτε τιμή της αγοράς, ενώ η εναγόμενη να μην καταβάλει και με τον τρόπο αυτό και έτσι να πλουτίζει σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας. Σε τέτοια δε περίπτωση, η τελευταία δεν θα είχε κανένα συμφέρον να καταρτίσει μία τέτοια συμφωνία, η οποία θα ήταν σε βάρος των συμφερόντων της.
Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, αρχικά, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγόμενη αναφορικά με το έργο επί της οδού Β… , η οποία και παρέλαβε, χάλυβα οπλισμένου σκυροδέματος, με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά και διάφορα άλλα οικοδομικά υλικά, τα οποία ενσωματώθηκαν στην κατασκευή αντιστήριξης της ανεγειρόμενης οικοδομής.
Για όλες αυτές ανεξαιρέτως τις εργασίες τηρείτο στα βιβλία της ενάγουσας σχετικός λογαριασμός επ' ονόματι της εναγόμενης, με την καταχώρηση σε αυτόν των εκδιδόμενων παραστατικών εγγράφων, δηλαδή τιμολόγια και δελτία αποστολής, τα οποία παρέδιδε αμέσως στην εναγόμενη, η οποία αντίστοιχα τα καταχωρούσε στα δικά της εμπορικά βιβλία που τηρούσε σε σχετικό λογαριασμό.
Ειδικότερα η ενάγουσα εξέδωσε για την παροχή που είχε αναλάβει έναντι της εναγόμενης για το προαναφερόμενο έργο τα παρακάτω τιμολόγια για τα οποία εκδόθηκαν και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, για την παράδοση στην εναγόμενη σιδήρου και διαφόρων άλλων οικοδομικών υλικών: 1) το υπ' αριθμ. … /30-9-2008 ποσού (3.949,40 € για παράδοση 4.030 κιλών σιδήρου με τιμή μονάδας 0,98 ευρώ/κιλό + 94,50 ευρώ για πώληση 75 τεμαχίων U-FIX 20 + 114,24 ευρώ για πώληση 80 κιλών προκών + 14,70 ευρώ για 5 πακέτα ατσαλακίων + 12 κιλών σύρματος + 797,63 € Φ.Π.Α. 19% =) 4.995,67 €, ...
και 111) το υπ' αριθμ. … /30-6-2009 τιμολόγιο ποσού 714 ευρώ (600 ευρώ για πώληση 750 κιλών σιδήρου με τιμή μονάδας 0,80 ευρώ/κιλό +114 ευρώ ΦΠΑ 19%). Τον Ιούνιο του έτους 2009 ολοκληρώθηκε η κατασκευή της θεμελίωσης του ως άνω έργου και παραδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί για οποιαδήποτε παράνομη ή αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, ιδίως ως προς τη χρέωση του σιδήρου, η οποία ακολουθούσε την τιμή που πωλείτο στην αγορά την κάθε χρονική στιγμή ή και τις ποσότητες που παραλάμβανε.
Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής της θεμελίωσης της οικοδομής, πάντοτε υπό τις οδηγίες των επιβλεπόντων μηχανικών της εναγόμενης, συνεχίστηκε η κατασκευή του Β' υπογείου, η κατασκευή του Α' υπογείου και η κατασκευή του ισογείου της οικοδομής, έργα τα οποία αποτελούσαν επιμέρους τμήματα του συνολικού έργου, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει η ενάγουσα, τα δε τμήματα αυτά παραδίδονταν διαδοχικά, σύμφωνα με τις παραγγελίες της εναγόμενης και παραλαμβάνονταν ανεπιφύλακτα από τους επιβλέποντες μηχανικούς της τελευταίας.
Και για τις εργασίες αυτές, όπως και για τις προηγούμενες που αφορούσαν στη θεμελίωση της οικοδομής, τηρείτο στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας, επ' ονόματι της εναγόμενης σχετικός λογαριασμός, με την καταχώρηση σε αυτόν των εκδιδόμενων παραστατικών εγγράφων (τιμολογίων και δελτίων αποστολής), τα οποία παραδίδονταν αμέσως στην εναγόμενη και καταχωρούνταν από αυτήν στο σχετικό λογαριασμό που τηρείτο στα δικά της εμπορικά βιβλία.
Για τη δεύτερη φάση του έργου αυτού, αρχικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε προφορική συμφωνία και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτού, καταρτίστηκε και εγγράφως η από 9-11-2009 σύμβαση έργου, αναφερόμενη στο έργο που θα ακολουθήσει μετά την ολοκλήρωση της θεμελίωσης από οπλισμένο σκυρόδεμα και την κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης στη δυτική και νότια πλευρά του οικοπέδου.
Ειδικότερα, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: α) για την προμήθεια χάλυβα οπλισμού STALL IV Β 500 c (ράβδοι ή μανδύας), τη μόρφωση αυτού από το συνεργείο της εταιρίας, την μεταφορά του στην οικοδομή με δικά της μέσα, τη χρήση γερανού για την ανύψωση και εναπόθεση των σιδήρων την οικοδομή και το δέσιμο τους, περιλαμβανομένης και της προμήθειας του σύρματος, η τιμή των 0,661 ευρώ ανά κιλό, όπως η τιμή αυτή είχε διαμορφωθεί στις 31-8-2009, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Η τιμή αυτή, προ ΦΠΑ, αναλύεται στις εξής επιμέρους τιμές: ι) τιμή αναπροσαρμογής 0,44 ευρώ/κιλό, η οποία περιλαμβάνει την εκάστοτε τιμή σιδήρου, η οποία αναπροσαρμόζεται με βάση τις αναπροσαρμογές που λαμβάνουν χώρα στην τιμή του σιδήρου, όπως αυτές ανακοινώνονται με προσφορές προς την ενάγουσα εταιρία από τις εταιρίες εμπορίας σιδήρου στην Α… και ιι) σταθερή τιμή 0,221 ευρώ/κιλό, η οποία περιλαμβάνει όλα τα έξοδα, μεταφορικά, εργολαβικά, κόστος προσωπικού, το οποίο διαμορφώνει και τοποθετεί το σίδηρο ο εργολάβος στο έργο, με τη ρητή διευκρίνιση ότι εν λόγω τιμή θα είναι σταθερή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ανεξάρτητα αν υπάρξει αύξηση στο κόστος εργασίας ή στο κόστος των υλικών.
Συνακόλουθα, αποδεικνύεται, όχι μόνο εξ αντιδιαστολής σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη ρητή συμφωνία, ως προς την σταθερή τιμή των 0,221 ευρώ/κιλό, αλλά και με την πρόβλεψη ειδικού όρου, ότι η τιμή του σιδήρου δεν θα είναι σταθερή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, αλλά θα διαμορφώνεται κάθε φορά, με βάση τις αναπροσαρμογές που λαμβάνουν χώρα στην αγορά της τιμής του σιδήρου, όπως αυτές ανακοινώνονται με προσφορές προς την ενάγουσα εταιρία, από τις εταιρίες εμπορίας σιδήρου στην Α… .
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, δεν θα ήταν αναμενόμενο και σύμφωνο με τα επικρατούντα στην αγορά του σιδήρου, η τιμή του τελευταίου να αναπροσαρμόζεται, η ενάγουσα να καταβάλει στους δικούς της προμηθευτές την εκάστοτε τιμή της αγοράς, ενώ η εναγόμενη να μην καταβάλει και αυτή κάθε φορά την αναπροσαρμοζόμενη τιμή και με τον τρόπο αυτό να πλουτίζει σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, β) στο έργο θα τηρείται καθημερινά διπλότυπο ημερολόγιο παρουσίας των εργαζομένων και των εργασιών που εκτελούνται, όπως και κάθε άλλη παρατήρηση που αφορά στις εκτελούμενες εργασίες καθώς ότι καθημερινά θα δίνεται αντίγραφο για την πορεία των εργασιών του έργου σε εκπρόσωπο της εναγόμενης και γ) οι πληρωμές προς τον εργολάβο θα γίνονται με βάση τις επιμετρημένες κατασκευές, αντίστοιχα με τα εκδοθέντα παραστατικά τιμολόγια.
Ειδικότερα, για τις εργασίες και τα πωληθέντα από την ενάγουσα οικοδομικά υλικά προς την εναγόμενη στη δεύτερη φάση της εκτέλεσης του έργου, επί της οδού Β… , εκδόθηκαν τα παρακάτω τιμολόγια: 1) το υπ' αριθμ. … /03-07- 2009 ποσού (3.287,90 ευρώ για πώληση 4.270 κιλών σιδήρου με τιμή μονάδας 0,77 ευρώ/κιλό + 624,70 € Φ.Π.Α. 19% =) 3.912,60 ευρώ, ....
και 94) το υπ' αριθμ. … /16-3-2010 τιμολόγιο ποσού 169,91 ευρώ (140,42 ευρώ + 29,49 ευρώ ΦΠΑ 19% =) για παράδοση 68 κιλών σιδήρου με τιμή μονάδας 0,84 ευρώ/κιλό και επιπλέον 34 τεμαχίων σωληνάκια Φ 10. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι ενώ διαρκούσαν οι εργασίες εκτέλεσης του ως άνω έργου, το Σεπτέμβριο του έτους 2009 στην Κ… , μεταξύ της ενάγουσας, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο από το διαχειριστή αυτής Δ… Μ… και της εναγόμενης, όπως επίσης νόμιμα εκπροσωπείτο από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Π… Μ… , καταρτίστηκε προφορικά νέα μεικτή σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την εναγόμενη, προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει πολυώροφη οικοδομή επί της οδού Η… , χάλυβα οπλισμένου σκυροδέματος τύπου (ΧΟΣ) τύπου STALL IV Β 500 c Φ8-Φ20, να μορφώσει αυτόν, να τον μεταφέρει στο οικοδομικό έργο με δικά της μέσα καθώς επίσης και να δέσει τον σιδηρό οπλισμό, σύμφωνα με τα σχέδια των ξυλοτύπων, τις ανάγκες του έργου και τις υποδείξεις των επιβλεπόντων μηχανικών, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής.
Και για το έργο αυτό, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: α) για την προμήθεια χάλυβα STALL IV Β 500 c (ράβδοι ή μανδύας), τη μόρφωση αυτού από το συνεργείο της εταιρίας, τη μεταφορά του στην οικοδομή με δικά της μέσα, τη χρήση γερανού για την ανύψωση και εναπόθεση των σιδήρων την οικοδομή και το δέσιμο τους, περιλαμβανομένης και της προμήθειας του σύρματος, η τιμή των 0,761 ευρώ ανά κιλό, όπως η τιμή αυτή είχε διαμορφωθεί στις 19-9-2008, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Η τιμή αυτή, προ ΦΠΑ, αναλύεται στις εξής επιμέρους τιμές: ι) τιμή αναπροσαρμογής 0,54 ευρώ/κιλό, η οποία περιλαμβάνει την εκάστοτε τιμή σιδήρου, η οποία αναπροσαρμόζεται με βάση τις αναπροσαρμογές που λαμβάνουν χώρα στην τιμή του σιδήρου, όπως αυτές ανακοινώνονται με προσφορές προς την ενάγουσα εταιρία από τις εταιρίες εμπορίας σιδήρου στην Α… και ιι) σταθερή τιμή 0,221 ευρώ/κιλό, η οποία περιλαμβάνει όλα τα έξοδα, μεταφορικά, εργολαβικά, κόστος προσωπικού, το οποίο διαμορφώνει και τοποθετεί το σίδηρο ο εργολάβος στο έργο, με τη ρητή διευκρίνιση ότι εν λόγω τιμή θα είναι σταθερή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ανεξάρτητα αν υπάρξει αύξηση στο κόστος εργασίας ή στο κόστος των υλικών.
Αποδεικνύεται επομένως, ότι με την αμέσως προηγούμενη ρητή συμφωνία, η τιμή του σιδήρου δεν θα είναι σταθερή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, αλλά θα διαμορφώνεται κάθε φορά, με βάση τις αναπροσαρμογές που λαμβάνουν χώρα στην αγορά της τιμής του σιδήρου, όπως αυτές ανακοινώνονται με προσφορές προς την ενάγουσα εταιρία, από τις εταιρίες εμπορίας σιδήρου στην Α… , β) στο έργο θα τηρείται καθημερινά διπλότυπο ημερολόγιο παρουσίας των εργαζομένων και των εργασιών που εκτελούνται, όπως και κάθε άλλη παρατήρηση που αφορά στις εκτελούμενες εργασίες καθώς ότι καθημερινά θα δίνεται αντίγραφο για την πορεία των εργασιών του έργου σε εκπρόσωπο της εναγόμενης και γ) οι πληρωμές προς τον εργολάβο θα γίνονται με βάση τις επιμετρημένες κατασκευές, αντίστοιχα με τα εκδοθέντα παραστατικά τιμολόγια.
Από την εναγόμενη - εκκαλούσα προσκομίζεται η από … -2008 σύμβαση έργου, η οποία φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και της εταιρίας με την επωνυμία "Δ… ", με τον διακριτικό τίτλο "… ", οποία δεν είναι η εναγόμενη εταιρεία, αλλά διαφορετικό νομικό πρόσωπο, με διαφορετικό ΑΦΜ, αλλά την ίδια με την τελευταία έδρα (οδός Σ… ) και αφορά στο επίδικο έργο επί της οδού Η… , με το ίδιο περιεχόμενο σύμβασης.
Το έγγραφο αυτό, ναι μεν δεν αποδεικνύει την επίδικη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε αρχικά προφορικά μεταξύ των διαδίκων διαρκούσης της εκτέλεσης του οικοδομικού έργου επί των οδών Β… και κατόπιν εγγράφως (εξάλλου η κατάρτισή της δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, απλά μόνο ο χρόνος κατάρτισης αυτής), ωστόσο συνιστά αρχή έγγραφης απόδειξης (άρθρο 394 παρ. 1 στοιχ.
γ' ΚΠολΔ), αφού από αυτό συνάγεται έναρξη απόδειξης των κρίσιμων για την παρούσα υπόθεση πραγματικών περιστατικών, όταν μάλιστα αναφέρεται στην εκτέλεση του ιδίου οικοδομικού έργου, με αυτό που εκτελέστηκε από την ενάγουσα προς την εναγόμενη, η οποία εν τοις πράγμασι είχε αναθέσει σε αυτή (ενάγουσα) την εκτέλεσή του όχι προς κάποια άλλη εταιρία και δη την ανωτέρω, ανεξάρτητα αν αυτή συνεβλήθη στην προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση έργου και μάλιστα τυγχάνει ιδίων συμφερόντων με την εναγόμενη.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα άρχισε την 21-9-2009 να υλοποιεί στο εκτελούμενο έργο τις υποχρεώσεις της, προμηθεύοντας, μορφοποιώντας, μεταφέροντας και τοποθετώντας με ειδικό συνεργείο εργατοτεχνιτών τον χάλυβα οπλισμένου σκυροδέματος με τα συναφή οικοδομικά υλικά που απαιτούνταν για την εκτέλεσή του, με την έκδοση όλων των αναγκαίων νόμιμων παραστατικών εγγράφων και συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα εξέδωσε, για την εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου, τα παρακάτω τιμολόγια, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα δελτία αποστολής για παράδοση στην εναγόμενη σιδήρου STIV B500C σε τιμή μονάδας 0,84 ευρώ/κιλό καθώς και άλλων οικοδομικών υλικών: 1) το υπ' αριθμ.
… /21-9-2009 ποσού (689,64 6+ 131,03 Φ.Π.Α. 19%=) 820,67 € για παράδοση 821 κιλών .... , 35) το υπ' αριθμ. … /11-2-2010 τιμολόγιο ποσού 124,95 ευρώ (124,08 + 23,58 ΦΠΑ 19% =) για παράδοση 60 κιλών προκών και 10 πακέτων από ατσαλάκια. Για όλες τις αναφερόμενες ανωτέρω παραδόσεις, η εναγόμενη ήταν πλήρως ενήμερη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, για όλα όσα αφορούσαν την καλή εκτέλεση του έργου, την παράδοση και παραλαβή επί μέρους τμημάτων αυτού, εγκρίνοντας και παραλαμβάνοντας, χωρίς καμία επιφύλαξη, και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τα, προκειμένου να συνεχιστεί επί αυτών η πρόοδος των υπολοίπων και μεταγενεστέρων εργασιών της εν λόγω οικοδομής.
Ποτέ η εναγόμενη δε διαμαρτυρήθηκε προς την ενάγουσα, είτε για τις ποσότητες που της παραδίδονταν, είτε για την τιμολόγηση αυτών, είτε για κακή εκτέλεση των όρων της σύμβασης, σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και με όσα προέβλεπαν οι μελέτες της οικοδομής που κατασκευαζόταν, αλλά αντίθετα η εναγομένη πάντοτε παραλάμβανε τα συμφωνηθέντα και ακολούθως έδινε παραγγελία για άλλες ποσότητες για τις επόμενες φάσεις του έργου.
Αν η τελευταία είχε την παραμικρή αντίρρηση για οποιοδήποτε από τα παραπάνω ζητήματα, όφειλε να διαμαρτυρηθεί, με οποιονδήποτε τρόπο έκρινε, προβάλλοντας τις απόψεις της. Όμως, η συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καταδεικνύει το γεγονός της καλής εκτέλεσης των συμφωνηθέντων εκ μέρους της ενάγουσας και στα δύο ως άνω οικοδομικά έργα.
Εξάλλου, η ύπαρξη οποιασδήποτε παρατήρησης ή αμφισβήτησης που αφορούσε τις εκτελούμενες εργασίες, θα έπρεπε, σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης, να σημειωθεί στο τηρούμενο καθημερινά διπλότυπα ημερολόγιο παρουσίας εργαζομένων και εργασιών που εκτελούνταν, γεγονός το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα.
Για πρώτη φορά η εναγόμενη εξέφρασε διαμαρτυρία προς την ενάγουσα, για τις απαιτήσεις της ενάγουσας όσον αφορά στο έργο επί των οδών Β… , με την από 10-9-2014 εξώδικη δήλωσή της, την οποία της κοινοποίησε, όταν της κοινοποιήθηκε η από 25-6-2014 (αρ. εκθ. κατ. 79/30-6-2016) αγωγή της ενάγουσας, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη την 1-7-2014 (βλ.
υπ' αριθμ. … /1-7-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Κ… ) και από την οποία παραιτήθηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής. Η προσκομιζόμενη από την εναγόμενη, από Σεπτεμβρίου 2016 τεχνική έκθεση του επιβλέποντα μηχανικού για το έργο επί των οδών Β… , Δ… Α… , ως προς το συνολικό βάρος χάλυβα, το οποίο προβλεπόταν και της προσαύξησης των οπλισμών αντιστήριξης (της τάξης 25%- 30%), δεν ασκεί αποδεικτική επιρροή στην παρούσα δίκη, όπως επίσης και παρατήρηση του εν λόγω μηχανικού ότι οι πραγματικοί οπλισμοί σε σχέση με τους προσμετρούμενους από το πρόγραμμα οπλισμούς είναι αυξημένοι στο κτήριο, κατά 5%-10%, η οποία επιστηρίζεται σε "στοιχεία εμπειρίας" και όχι σε πραγματικές μετρήσεις.
Αν πράγματι η ενάγουσα παρέδιδε στην εναγόμενη μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή που χρειαζόταν, σύμφωνα με τις μελέτες του έργου, θα μπορούσε η τελευταία, μετά την πρώτη παράδοση, η οποία βεβαίως θα στηριζόταν σε αντίστοιχη παραγγελία της εναγόμενης, να διαμαρτυρηθεί και να αρνηθεί την παραλαβή αυτής, αξιώνοντας περαιτέρω τη συμμόρφωση της ενάγουσας στην παραγγελία που της είχε δοθεί, με βάση πάντα τις σχετικές μελέτες του έργου.
Η παραλαβή του χάλυβα εκ μέρους της εναγόμενης, χωρίς καμία απολύτως διαμαρτυρία για την ποσότητα αυτού, αποδεικνύει ότι οι ποσότητες που παραλαμβάνονταν ήταν σύμφωνα με τις παραγγελθείσες. Η καθυστερημένη διαμαρτυρία της εναγόμενης με την παραπάνω εξώδικη δήλωση στις 10-9-2014, δηλαδή 4 ολόκληρα χρόνια μετά την παράδοση και της τελευταίας ποσότητας χάλυβα και των οικοδομικών υλικών, αποδεικνύει ότι παραδόθηκαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη οι προσήκουσες ποσότητες χάλυβα, χωρίς να ενδιαφέρει εν προκειμένω αποδεικτικά η προσμέτρηση του προγράμματος υπολογισμού, ενώ ο ίδιος ο ανωτέρω επιβλέπων μηχανικός βεβαιώνει ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το έτος 2012, εφαρμόστηκαν οι στατικές μελέτες αντιστήριξης και κτηρίου μέχρι το στάδιο του ισογείου, ενώ ειδικότερα για το έργο της αντιστήριξης βεβαιώνει ότι αυτό ολοκληρώθηκε, υπό την επίβλεψή του, από τον Οκτώβριο του έτους 2008 και εφαρμόστηκε η στατική μελέτη αντιστήριξης, η οποία υποβλήθηκε στο τμήμα επικινδύνων της πολεοδομίας Κ… .
Επίσης, η προαναφερθείσα, προσκομιζόμενη από την εναγόμενη τεχνική έκθεση ως προς το προβλεπόμενο από τις σχετικές τεχνικές μελέτες συνολικό βάρος χάλυβα, δεν ασκεί επίσης αποδεικτική επιρροή και τούτο διότι, εάν πράγματι η ενάγουσα παρέδιδε στην εναγόμενη ποσότητα χάλυβα μεγαλύτερη από αυτήν που πράγματι χρειαζόταν με βάση τις σχετικές μελέτες ή από αυτήν που κατά τη σχετική παραγγελία προέκυπτε, η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί και να αρνηθεί να την παραλάβει, αξιώνοντας από αυτήν τη συμμόρφωσή της με την παραγγελία που είχε δοθεί.
Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για το άλλο οικοδομικό έργο, επί της οδού Β…. , όπου οι ποσότητες χάλυβα, επίσης παραλαμβάνονταν από την εναγόμενη αδιαμαρτύρητα, γεγονός από το οποίο αβίαστα συνάγεται ότι αυτές ήταν οι προσήκουσες και οι πράγματι παραγγελθείσες. Το συμπέρασμα τούτο επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, από τα προσκομιζόμενα από την εναγόμενη τιμολόγια της ενάγουσας, που εκδίδονταν και για τα δύο ως άνω έργα, αυτά ανεξαιρέτως καταχωρούνταν από την εναγόμενη στα δικά της λογιστικά βιβλία, σημαίνοντας τα σχετικά έγγραφα με τη λέξη "κατεχωρήθη" και μάλιστα για μακρό χρονικό διάστημα.
Αν υπήρχε δυσαρμονία ανάμεσα στην εκάστοτε παραγγελία της εναγόμενης και την παραδιδόμενη από την ενάγουσα ποσότητα χάλυβα ή ως προς την τιμή του, τότε θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί αμέσως προς την τελευταία και να της επιστρέψει το σχετικό τιμολόγιο, ζητώντας τη συμμόρφωσή της σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα.
Η αδιαμαρτύρητα καταχώρηση 240 τιμολογίων και για τα δύο έργα σε διάρκεια 19 μηνών, αποδεικνύει και εξ αυτού του λόγου την προσήκουσα εκτέλεση της παροχής εκ μέρους της ενάγουσας. Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι για την εκτέλεση και των δύο παραπάνω έργων, τηρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας ενιαίος μηχανογραφικός λογαριασμός πελάτη με κωδικό … .
Τα ίδια παραστατικά έγγραφα παρέδιδαν αμέσως στην εναγόμενη, τα οποία η τελευταία καταχωρούσε στα δικά της εμπορικά βιβλία και σε σχετικό λογαριασμό, ενώ τα παραστατικά αυτά, εκτός από τις ποσότητες και αξίες περιείχαν και ΦΠΑ, τον οποίο η ενάγουσα ως εισπραττόμενο έσοδο, ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει με σχετική δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως και στην πραγματικότητα συνέβη, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες 20 περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, οι οποίες αντιστοιχούν στους μήνες, κατά τους οποίους διήρκεσε η συνεργασία των διαδίκων, διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα τηρούσε διπλογραφικά λογιστικά βιβλία Γ' κατηγορίας, σύμφωνα με τον ισχύοντα ΚΒΣ.
Όλες οι φορολογικές πράξεις που αφορούσαν τη συνεργασία αυτή και τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για αυτές (τιμολόγια, δελτία αποστολής, πιστωτικά τιμολόγια για παροχή εκπτώσεων ή επιστροφές αγαθών, καθώς και αποδείξεις εισπράξεως για χρηματικά ποσά που η ενάγουσα λάμβανε έναντι λογαριασμού) καταχωρήθηκαν εμπρόθεσμα στα βιβλία αυτά, που τηρούνταν σύμφωνα με το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (π.δ.
… /1980), ενώ ο ΦΠΑ, ο οποίος αντιστοιχούσε σε αυτά, αποδόθηκε, με την υποβολή σχετικής δήλωσης ηλεκτρονικά στην ΓΓΠΣ, στην αρμόδια ΔΟΥ Κ… . Επίσης αποδείχτηκε ότι, για όλες ανεξαιρέτως τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων), οι με αριθμό καταχώρησης … /28-9-2009 (για το έτος 2008), … /12-6-2010 (για το έτος 2009), … /7-9-2011 (για το έτος 2010) και … /21-9-2012 (για το έτος 2011) συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών-προμηθευτών, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων, ύψους μεγαλύτερου των 300 ευρώ εκάστη.
Όπως προκύπτει από τα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας, ο μεταξύ των διαδίκων τηρούμενος λογαριασμός, εμφάνισε για αυτήν, την 13-8-2009, πιστωτικό και χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 351.162,36 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού, το οποίο η εναγόμενη αναγνώρισε ως οφειλόμενο, κατέβαλε η τελευταία την ανωτέρω ημερομηνία, χρηματικό ποσό ύψους 157.916,97 ευρώ, με την υπ' αριθμ. ...
επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία πληρώθηκε και έτσι απέμεινε οφειλή ύψους 193.245,39 ευρώ, χωρίς έως εκείνη τη χρονική στιγμή να έχει διαμαρτυρηθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο η εναγόμενη ως προς την ακρίβεια του υπολοίπου της οφειλής, είτε αναφορικά με την τιμή πώλησης του σιδήρου, είτε με την ακρίβεια των ποσοτήτων που αυτή παρήγγειλε και παρέλαβε από την ενάγουσα.
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο παραπάνω λογαριασμός που τηρείτο στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας, ενιαίος και για τα δύο οικοδομικά έργα, ανήλθε στις 16-10-2009 στο συνολικό χρηματικό ποσό των 464.540 ευρώ, χρεωστικός για την εναγόμενη εταιρία. Κατά την ημερομηνία αυτή, η τελευταία, αναγνωρίζοντας την ανωτέρω οφειλή της, κατέβαλε στην ενάγουσα, έναντι αυτής, το χρηματικό ποσό των 128.330,95 ευρώ, με δύο τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας Π… , με αριθμούς … και …. , ποσών 27.293,08 και 101.037,90 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες πληρώθηκαν και επομένως την παραπάνω ημερομηνία, με βάση τα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας και μετά την αφαίρεση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, απέμεινε οφειλή ύψους 336.209, 65 ευρώ.
Η πληρωμή του χρηματικού ποσού των 128.330,95 ευρώ εκ μέρους της εναγόμενης, έγινε με τη ρητή συμφωνία ότι η τελευταία εξοφλεί την μέχρι τις 30-6-2009 υφιστάμενη οφειλή της ποσού 286.247,95 ευρώ, για τμήμα του έργου επί των οδών Β… , δηλαδή η καταβολή αυτή αντιστοιχούσε σε τμήμα του έργου που είχε εκτελεστεί και παραδοθεί από την ενάγουσα έως την 30-6-2009 και για το οποίο είχαν έως τότε εκδοθεί σχετικά παραστατικά έγγραφα, συνολικού ύψους 286.247,95 ευρώ.
Στη συνέχεια και αφού έλαβε χώρα η αναφερόμενη ανωτέρω καταβολή, η ενάγουσα συνέχισε κανονικά την εκτέλεση του έργου επί των οδών Β… και από το Σεπτέμβριο του έτους 2009, με την προαναφερόμενη νέα συμπληρωματική συμφωνία, την εκτέλεση και του άλλου έργου επί της οδού Η… , εκδίδοντας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 16-3-2010 τα προαναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, ύψους 349.305,18 ευρώ, ενώ όσον αφορά στο έργο επί της οδού Η…. , για το χρονικό διάστημα από 21-9-2009 έως 16-2-2010 τα εκδοθέντα ως άνω φορολογικά στοιχεία ανήλθαν στο ποσό των 101.440,44 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, έτσι ώστε η αξία και των δύο έργων ανήλθε τελικά στο ποσό των 450.745,62 ευρώ, τηρηθέντος στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας ενός ενιαίου λογαριασμού και για τα δύο έργα, εφόσον αφορούσαν την ίδια συμφωνία, τα ίδια υλικά και τον ίδιο πελάτη.
Το ποσό αυτό προκύπτει από την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού ως ακολούθως: α) στις 13-8-2009, όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 351.162,36 ευρώ, η εναγόμενη, αναγνωρίζοντας την οφειλή, κατέβαλε ποσό ύψους 157.916,97 ευρώ, με την παράδοση και πληρωμή της προαναφερόμενη τραπεζικής επιταγής, οπότε απέμεινε οφειλόμενο ποσό ύψους 193.245,39 ευρώ, β) ενώ συνεχιζόταν η εκτέλεση των δύο έργων, στις 16-10-2009, όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 306.623,63 ευρώ, η εναγόμενη, αναγνωρίζοντας την οφειλή της κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό ύψους 128.330,98 ευρώ, με την παράδοση και πληρωμή των παραπάνω τραπεζικών επιταγών και ως εκ τούτου το συνολικό υπόλοιπο της οφειλής ανήλθε στο ποσό των 178.292,65 ευρώ, γ) μετά τη συνέχεια της εκτέλεσης των δύο έργων, ο λογαριασμός στις 16-3-2010 ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 450.745 ευρώ.
Η ενάγουσα, υπό την πίεση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι τρίτων, για την προμήθεια υλικών κλπ και υπό την απειλή διώξεων στην περίπτωση που δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, εξαιτίας της μη εκπλήρωσης των δικών της υποχρεώσεων, στις 29-10-2010, 25-11-2010, 22-2-2011 και 17-3-2011 συμφώνησε να κάνει εκπτώσεις επί του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού (450.745,62 ευρώ), οι οποίες ανήλθαν και για τα δύο έργα στο ποσό των 113.771,23 ευρώ, με την ταυτόχρονη διαβεβαίωση της εναγόμενης ότι θα καταβάλει άμεσα το τελικώς συμφωνηθέν ποσό ύψους 336.974,39 ευρώ (450.745,62-113.771,23).
Σε εκπλήρωση της συμφωνίας με την εναγόμενη περί μειώσεως της οφειλής, εκδόθηκαν από την ενάγουσα τα παρακάτω πιστωτικά τιμολόγια, τα οποία και παραδόθηκαν στην εναγόμενη: 1) για το πρώτο των ως άνω έργων επί των οδών Β… : (α) αριθμός …/29-10-2010, ποσού 19.080,49 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 4.388,51 ευρώ = 23.469,00 ευρώ, (β) αριθμός …/25-1-2011, ποσού 21.583,08 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 4.964,11 ευρώ = 26.547,19 ευρώ, (γ) αριθμός … /22-2-2011, ποσού 19.753,34 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 4.543,27 ευρώ = 24.296,61 ευρώ, (δ) αριθμός … /17-3-2011, ποσού 21.321,23 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 4.903,88 ευρώ = 26.225,11 ευρώ, συνολικού, δηλαδή, ποσού ύψους 100.537,91 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ποσό των 349.305,18 ευρώ της οφειλής της εναγομένης από το πρώτο ως άνω έργο, μειώθηκε, μετά την προαναφερόμενη έκπτωση, κατά 100.537,91 ευρώ και απέμεινε στις 17-3-2011 ως υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των 248.767,27 ευρώ και 2) για το δεύτερο των ως άνω έργων επί της οδού Η… , τα κατωτέρω αναφερόμενα πιστωτικά τιμολόγια, τα οποία και παραδόθηκαν στην εναγομένη, ήτοι: (α) αριθμός … /29-10-2010, ποσού 5.845,28 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 1.346,48 ευρώ = 7.200,76 ευρώ και (β) αριθμός …. /25-1-2011, ποσού 4.904,52 ευρώ + ΦΠΑ (23%) 1.128,04 ευρώ = 6.032,56 ευρώ, συνολικού δηλαδή ποσού ύψους 13.233,32 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ποσό των 101.440,44 ευρώ της οφειλής της εναγομένης από το δεύτερο ως άνω έργο, μειώθηκε, μετά την προαναφερόμενη έκπτωση, κατά 13.233,32 ευρώ και απέμεινε στις 25-1-2011 ως υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των (101.440,44-13.233,32 =) 88.207,12 ευρώ.
Επομένως και για τα δύο έργα η αμοιβή της ενάγουσας, μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων ανήλθε, κατά τα συμφωνηθέντα, στο ποσό των 336.974,39 ευρώ (248.767,27 + 88.207,12), το οποίο η εναγόμενη αναγνώρισε ότι οφείλει, πλην όμως, παρά τη συμφωνία και τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας δεν έχει πράξει. Σε όλα τα πιστωτικά τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα εταιρία, αναφέρεται ως λόγος έκδοσης τους η "έκπτωση λόγω διαφορών τιμών" στο εκάστοτε έργο, αναφέροντας ειδικότερα σε ποια προηγουμένως εκδοθέντα από την ενάγουσα παραστατικά αντιστοιχεί η εν λόγω έκπτωση.
Η αναγραφή, η οποία έλαβε χώρα για να δικαιολογηθούν φορολογικά οι ανωτέρω εκπτώσεις, δεν αναιρεί την αναλυθείσα ανωτέρω χρέωση, στην οποία προέβη η ενάγουσα και η οποία στηριζόταν στις ρητές συμφωνίες των διαδίκων. Με την έκδοση των πιστωτικών αυτών τιμολογίων αποκαταστάθηκε η οικονομική ισορροπία της συμφωνίας, υπό την έννοια ότι πλέον δεν υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγόμενης για την τιμή, με την οποία έγινε η χρέωση των υλικών και κυρίως του σιδήρου που πωλήθηκε στην εναγόμενη από αυτήν, αλλά μόνο ως προς τις ποσότητες που παραδόθηκαν από την τελευταία, για τις οποίες όπως ήδη προαναφέρθηκε ουδεμία διαμαρτυρία εκφράστηκε κατά την παραλαβή τους ή και μεταγενέστερα και για χρονικό διάστημα 19 μηνών.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς συνάγεται ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε προσηκόντως και εμπρόθεσμα την παροχή την εκτέλεση της οποίας είχε αναλάβει έναντι της εναγόμενης από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, ενώ δεν αποδείχτηκε η παραμικρή καθυστέρηση κατά την εκπλήρωση αυτής.
Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ρητή ημερομηνία παράδοσης των έργων, ώστε μετά την πάροδο αυτών να θεωρηθεί η ενάγουσα υπερήμερη. Το γεγονός δε ότι η συνεργασία τους διακόπηκε πριν την ολοκλήρωση της πλήρους κατασκευής των δύο έργων, λόγω της μη καταβολής εκ μέρους της εναγόμενης των οφειλών της, οι οποίες αφορούν απλήρωτα οικοδομικά υλικά και απλήρωτες εκτελεσθείσες εργασίες εκ μέρους της ενάγουσας, δεν καθιστά την τελευταία υπερήμερη, απορριπτόμενων των υπό της εναγόμενης προβληθεισών ενστάσεων περί εξοφλήσεως της αμοιβής της ενάγουσας και περί συμψηφισμού, της τελευταίας ερειδόμενης στον μη αποδειχθέντα και ουσιαστικά αβάσιμο ισχυρισμό ότι λόγω της υπερημερίας της ενάγουσας, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής ως προς τον χρόνο παράδοσης των έργων, οφείλεται στην εναγόμενη το χρηματικό ποσό των 352.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης, εκτιμώμενοι ενιαία, καθώς άπτονται της ουσίας της κρινόμενης υπόθεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Μετά από τα παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 επ. και 681 επ. του ΑΚ, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν μικτές συμβάσεις πώλησης και έργου, τις οποίες (διατάξεις) δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Τούτο δε διότι, παρά τα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του ποσού των 336.974,39 ευρώ, ως υπολοίπου αμοιβής της από την εκτέλεση των αναφερόμενων έργων και ειδικότερα συνέτρεχαν τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου, ήτοι των έργων που εκτελέστηκαν και παραδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη, της αμοιβής της και της γι' αυτή συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς, την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τα ως άνω έργα που είχε αναλάβει, ότι οι παραδοθείσες ποσότητες χάλυβα και λοιπών υλικών είναι αυτές που αναφέρονται στα σχετικά τιμολόγια, καθώς και ότι οι συμφωνημένες τιμές για τις ποσότητες χάλυβα είναι αυτές που αναφέρονται στην απόφαση και όχι οι αναγραφόμενες στην από 9-11-2009 σύμβαση έργου, οι οποίες αφορούν σε άλλες φάσεις του πρώτου ως άνω έργου και όχι στις επίδικες φάσεις αυτού.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι όγδοος, πέμπτος κατά το τρίτο σκέλος του, έκτος κατά το τέταρτο σκέλος του, ένατος κατά το δεύτερο σκέλος του, εντέκατος κατά το τέταρτο σκέλος του και δωδέκατος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
III. Από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης με επιμέλεια του ενδιαφερομένου διαδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία λήψης της βεβαίωσης κλήσης προς τον αντίδικο, στην οποία πρέπει να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψης της βεβαίωσης και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου του Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εφεξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι-(ΑΠ 673/3018, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' (και όχι και από τον αριθ. 14) ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι εσφαλμένα δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ' αριθ. 4392/15-9-2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Δ… Α… ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ… Π… Μ…. , την οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, με το διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σκεπτικό ότι η σχετική επιδοθείσα προς την αναιρεσίβλητη κλήση δεν περιείχε, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση κατοικίας της ως άνω μάρτυρα, ενώ, κατά το αναιρετήριο, κατά την αληθή έννοια των σχετικών διατάξεων, η επίδοση στις 12-9-2016 της εν λόγω κλήσης, η οποία πράγματι δεν περιείχε τα εν λόγω στοιχεία, δεν διείπετο από το καθεστώς της ρύθμισης του ν. 4335/2015, ώστε να απαιτείται η αναφορά των ως άνω στοιχείων, καθόσον η αγωγή είχε ασκηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 (11-3-2015), ενώ η νέα ρύθμιση του ν. 4335/2015 αφορά μόνο στις περιπτώσεις που θα εφαρμοστεί η νέα διαδικασία των άρθρων 237 και 238 ως προς τις προτάσεις, δηλαδή εφαρμόζεται μόνο για αγωγές που κατατέθηκαν μετά την 1-1-2016.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) είναι αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω ρύθμιση του Ν. 4335/2015 καταλαμβάνει κατά τα ως άνω εκτιθέμενα τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εφεξής κλήσεις, όπως και η επίδικη, έστω και εάν η αγωγή είχε ασκηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία και ως εκ τούτου νομίμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1088/2014, ΑΠ 1288/2011, ΑΠ 1892/2009).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση (παραβίαση) δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1252/2018, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 558/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 9γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα με την από 7-12-2017 προσθήκη των προτάσεων της ένσταση αυτής περί:
α) μη νόμιμης παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ης στο Εφετείο, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό έγγραφο για τον παρασταθέντα στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης) εταιρείας και β) μη νόμιμης προσκόμισης και επίκλησης στο Εφετείο δύο (διαφορετικών) προτάσεων εκ μέρους της τελευταίας.
Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί μη νομίμως υποβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο με την από 7-12-2017 προσθήκη των προτάσεών της, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο στις 4-12-2017, είναι σαφές ότι δεν αφορούν σε "αίτημα", κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, εφόσον δεν αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν την επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ περί αδίκαστης αίτησης.
Αλλά ούτε και ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην παρούσα περίπτωση, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται την παραβίαση συγκεκριμένων δικονομικών διατάξεων ως προς τα πιο πάνω ζητήματα, ενόψει μάλιστα και της μη αμφισβήτησης ως προς το πρώτο απ' αυτά της ύπαρξης πληρεξουσιότητας του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, αλλά και της εξέτασης ανωμοτί κατ' άρθρ. 415 επ.
ΚΠολΔ στο ακροατήριο του Εφετείου του ως άνω παρασταθέντος νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρίας Δ… Μ… .
V. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό … ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η επαρκής και σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των πραγματικών περιστατικών, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια.
Ειδικότερα, τα περιστατικά αυτά πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση που απορρέει απ' αυτά, τούτο δε για να υπάρχει η δυνατότητα, στο μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, στον δε εναγόμενο να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 266/2018, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1487/2017, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 1596/2017).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 681, 682, 694 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή στον εργολάβο, η οποία καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσας σύμβασης έργου, του συμφωνηθέντος έργου, του είδους και του ύψους της αμοιβής, καθώς και της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου στον εργοδότη (ΑΠ 162/2018, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1381/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 11-3-2015 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι το Σεπτέμβριο του 2008 καταρτίστηκε με την αναιρεσείουσα εταιρεία σύμβαση έργου, με την οποία η πρώτη ανέλαβε να προμηθεύσει στην τελευταία, προκειμένου αυτή να κατασκευάσει πολυόροφη οικοδομή επί των οδών Β… στην Κ… , χάλυβα οπλισμένου σκυροδέματος τύπου STALL IV Β 500 c ΦΒ-Φ-20, τη μόρφωση αυτού, τη μεταφορά στο οικοδομικό έργο με δικά της μέσα, καθώς επίσης και την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ως ακολούθως:
Για την προμήθεια χάλυβα οπλισμού STALL IV Β 500 c (ράβδοι ή μανδύας), τη μόρφωση αυτού, τη μεταφορά του στην οικοδομή, την εναπόθεσή του με γερανό στην οικοδομή και το δέσιμο του, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου, συμφωνήθηκε η τιμή των 0,761 ευρώ ανά κιλό, συν τον αναλογούντα ΦΠΑ. Ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του ανωτέρω έργου το Σεπτέμβριο του 2009 καταρτίστηκε με την αναιρεσείουσα εταιρεία νέα σύμβαση έργου, με την οποία αυτή (αναιρεσίβλητη- ενάγουσα) ανέλαβε να προμηθεύσει στην αναιρεσείουσα-εναγομένη τα ίδια ως άνω υλικά με μόρφωση, μεταφορά, εναπόθεση και δέσιμο και σε άλλο έργο (οικοδομή) που είχε αναλάβει η τελευταία στην Κ… επί της οδού Η… , με τις ίδιες ανωτέρω τιμές και τους ίδιους όρους και συμφωνίες που είχαν κάνει με την πρώτη συμφωνία τους.
Ότι μέχρι την 16-3-2010 εκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα, τα οποία παρέλαβε ανεπιφύλακτα η αναιρεσείουσα. Ότι ο τηρηθείς στα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης λογαριασμός για το πρώτο έργο την 13-8-2009 εμφάνισε χρεωστικό για την αναιρεσείουσα υπόλοιπο ύψους 351.162,36 ευρώ, έναντι του οποίου αυτή κατέβαλε ποσό 157.916,67 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο (351.162,36-157.916,97=) 193.245,39 ευρώ.
Ότι ο τηρηθείς στα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης ενιαίος λογαριασμός και για τα δύο έργα ανήλθε στις 16-10-2009 στο συνολικό ποσό των 464.540,60 ευρώ χρεωστικός για την αναιρεσείουσα, έναντι του οποίου η τελευταία κατέβαλε το ποσό των 128.330,95 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 336.209,65 ευρώ. Ότι ο τηρηθείς στα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης ενιαίος λογαριασμός και για τα δύο έργα ανήλθε στις 16-3-2010 στο συνολικό ποσό των 450.745,62 (349.305,18 + 101.440,44) ευρώ χρεωστικός για την αναιρεσείουσα με βάση τα σχετικά δελτία αποστολής-τιμολόγια.
Ότι μετά από πολύμηνη καθυστέρηση εξόφλησης της οφειλής από την αναιρεσείουσα και απαίτησης εκ μέρους της να της χορηγηθεί κάποια έκπτωση (μείωση) της οφειλής της, αυτή (αναιρεσίβλητη- ενάγουσα) αναγκάστηκε να δεχθεί την πρότασή της και συμφώνησε να της δώσει συνολική έκπτωση επί της ως άνω συνολικής των 349.305,18 ευρώ αμοιβής της για το πρώτο ως άνω έργο από 100.537,91 ευρώ και προς τούτο εξέδωσε τα αναφερόμενα πιστωτικά τιμολόγια, ενώ για το δεύτερο ως άνω έργο συνολική έκπτωση επί της παραπάνω συνολικής των 101.440,44 ευρώ αμοιβής της από 13.233,32 ευρώ.
Ότι ανακεφαλαιωτικά και για τα δύο πιο πάνω έργα η αμοιβή αυτής (αναιρεσίβλητης), μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων, ανήλθε κατά τη συμφωνία τους στο συνολικό υπόλοιπο ποσό των (248.767,27 + 88.207,12 =) 336.974,39 ευρώ, το οποίο ζήτησε να της επιδικαστεί νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή και την έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ακολούθως δε, μετά την άσκηση έφεσης από την αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση.
Ειδικότερα δε η τελευταία απόφαση δέχθηκε ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη την κρινόμενη αγωγή, απορριπτομένου του σχετικού περί του αντιθέτου λόγου της κρινόμενης έφεσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού στο δικόγραφο της διαλαμβάνονται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα των συμβάσεων έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, του έργου που συμφωνήθηκε με αυτές να εκτελεστεί, της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου, καθώς και της αμοιβής που συμφωνήθηκε.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί μη αναφοράς στην ένδικη αγωγή και άλλων περιστατικών είναι αβάσιμες, αφού αυτά δεν είναι ουσιώδη, ικανά και νομικώς αναγκαία για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ενώ οι αναφορές της πρώτης σχετικά με το ότι η ένδικη αγωγή δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα είναι σαφές ότι δεν δύνανται να θεωρηθούν ότι συνιστούν αοριστία αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 (και όχι και από τον αριθ. 19) του ΚΠολΔ.
VI. Α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν, το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, αιτιολογημένη ή μη, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Επίσης, δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του.
Ακόμη, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, προκύπτει από την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 906/2018, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 1915/2013, ΑΠ 625/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους σε αντίστοιχους λόγους της έφεσης της ισχυρισμούς της που προτάθηκαν απ' αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα αναφέρεται σε σύμβαση Σεπτεμβρίου 2008 για το έργο επί της οδού Β… , ενώ η μόνη σύμβαση που ίσχυε και συμπεριέλαβε το σύνολο των εργασιών ήταν η από 9-11-2009 σύμβαση έργου, που επιβεβαίωσε τους όρους της συνεργασίας και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τη συμβατικώς συμφωνηθείσα παράδοση του έργου, αυθαιρέτως και αδικαιολογήτως μεταλλάσσει συμβατικούς όρους, ενώ δεν έλαβε υπόψη ότι δεν έγιναν επιμετρήσεις βάσει των σχεδίων και μελετών, όπως όριζε η από …. -2009 σύμβαση έργου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (τέταρτος) κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα των στοιχείων που θεμελιώνουν την ένδικη αξίωση για καταβολή υπολοίπου αμοιβής από τις αναφερόμενες συμβάσεις έργου, καθώς και συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Β) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 2110/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε ότι ελάμβανε χώρα εκ μέρους αυτής παραγγελία προς την αναιρεσίβλητη ποσοτήτων χάλυβα και παραλαβή τους, χωρίς όμως να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι έγιναν οι παραγγελίες και παραλαβές αυτές.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (τέταρτος), κατά το ως άνω σκέλος του, ανεξάρτητα από το ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ανωμοτί εξετάσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, την υπ' αριθ.
… /13-5-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ… Μ…. , καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα.
Γ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335,338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Επίσης, ο αυτός ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 1356/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση) και όχι και από τον αριθ. 12, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερόμενη κρίση του και ειδικότερα ότι έλαβε χώρα παραγγελία των ποσοτήτων χάλυβα εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) και άμεση παράδοσή τους από την αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική ομολογία του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, ο οποίος εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ως προς το ως άνω ζήτημα ότι "δεν δίνει κανείς εντολή για την ποσότητα, δίνει ένα σχέδιο το οποίο....όχι κατ' εκτίμηση, έχουμε ένα σχέδιο".
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από το προαναφερόμενο απόσπασμα της ανωμοτί εξέτασης του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν συνάγεται ομολογία αυτού, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, ως προς το εν λόγω ζήτημα και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα μη λήψης υπόψη αυτής ως αποδεικτικού μέσου.
Δ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 22/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της από 9-11-2009 σύμβασης έργου για το πρώτο έργο επί της οδού Β… , δεχόμενο αναπόδεικτα πράγματα εναντίον μάλιστα του περιεχομένου της εν λόγω σύμβασης.
Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο, το οποίο εκτίμησε διαφορετικά από την αναιρεσείουσα, ενώ δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
VII. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τις μελέτες των δύο έργων και τις τεχνικές εκθέσεις του επιβλέποντος μηχανικού.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψη της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (πέμπτο) κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους ισχυρισμούς της και τα σχετικά αποδεικτικά της μέσα που προτάθηκαν απ' αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τα οποία οι πραγματικώς παραδοθείσες ποσότητα χάλυβα στα δύο επίδικα έργα είναι οι ποσότητες που ενσωματώνονται στις επικληθείσες και νομίμως προσκομισθείσες απ' αυτήν μελέτες και τεχνικές εκθέσεις.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (πέμπτος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, καθώς και συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" και η επίκληση εκ μέρους της των ως άνω αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους.
VIII. Α) Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε χωρίς αποδείξεις αόριστους ισχυρισμούς της αντιδίκου της περί γενόμενης συμφωνίας μεταξύ τους για εκπτώσεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με ταυτόχρονη διαβεβαίωση αυτής (αναιρεσείουσας) για άμεση καταβολή, χωρίς όμως να προσκομίσει η τελευταία κανένα έγγραφο ούτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη της εν λόγω αναφερόμενης συμφωνίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης (έκτος), κατά το ως άνω σκέλος του, ανεξάρτητα από το ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ανωμοτί εξετάσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, την υπ' αριθ. … /13-5-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ… Μ… , καθώς και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα.
Β) Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αναφερόμενο σε αντίστοιχο λόγο (τρίτο) της έφεσής της ισχυρισμό της, που προτάθηκε απ' αυτήν και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τον οποίο το ως άνω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) αγνόησε, άλλως λανθασμένα εκτίμησε, τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα με τις προτάσεις της έγγραφα με αριθ. 23 και 24 (από 31-12-2009 δύο δηλώσεις έκδοσης πιστωτικών) και "δέχθηκε αναπόδεικτα και χωρίς αίτημα της καθ' ης και εναντίον του περιεχομένου τους εκ του οποίου προκύπτει διαφορετική αιτιολογία εκδόσεως" και από τα οποία (σχετικά) προκύπτει η αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας και ο πραγματικός λόγος έκδοσης των πιστωτικών κατόπιν έντονων διαμαρτυριών και πιέσεων αυτής (εναγομένης-αναιρεσείουσας)".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (έκτος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα των στοιχείων που θεμελιώνουν την ένδικη αξίωση για καταβολή υπολοίπου αμοιβής από τις αναφερόμενες συμβάσεις έργου, καθώς και συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Γ) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα με τις προτάσεις της έγγραφα με αριθ. 23 και 24 (από 31-12-2009 δύο δηλώσεις έκδοσης πιστωτικών). Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έκτος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Δ) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το πέμπτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των ίδιων παραπάνω εγγράφων. Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, τα οποία εκτίμησε διαφορετικά από την αναιρεσείουσα, ενώ δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έκτος), κατά το ως άνω σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
IX. Α) Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον όγδοο λόγο έφεσής της σχετικά με την αρχή έγγραφης απόδειξης επί τρίτων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα της από 17-9-2008 σύμβασης έργου με την τρίτη εταιρεία "Δ… " επί άλλων πραγματικών γεγονότων, παρακάμπτοντας την από 9-11-2009 σύμβαση έργου, οι όροι και η έκταση της οποίας επιβεβαιώθηκαν και κατά την έκδοση των πιστωτικών τιμολογίων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο (έβδομο) κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από .. -2009 σύμβαση έργου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έβδομος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ως άνω φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά είναι σαφές ότι αφορά στην επίκληση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του.
Επίσης, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έβδομος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η από … -2009 σύμβαση έργου, η οποία μνημονεύεται ρητά.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα.
Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 514/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 265/2017, ΑΠ 233/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της προκειμένης υπόθεσης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ως προς την από 9-11-2009 σύμβαση έργου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έβδομος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία και ειδικότερα ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο ως άνω αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι ως προς αυτό το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Χ. Με τον ένατο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον δέκατο λόγο έφεσής της σχετικά με την επικουρικώς προταθείσα ένσταση αυτής περί συμψηφισμού με την ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δικής της (αναιρεσείουσας) απαίτησης ύψους 352.000 ευρώ λόγω υπερημερίας της πρώτης ως προς την προμήθεια των προβλεπόμενων υλικών από την … -2010 και για ένα έτος και τη συνεπεία αυτής κατάπτωση εις βάρος της (αναιρεσίβλητης) σχετικής ποινικής ρήτρας. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (ένατος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ρητά, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, δεχόμενο με συγκεκριμένες και σαφείς αιτιολογίες ότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη "απορριπτόμενων των υπό της εναγόμενης προβληθεισών ενστάσεων περί εξοφλήσεως της αμοιβής της ενάγουσας και περί συμψηφισμού, της τελευταίας ερειδόμενης στον μη αποδειχθέντα και ουσιαστικά αβάσιμο ισχυρισμό ότι λόγω της υπερημερίας της ενάγουσας, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής ως προς τον χρόνο παράδοσης των έργων, οφείλεται στην εναγόμενη το χρηματικό ποσό των 352.000 ευρώ".
XI. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος (και συνεπώς παραδεκτός) ο από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος (ΑΠ 924/2018, ΑΠ 1965/2014, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1491/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε ότι έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ως εκτελεσθείσες εργασίες και παραδοθείσες ποσότητες χάλυβα, στηριζόμενο εσφαλμένα στο εντελώς άσχετο με τα οικονομικής φύσης ζητήματα της ένδικης διαφοράς και τηρούμενο από την αναιρεσίβλητη ημερολόγιο παρουσίας εργαζομένων αυτής και έτσι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό ως προς τις αναφερόμενες στην αγωγή ως παραδοθείσες ποσότητες χάλυβα, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ανωμοτί εξετάσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, την υπ' αριθ.
… /… -2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ… Μ… , καθώς και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο (δέκατο) κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
XII. Α) Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8β' του ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους σε αντίστοιχους λόγους της έφεσης της (13ο και 4ο) ισχυρισμούς της που προτάθηκαν απ' αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) τον ισχυρισμό της περί πλάνης ως προς τις πραγματικά παραδοθείσες ποσότητες χάλυβα στα ένδικα έργα, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη φορολογικά στοιχεία και εμπορικά της βιβλία είναι ανακριβή και εικονικά τόσο ως προς τις ποσότητες όσο και ως προς τις αξίες αυτών, ενώ αγνόησε τις έγγραφες αποδείξεις (σχετ. 23, 24) που αποδείκνυαν τη μερική αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας της συμφωνίας από την εικονικότητα ως προς την αξία των εκδοθέντων παραστατικών και β) τον ισχυρισμό της περί ανυπαρξίας δικών της διαμαρτυριών και ύπαρξης συνεχών δήθεν οχλήσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (ενδέκατος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, έστω και αν προτάθηκαν ως λόγοι έφεσης, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα των στοιχείων που θεμελιώνουν την ένδικη αξίωση για καταβολή υπολοίπου αμοιβής από τις αναφερόμενες συμβάσεις έργου, καθώς και συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Β) Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και υπό την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο αγνόησε και δεν ασχολήθηκε με τη νομίμως επικληθείσα με τις προτάσεις αίτησή της περί πλάνης ως προς ως προς τις πραγματικά παραδοθείσες ποσότητες χάλυβα στα ένδικα έργα και έτσι άφησε την αίτησή της αδίκαστη.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι σαφές ότι δεν αφορούν σε "αίτημα", κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, εφόσον δεν αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ περί αδίκαστης αίτησης Γ) Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον της στέρησε το δικαίωμα ανταπόδειξης της ανακρίβειας των ένδικων παραστατικών της αναιρεσίβλητης με τα προσκομισθέντα απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) στοιχεία (μελέτες, τεχνικές εκθέσεις), με τα οποία πλήρως αποδείχθηκαν οι ποσότητες χάλυβα που πραγματικά τοποθετήθηκαν στα επίδικα δύο έργα και βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει εξοφληθεί.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (ενδέκατος), κατά το ως άνω σκέλος του, ανεξάρτητα από το ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ανωμοτί εξετάσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, την υπ' αριθ.
… /… -2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ… Μ… , καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα.
XIII. Α) Με τον δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον χωρίς αποδείξεις δέχθηκε συμβατική αναπροσαρμογή των τιμών του χάλυβα που πωλήθηκε και τοποθετήθηκε στα δύο ένδικα έργα, ενώ το κρίσιμο ζήτημα στην ένδικη σύμβαση έργου δεν ήταν το πόσο επωλείτο γενικά ο χάλυβας στην αγορά, αλλά οι συμφωνηθείσες τιμές με βάση τους όρους της από 9-11-2009 σύμβασης έργου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης (δωδέκατος), κατά το ως άνω σκέλος του, ανεξάρτητα από το ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Β) Με τον δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερόμενη κρίση του σχετικά με τις τιμές του χάλυβα στα δύο ένδικα έργα δεν έλαβε υπόψη του τα σχετικά τιμολόγια, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δωδέκατος), κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα.
Γ) Με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των πιο πάνω τιμολογίων που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη. Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, τα οποία εκτίμησε διαφορετικά από την αναιρεσείουσα, ενώ δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δωδέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-11-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Κ… " για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ