Supreme Court dismisses appeal claiming bank contract terms were distorted, upholding lower court's fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision rejecting his bank account transfer claim. The appellant argued the court distorted the content of bank documents regarding the outstanding debt amount. The court found the lower court correctly read the documents but reached a different evidentiary conclusion, which constitutes a matter of fact evaluation rather than a distortion of the text.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance distorted the content of a document by accepting facts clearly different from those stated, or committed a diagnostic error in reading the document, not merely when it draws a different evidentiary conclusion from the correctly read document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 14-5-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 76/2017 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 370/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε απορρίψει την από 18-9-2012 ανακοπή και τους από 19-10-2012 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους.
Επίσης, κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται.
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.
Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική ή ουσιώδης.
Επιπλέον, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β' του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή", οι δε παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης.
Ενόψει των ανωτέρω, ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών. Ως καταναλωτής νοείται όχι μόνον ο πελάτης της τράπεζας, ο οποίος μπορεί να είναι πιστολήπτης (άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' ν. 2251/1994, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο), αλλά και ο εγγυητής, ο οποίος δεν είναι πελάτης και, συνεπώς, αποδέκτης των υπηρεσιών της τράπεζας, ωστόσο, ενόψει της φύσης της εγγύησης, ως παρεπόμενης της σύμβασης χορήγησης καταναλωτικού δανείου και επί πλέον λόγω της ίδιας ανάγκης προστασίας με το δανειολήπτη, που πρέπει να έχει ο εγγυητής απέναντι στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων που συνάπτει με την τράπεζα, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του ν. 2251/1994 (Ολ ΑΠ 13/2015, ΑΠ 828/2018, ΑΠ 1463/2017, ΑΠ 350/2016).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.
Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 298/2010, ΑΠ 2073/2007).
Ακόμη, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη.
Επίσης, η αγωγή ή ανακοπή από την ως άνω διάταξη πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της και συγκεκριμένα ποια ακριβώς ήταν η οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος, δηλαδή ποια ήταν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και ποια η αξία τους, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η έγκαιρη και ορθή συναλλακτικά συμπεριφορά του δανειστή θα είχε λογικά ως αποτέλεσμα την ικανοποίησή του (Ολ ΑΠ 6/2000, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 1230/1997).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Με την ...64/7-2-2003 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ... Α.Ε. χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και έδρα το ...., αποκαλούμενη με τη σύμβαση "πιστούχο", πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, όπως αυτή ίσχυσε με τις πρόσθετες πράξεις και συμφωνίες, αποκαλούμενη "Σύμβαση Πιστώσεως".
Στη συνέχεια με την από 19-6-2008 Σύμβαση Μεταβιβάσεως Έννομης Σχέσης από Πίστωση με Ανοικτό (Αλληλόχρεο) Λογαριασμό ... Α.Ε. μεταβίβασε προς την καθής η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." τις πάσης φύσεως απαιτήσεις της κατά της ως άνω πιστούχου, όλα τα δικαιώματά της καθώς επίσης και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως.
Ακολούθως με την από 19-6-2008 έγγραφη Σύμβαση Παροχής Εγγυήσεως που συνάφθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας "..." αποκαλούμενη εφεξής "Τράπεζα" και των αναφερομένων τριών φυσικών προσώπων ως εγγυητών, μεταξύ των οποίων και ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών Φ. Σ. του Κ., κάτοικος ..., δικηγόρος στο επάγγελμα, του οποίου ο νόμιμος εκπρόσωπος και φορέας της ως άνω πιστούχου εταιρείας Α.
Μ. ήταν γαμβρός από αδελφή, αφού έλαβαν γνώση των όρων της συμβάσεως εγγυήθηκαν ανεπιφυλάκτως την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, πλέον τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων και εξόδων ενεχόμενοι εις ολόκληρο με την πιστούχο εταιρεία και ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι της ενστάσεως διζήσεως και ελευθερώσεως από το άρθρο 862 ΑΚ.
Παράλληλα η ανωτέρω πίστωση αυξήθηκε με τη με αριθμό .....64/1/19-6-2008 σύμβαση αύξησης πίστωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων κατά το ποσό των 800.000 ευρώ και το πιστωτικό όριο ανήλθε σε 1.800.000 ευρώ, την οποία αύξηση πίστωσης υπογράφουν και οι ως άνω εγγυητές, δηλαδή και ο ανακόπτων, εγγυώμενοι την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως με το νέο αυξημένο πιστωτικό όριο.
Παράλληλα με την από 19-6-2008 επιστολή τους προς την Τράπεζα ... που υπογράφουν η ως άνω πιστούχος εταιρεία και οι υπέρ αυτής εγγυητές, δηλαδή και ο ανακόπτων, αναφερόμενοι στο ως άνω ιστορικό της σύμβασης πίστωσης δηλώνουν προς την καθής Τράπεζα "Με την παρούσα αναλαμβάνουμε απέναντί σας την υποχρέωση να εξοφλήσουμε το συνολικό υπόλοιπο της χρηματοδότησης που μας χορηγήθηκε δυνάμει της από 13-3-2003 πρόσθετης πράξης από σύμβαση ανοικτού λογαριασμού και το οποίο σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 191.678,27 ευρώ".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την εξυπηρέτηση και κίνηση της ως άνω πίστωσης ανοίχτηκαν οι αναφερόμενοι λογαριασμοί, οι οποίοι από την έναρξη της σύμβασης και το άνοιγμά τους και μέχρι τις 16-1-2012 εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ως άνω εταιρείας, συνολικού ύψους 1.472.166.48 ευρώ, όπως αναλυτικά προκύπτουν οι χρεωπιστώσεις από τα αποσπάσματα των παραπάνω λογαριασμών που έχουν εξαχθεί από τα βιβλία της καθής Τράπεζας που τηρούνται με το μηχανογραφικό σύστημα.
Επειδή δε η ως άνω πιστούχος εταιρεία δεν τήρησε τους όρους της συμβάσεως πίστωσης και δεν ανταποκρινόταν στην υποχρέωση της εξόφλησης του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου, η καθής Τράπεζα με την από 20-1- 2012 εξώδικη καταγγελία της που γνωστοποίησε στην πιστούχο εταιρεία και τους εγγυητές κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τους κάλεσε να της καταβάλουν το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο των 1.472.166,48 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας και του κλεισίματος του λογαριασμού.
Με βάση τα στοιχεία αυτά κατόπιν της από 4-8-20012 αιτήσεως της καθής Τράπεζας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 261/2012 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία οι καθών αυτή ως άνω πιστούχος εταιρεία και οι λοιποί εγγυητές υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο νομιμότοκα από την επόμενη ημέρα της καταγγελίας και του κλεισίματος του λογαριασμού της σύμβασης.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ανωτέρω πιστούχος εταιρεία έλαβε το παραπάνω δάνειο προς εξυπηρέτηση της εμπορικής δραστηριότητάς της, κατασκευής και εμπορίας συστημάτων πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών. Ο ανακόπτων όμως συμβλήθηκε ως εγγυητής όχι στα πλαίσια ασκήσεως κάποιας εμπορικής δραστηριότητας αλλά υπό την ατομική του ιδιότητα ως ιδιώτης, χωρίς να εξυπηρετεί καθ' οποιονδήποτε τρόπο δικά του οικονομικά συμφέροντα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον από αδελφή γαμβρό του, Α.
Μ., νόμιμο εκπρόσωπο και φορέα της ως άνω πιστούχου εταιρείας. Υποστηρίζει ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, όπως επεξηγεί και εξειδικεύει αυτόν με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ότι η καθ' ης Τράπεζα ενήργησε ενάντια στην καλή πίστη και στις αρχές της διαφάνειας και στις ρητές διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 1, 3, 6 και 7 παρ.
ε, ζ, η του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών καθόσον υπαίτια και δόλια, η καθής απέκρυψε από αυτόν το ύψος του πραγματικού εκκρεμούς χρέους που αναλάμβανε ως αυτοφειλέτης-εγγυητής κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης στις 19-6-2008 το οποίο δεν ήταν μόνο το ποσό των 191.678, 27 ευρώ, το οποίο είχε ρυθμισθεί, αλλά υποκρυπτόταν και άλλο αρχικό χρέος ύψους 198.356,46 ευρώ το οποίο ήταν αρρύθμιστο και απέκρυψε η καθ' ης Τράπεζα, γιατί γνώριζε ότι διαφορετικά αυτός δεν θα συναινούσε και έτσι με απάτη άλλως πλάνη οδηγήθηκε αυτός στη δήλωση παροχής εγγυήσεως, ενώ αμέσως στη συνέχεια υπήρξε και άλλη εκταμίευση προς την ως άνω πιστούχο εταιρεία ποσού 200.000 ευρώ, για την οποία ουδεμία ενημέρωση είχε ούτε για τις τυχόν στη συνέχεια εκταμιεύσεις.
Στην περίπτωση αυτή από τη γραμματική διατύπωση του ελεγχομένου ως καταχρηστικού όρου των άρθρων 1 και 2 της επίδικης σύμβασης παροχής εγγυήσεως συνάγεται ότι ο ανακόπτων σαφέστατα ήταν σε θέση να αντιληφθεί την υποχρέωση που ανέλαβε με την αποδοχή του συγκεκριμένου όρου. Ειδικότερα ο εν λόγω έντυπος γενικός όρος είναι διατυπωμένος με ευανάγνωστα γράμματα και σε γλώσσα απλή και κατανοητή.
Ο μέσος καταναλωτής-εγγυητής μπορούσε να ενημερωθεί πλήρως από την προμηθεύτρια Τράπεζα ότι με την αποδοχή του εν λόγω όρου αυτός εγγυάτο σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με πιστωτικό όριο μέχρι 1.000.000 ευρώ και συγκεκριμένα για οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης, ενώ το ίδιο συνέβη και με τη σύμβαση αυξήσεως του ορίου της πιστώσεως μέχρι του ποσού των 1.800.000 ευρώ.
Επομένως με τη συνομολόγηση του εν λόγω όρου, ο οποίος παρουσίασε κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, η καθής η ανακοπή Τράπεζα δεν παραβίασε την αρχή της διαφάνειας και τις συνακόλουθες υποχρεώσεις ενημερώσεως του εγγυητή, ειδικά ως προς το περιεχόμενο των οικονομικών επιβαρύνσεων που ανέλαβε αυτός.
Επομένως αβασίμως υποστηρίζει ο ανακόπτων εγγυητής ότι με την ένδικη από 19-6-2008 σύμβαση η καθής Τράπεζα του γνωστοποίησε ότι εγγυάται ως αυτοφειλέτης για υπάρχον χρέος 191.678,27 ευρώ και απέκρυψε υπόλοιπο οφειλής. Προφανώς ο ανακόπτων εσκεμμένα συγχέει το περιεχόμενο της συμβάσεως εγγυήσεως με αυτό της από 19-6-2008 επιστολής που απηύθυναν στην καθής Τράπεζα και αναγνώρισαν το μέχρι τότε χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης από 191.678,27 ευρώ και υποσχέθηκαν την καταβολή του.
Γνώριζε όμως ότι το πιστωτικό όριο της συμβάσεως ήταν πολύ μεγαλύτερο και θα υπήρχαν και περαιτέρω καταβολές στην πιστούχο εταιρεία και κίνηση γενικά του λογαριασμού. Μάλιστα την ίδια ημέρα 19-6-2008 υπήρξε νέα καταβολή προς την πιστούχο εταιρεία ποσού 198.354,46 ευρώ και στη συνέχεια στις 27-6-2008 επόμενη καταβολή ποσού 200.000 ευρώ σύμφωνα με αντίγραφο του λογαριασμού του ως άνω μήνα που προσκομίζει η καθής Τράπεζα.
Επομένως το ως άνω ποσό των 198.354,46 ευρώ δεν αφορούσε προηγούμενο αρρύθμιστο χρέος, το οποίο απεκρύβη, αλλά νέα χορήγηση με βάση την ένδικη σύμβαση πιστώσεως. Σε περίπτωση συνεπώς που κατά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης εγγυήσεως ο ανακόπτων αγνοούσε το περιεχόμενο του παραπάνω όρου και της συμβατικής δέσμευσης που είχε αναλάβει με τη συνομολόγησή του, η εν λόγω άγνοια του δεν μπορεί να θεωρηθεί ανυπαίτια, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 2 του ν. 2251/1994, τη στιγμή που ο ίδιος είναι δικηγόρος και είχε ασφαλώς τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο της συμβάσεως και των όρων της.
Εφόσον δε στην προκειμένη περίπτωση δεν παραβιάζεται από την καθής η ανακοπή Τράπεζα η βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση της σαφήνειας και διαφάνειας του σχετικού όρου δεν επήλθε για το λόγο αυτό διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του ανακόπτοντος και πρέπει ο σχετικός λόγος της ανακοπής του από τον οποίο ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επομένως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό ανακοπής αν και με διαφορετική κατά ένα μέρος αιτιολογία δεν έσφαλε και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία του από την ανωτέρω της παρούσας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο ο ανακόπτων παραπονείται για την απόρριψή του.
Με τον επόμενο δεύτερο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων εγγυητής ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθής Τράπεζας να κλείσει οριστικά την πίστωση και τους λογαριασμούς της και στη συνέχεια να ζητήσει την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής για την καταβολή του χρεωστικού κατάλοιπου σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, του ιδίου και των λοιπών ως εγγυητών είναι καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος αυτού, τη στιγμή που εν μέσω οικονομικής κρίσης η ίδια εκταμίευσε μεγάλα χρηματικά ποσά της πίστωσης προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία εν γνώσει του επισφαλούς της απαιτήσεώς της αυτής και χωρίς να δώσει ικανή πίστωση χρόνου στην πιστούχο εταιρεία για να πραγματοποιήσει τα επενδυτικά σχέδιά της για τα οποία έλαβε την εν λόγω πίστωση, αμέσως στη συνέχεια αλλάζει γνώμη και κλείνει οριστικά την πίστωση και επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησής της, αποβλέποντας να στραφεί εναντίον των εγγυητών, εκμεταλλευόμενη και ενεργώντας σε βάρος τους.
Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της καθής σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού και δεν την καθιστούν έτσι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατ' αρχήν, όπως δεν αμφισβητείται με την έφεση, η απόφαση της καθής Τράπεζας να κλείσει την επίδικη σύμβαση πίστωσης και μάλιστα όχι αμέσως, όπως υποστηρίζει ο ανακόπτων, αλλά αφού οι λογαριασμοί της πίστωσης κινήθηκαν επί τετραετία μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων τις πίστωσης (2008-2012) και να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών της από αυτήν, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αποτελεί δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή μπορεί να αποφασίσει, έστω και αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού επιφέρει βλάβη στον ανακόπτοντα εγγυητή.
Παράλληλα η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική από το γεγονός και μόνο ότι επιφέρει επιβλαβή αποτελέσματα για τον υπόχρεο ανακόπτοντα εγγυητή... Επομένως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό ανακοπής ως μη νόμιμο δεν έσφαλε και ο σχετικός αντίθετος τέταρτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Με τον επόμενο τρίτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του από το άρθρο 862 ΑΚ και ότι από το λόγο αυτό δεν υφίσταται απαίτηση της καθ' ης εναντίον του για να μπορεί να βεβαιωθεί με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί όπως υποστηρίζει από πταίσμα της καθ' ης Τράπεζας κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, προς την οποία χορήγησε βάσει της σύμβασης μεγάλα χρηματικά ποσά χωρίς να ελέγξει την περιουσιακή κατάστασή της και να λάβει ανάλογες εγγυήσεις.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής γιατί κατ' αρχήν δεν επικαλείται επιγενόμενη οικονομική αδυναμία της πιστούχου εταιρείας και πως κατέστη αυτή αναξιόχρεη και ποια η υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας, ενώ τις οικονομικές δυνατότητες της πιστούχου εταιρείας και τις εγγυήσεις που παρείχε στο χρόνο σύναψης τη σύμβασης μίσθωσης γνώριζε και μάλιστα λόγω της ως άνω συγγενικής σχέσης και ο ίδιος ο ανακόπτων εγγυητής.
Πέραν αυτού, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη η συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και κατά συνέπεια ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από τη σχετική ένσταση, η οποία παραίτηση όμως δεν ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 332 ΑΚ για τον αποκλεισμό της ευθύνης του δανειστή από δόλο ή βαρειά αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον υπ' αριθμό 2-3 ρητό όρο της από 19-6-2008 ένδικης σύμβασης παροχής εγγυήσεως σε αυτήν ορίζεται ότι ο εγγυητής δεν ελευθερώνεται έστω και αν για οποιοδήποτε λόγο που βαρύνει ή όχι την Τράπεζα κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από τον πιστούχο. Οπότε η ευθύνη της δανείστριας τράπεζας περιορίζεται μόνο για πταίσμα αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Τέτοια όμως υπαίτια συμπεριφορά δόλου η βαρείας αμέλειας της δανείστριας τράπεζας λόγω της οποίας έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της από τον οφειλέτη ουδόλως επικαλείται ο ανακόπτων εγγυητής ούτε αναφέρει ποιά η περιουσία της οφειλέτριας εταιρίας και την αξία της και πως κατέστη αυτή αναξιόχρεη και αδύνατη η ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας από αυτή.
Οπότε ο λόγος αυτός ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, όπως ορθά απορρίφθηκε και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο αντίθετος σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 περ.
α', 2 παρ. 1, 6 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, καθώς και 862, 332 εδ. 1 και 174 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν παραβίασε τη βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση της σαφήνειας και διαφάνειας των σχετικών όρων της ένδικης από 19-6-2008 σύμβασης παροχής εγγύησης, καθώς και της σύμβασης αυξήσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ο δε αναιρεσείων ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την αποδοχή των συγκεκριμένων όρων και ως εκ τούτου δεν επήλθε διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του τελευταίου.
Εξάλλου, το Εφετείο με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ορθά δέχθηκε ότι αυτά δεν αρκούσαν για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140, 147 ΑΚ , 2 παρ. 3, 7 παρ. ε', ζ', η' του ν. 2251/1994, αφού με βάση αυτά με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη δεν απέκρυψε από τον αναιρεσείοντα το πιο πάνω υπόλοιπο της οφειλής, γνώριζε δε αυτός ότι το πιστωτικό όριο της σύμβασης ήταν πολύ μεγαλύτερο και θα υπήρχαν και περαιτέρω καταβολές στην πιστούχο εταιρεία, ενόψει μάλιστα και του ότι στην ίδια τη σύμβαση αναγράφονταν ρητά ότι επρόκειτο για παροχή εγγύησης σε σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με όριο πιστώσεως μέχρι του ποσού των 1.800.000 ευρώ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα εκταμίευσε ποσά ως νέα χορήγηση χωρίς ακόμη να έχει καταρτιστεί και ολοκληρωθεί η επίδικη δανειακή σύμβαση, στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών αυτής ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφηκε από όλους τους συμβαλλομένους στις 19-6-2008.
Επιπλέον, με αυτά που δέχθηκε ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμο τον τέταρτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονούνταν για την απόρριψη ως αόριστου του τρίτου λόγου ανακοπής του κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής περί ελευθερώσεώς του κατ' άρθρ. 862 ΑΚ δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε.
Τούτο δε διότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένων περιστατικών συμπεριφοράς δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εξ αιτίας της οποίας να έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της από τον οφειλέτη, ενώ επιπλέον δεν αναφέρει την περιουσία της οφειλέτριας εταιρείας και την αξία της, ούτε πως κατέστη αυτή αναξιόχρεη, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης απ' αυτήν.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Ο ανακόπτων ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του τον οποίο διευκρινίζει με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι η ως άνω σύμβαση παροχής εγγυήσεως βάσει της οποίας εκδόθηκε εναντίον του η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής περιέχει καταχρηστικό όρο και ειδικότερα ότι ο όρος με αριθμό 2. 2 της σύμβασης με τον οποίο αυτός παραιτήθηκε από την κατά το άρθρο 855 ΑΚ ένσταση διζήσεως και εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, είναι καταχρηστικός γιατί προσκρούει στις διατάξεις των παρ. 6 και 7 εδ.
ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αφού δεσμεύει υπέρμετρα τον ίδιο και περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της καθής Τράπεζας. Ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος και δεν δεσμεύει αυτόν, γι' αυτό και με την παρούσα ανακοπή του ασκεί την από το άρθρο 855 ΑΚ ένσταση διζήσεως και ζητεί να ικανοποιηθεί η βεβαιωθείσα με την ένδικη διαταγή πληρωμής απαίτηση της καθής τράπεζας με αναγκαστική εκτέλεση κατά της σημαντικής αξίας, άνω των 1.000.000 ευρώ ακίνητης περιουσίας της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και να ακυρωθεί η ένδικη διαταγή πληρωμής εναντίον του.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται αλυσιτελής αφού η υποβαλλόμενη ένσταση διζήσεως δεν προσβάλλει το κύρος της ένδικης διαταγής πληρωμής ούτε τη βεβαιωθείσα με αυτήν απαίτηση και μόνο κατά το στάδιο της εκτελέσεως μπορεί να υποβληθεί λυσιτελώς. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο εγγυητής με τη διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ μπορεί να παραιτηθεί από την ένσταση της διζήσεως και είναι έγκυρη η σχετική συμφωνία μεταξύ του εγγυητή και της πιστώτριας πως ο πρώτος παραιτείται του δικαιώματος της διζήσεως και αποδέχεται να καταβάλει την απαίτηση, της οποίας την καταβολή εγγυήθηκε και πριν ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη.
Υποστηρίζει ο ανακόπτων εγγυητής ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης του συγκεκριμένου ως άνω όρου, γιατί ήδη η σύμβαση εγγύησης είχε υπογραφεί από τους λοιπούς τρεις εγγυητές και ήλθε ο φάκελος στο υποκατάστημα της καθής στην ....., προκειμένου να υπογράψει τελευταίος και ο ίδιος, ώστε δεν είχε δυνατότητα να προσθαφαιρέσει παραγράφους και όρους στην εν λόγω σύμβαση, ενώ αν αρνείτο να υπογράψει, υπήρχε δυνατότητα ακύρωσης όλης της συμβάσεως με απρόβλεπτες συνέπειες για την πιστούχο εταιρεία.
Σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη και όπως προαναφέρθηκε ο ανακόπτων εγγυητής εμπίπτει ως καταναλωτής στο πεδίο προστασίας του ως άνω νόμου 2251/1994 η επίκληση όμως εκ μέρους του της ιδιότητας του καταναλωτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος που επικαλείται, αφού ο ίδιος ο ανακόπτων εγγυητής δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διαθέτει μεγάλη εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών με ειδικές γνώσεις, αφού είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω στο επάγγελμα, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της σύμβασης παροχής εγγυήσεως.
Ούτε βέβαια, όπως αυτός υποστηρίζει αντιλήφθηκε το πρώτον τον ως άνω όρο όταν του υπεδείχθη η σύμβαση εγγυήσεως προς υπογραφή, αφού ως δικηγόρος γνώριζε ότι στους έντυπους προδιατυπωμένους όρους των σχετικών συμβάσεων που χρησιμοποιούν οι τράπεζες περιλαμβάνεται όρος ότι ο εγγυητής ευθύνεται ως αυτοφειλέτης παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως.
Επομένως εάν πράγματι το επιθυμούσε είχε δυνατότητα και περιθώρια διαπραγμάτευσης του συγκεκριμένου όρου, τη στιγμή μάλιστα που όπως υποστηρίζει ουδεμία βλάβη από την απαλλαγή του υφίσταται η καθ' ης Τράπεζα και δεν τίθεται σε κίνδυνο η απαίτησή της. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ της καθ' ης τράπεζας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ανακόπτοντος προς προστασία του ως καταναλωτή, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ανακοπής.
Επομένως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής, αλλά ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι ο ανακόπτων δεν εμπίπτει στην προστασία του ως άνω περί καταναλωτών νόμου, δεν έσφαλε κατά αποτέλεσμα και λόγω του ισοδύναμου δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη ως μη νόμιμου με την κατ' ουσίαν απόρριψη του λόγου αυτού ανακοπής, πρέπει αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλούμενης με την ως άνω αιτιολογία της παρούσας, ως προς το συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, να απορριφθεί στη συνέχεια ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το ζήτημα αν η ένδικη σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.
Τούτο δε διότι το Εφετείο με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο δέχεται ότι ο αναιρεσείων εγγυητής διαθέτει μεγάλη εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών με ειδικές γνώσεις, αφού είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της ένδικης σύμβασης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 166/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη της την από 19-6-2008 "σύμβαση μεταβίβασης Έννομης Σχέσης από Πίστωση με Ανοικτό (Αλληλόχρεο) Λογαριασμό" που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα.
Από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ναι μεν δεν γίνεται ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, μεταξύ των οποίων και του ανωτέρω, πλην όμως από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν νομίμως, μεταξύ δε αυτών και το παραπάνω, χωρίς τούτο να παραβλεφθεί.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 22/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των πιο κάτω νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων απ' αυτόν εγγράφων, ήτοι της από 19-6-2008 σύμβασης μεταβίβασης έννομης σχέσης από πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και το αντίγραφο του υπ' αριθ. ...5197 λογαριασμού (SHIFT) της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, από τα οποία προκύπτει ότι η προϋπάρχουσα στις 19-6-2008 και μεταφερόμενη οφειλή ήταν 390.032,73 ευρώ.
Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, αλλά απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινόμενου από τον αναιρεσείοντα Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-5-2018 αίτηση του Φ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ