Legislator Case Law & Legislation
1137/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to pay required filing fee, upholding lower court's rejection of insurance claim.

Case Number 1137/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final insurance rejection decision. The appellant failed to deposit the mandatory filing fee of 300 euros required by law for this stage of proceedings. The court ruled that this procedural defect rendered the appeal inadmissible, rejecting the appellant's constitutional arguments regarding the right to judicial protection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 § 4 and 577 of the Code of Civil Procedure; The failure to deposit the mandatory filing fee for an appeal renders the request inadmissible, as the legislature may establish procedural prerequisites for the exercise of judicial remedies without violating constitutional rights.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal filing fee requirement procedural prerequisite judicial protection cassation procedure civil procedure code insurance dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 20 § 1 of the Constitution
Article 6 § 1 of the European Convention on Human Rights
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Σ.τ.Ε. Ολομ. 647/2004
Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1137/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Ν. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "……… Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, αφ' ενός μεν να συνάπτονται -και να είναι ανάλογες- με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ' ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπάγονταν την κατάλυση του, κατά την εν λόγω διάταξη, δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Εξ άλλου, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει μεν την ύπαρξη και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, διέπει όμως, όταν αυτή προβλέπεται νομοθετικώς, και την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. Ολομ. 647/2004 και 3470/2007). Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 § 4 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προστεθείσα με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και συμπληρωθείσα με το άρθρο 93 παρ.1 ν.4139/2013) και 577 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, της αναιρέσεως και της αναψηλαφήσεως, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο παράβολο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.

Το δικαστήριο δε, σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, διατάσσει την επιστροφή σ' αυτόν του παραβόλου, άλλως διατάσσει τη εισαγωγή του στο δημόσιο ταμείο. Υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν υφίσταται στις διαφορές των (προϊσχυόντων) άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5, και 592 αριθμ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. Η θέσπιση του ανωτέρω παραβόλου συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δια της περιστολής της προπετούς ασκήσεως αβασίμων ενδίκων μέσων, κυρίως εφέσεως και αναιρέσεως, χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού, και υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, σε κάθε περίπτωση δε, η οικονομική αδυναμία καταβολής του μπορεί να αντιμετωπισθεί δια του θεσμού του ευεργετήματος πενίας.

Επομένως, η δια των ανωτέρω διατάξεων θέσπιση του παραβόλου τούτου δεν αντίκειται στις αυξημένης ισχύος διατάξεις που προβλέπουν το ρηθέν ατομικό δικαίωμα, ήτοι των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για την καθιέρωση των ενδίκων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών και γενικότερα για την πρόοδο της δίκης , εφόσον αυτές, ως εν προκειμένω, συνάπτονται με την ανάγκη της ταχείας και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (πρβλ.Α.Ε.Δ. 33/1995, 27/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 151/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η απόφαση αυτή, απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 107/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει την αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 663.168,99 €, άλλως το ποσό των 492.732 €, που αφορά την ασφαλισθείσα άλλως την πραγματική αξία του ασφαλισθέντος -έναντι πυρός- πράγματος (δηλ.

του κτίσματος που στεγάζει κινηματογράφο αλλά και του περιεχομένου αυτού), λόγω του ότι είχε επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση. Όμως, όπως προκύπτει από την από 13-9-2016 έκθεση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Λαρίσης Μαγδαληνής Γκιτέρσου, η οποία επισυνάπτεται στο επικυρωμένο αντίγραφο της από 6-9-2016 αιτήσεως αναιρέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε χωρίς το οικείο παράβολο των τριακοσίων (300) ευρώ, για το οποίο γίνεται ειδική μνεία περί τούτου στην ως άνω έκθεση.

Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου και δεν συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 495 § 4 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη.

Ο αναιρεσείων στο εν λόγω δικόγραφο επικαλείται ότι η νομοθετική πρόβλεψη για κατάθεση παραβόλου προσκρούει στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 § 1) και επομένως είναι ανεφάρμοστη επειδή θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη και ότι ο λόγος θεσπίσεώς του είναι απλώς η αύξηση των δημοσίων εσόδων, ενώ η ανάγκη αποτροπής ασκήσεως αβάσιμων ενδίκων μέσων, την οποία η διάταξη επιχειρεί να υπηρετήσει, θεραπεύεται επαρκώς με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η θέσπιση του παραβόλου τούτου δεν αντίκειται στις αυξημένης ισχύος διατάξεις που προβλέπουν το ρηθέν ατομικό δικαίωμα, ήτοι των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για την καθιέρωση των ενδίκων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών οι οποίες δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2016 αίτηση Τ. Ν. για αναίρεση της 151/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ