Legislator Case Law & Legislation
1137/2017 AI generated

1137/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1137/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α’ του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920) ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.

Legislator headnote

AI generated

1137/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2013 χρονολογούμενη αίτησή του, που κατατέθηκε αρμοδίως την 13-10-2014.

Keywords

AI generated
statutory retirement age older workers redraft retirement credit termination of pension changed financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1137/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δήμου Αδάμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... BANK ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ουρανίας Μπάρλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 27-4-2005.

Εκδόθηκαν η 481/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1603/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεσή της ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-5-2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 907/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Μετ’ αναίρεση, εκδόθηκε η 2275/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2013 χρονολογούμενη αίτησή του, που κατατέθηκε αρμοδίως την 13-10-2014.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου, Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α’ του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920) ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.

αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, που προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας.

Εν τούτοις, γίνεται δεκτό ότι και στην περίπτωση μιας τέτοιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν με τον κανονισμό έχει προβλεφθεί η δυνατότητα προώρου λύσεως αυτής, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση. Οπότε, πληρωθείσης της αιρέσεως, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986, ΑΠ 425/2016, ΑΠ 286/2015).

2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955, το οποίο έχει προστεθεί με το άρθρο 8 παρ.4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικατασταθεί με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, μισθωτοί εν γένει που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφ’ όσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.

Για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, πάντα τα οριζόμενα στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ. 3198/1955 ως και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, πλην εκείνων που αφορούν στην προειδοποίηση. Αν και για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955 προϋποτίθεται ρητώς μόνο η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, εξυπακούεται "αναμφισβητήτως" (ΟλΑΠ 1110/1986), για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι αυτή αφορά και πάλι σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, με την επιφύλαξη της μετάπτωσης που αναφέρεται στο τέλος της προηγουμένης παραγράφου (βλ.

αρ.1). Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παροχή μιας εξαιρετικής δυνατότητας λύσεως της συμβάσεως εργασίας εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσεως είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας.

Άλλωστε, δικαίωμα για τη λήψη αποζημιώσεως δεν παρέχεται στον εργαζόμενο, του οποίου η σύμβαση εργασίας διαρκεί μέχρι τη λήξη του χρόνου, που έχει προκαθορισθεί από τους συμβαλλόμενους ή από το νόμο ή τον κανονισμό που διέπει τις σχέσεις του προσωπικού μιας επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΚ 669) και ο μισθωτός ούτε "απομακρύνεται" από τον εργοδότη ούτε "αποχωρεί οικειοθελώς" από την υπηρεσία του.

Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των εδ. α’ και β’ του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκείνης (ΑΠ 686/2017), οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ.

α’ χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση.

3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων τραπεζικός υπάλληλος, με την από 27-4-2005 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, στην ουσιαστική και δικονομική θέση της οποίας έχει υποκατασταθεί ήδη, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η αναιρεσίβλητη τραπεζική ανώνυμη εταιρία, να του καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α’ του ν. 3198/1955, για την εφαρμογή του οποίου πληρούσε τις προϋποθέσεις, με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι, αν και συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση εργασίας που είχε προκαθορισμένη διάρκεια, συνδεδεμένη με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, αυτός έκανε χρήση του προβλεπόμενου από τον Οργανισμό Προσωπικού δικαιώματος οικειοθελούς αποχώρησης με αποτέλεσμα η αρχικώς ορισμένου χρόνου σύμβασή του να μεταπέσει σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 481/2006 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχθέν ότι σύμφωνα με τα ιστορούμενα σε αυτήν επρόκειτο μέχρι τέλους για σύμβαση ορισμένου χρόνου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η 1603/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

Ο ενάγων άσκησε πρώτη αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 907/2012 απόφαση αυτού του δικαστηρίου. Με αυτήν, επί του αμφισβητουμένου ζητήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ισχύει ο Οργανισμός Προσωπικού, που καταρτίσθηκε με την από 11-11-1977 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/ 1955.

Η ΣΣΕ δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/ 10314 από 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ... από 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β’ 446), γι’ αυτό και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις. Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της τράπεζας, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή ΣΣΕ, που καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του νόμου 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της τράπεζας και κάθε εργαζόμενου λύεται:

α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, οπότε οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερομένων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

αα ) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.

Εξ άλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τον οποίο η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.

α’ του ν. 3198/1955. Στην ίδια περίπτωση, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εμπίπτει και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την εργασία του, λόγω παραιτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας.

Οπότε, η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον τρόπο αυτό παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Επομένως, εφ’ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών λόγω παραιτήσεως πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος δικαιούται την ως άνω μειωμένη αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση αυτής, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση του εργαζομένου".

Με την αιτιολογία αυτή, αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη 1603/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

4. Μετ’ αναίρεση, εκδόθηκε η ήδη, με δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, προσβαλλόμενη 2275/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, την 1-12-1968, είχε προληφθεί από την εναγομένη τράπεζα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και, αφού εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της, υπηρέτησε μέχρι την 28-12-2004, οπότε, έχοντας το βαθμό του τμηματάρχη Α’ , αποχώρησε από την εργασία του, αφού προηγουμένως, την 24-12-2004, είχε υποβάλει εγγράφως την παραίτησή του.

Ότι ο ενάγων, ως γεννηθείς την 15-6-1946, είχε συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του την 15-6-2004 και, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού της τράπεζας, η σύμβασή του θα λυνόταν αυτοδικαίως την 1-1-2005. Ότι ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του, έχοντας τις απαιτούμενες ασφαλιστικές προϋποθέσεις, έλαβε πλήρη σύνταξη γήρατος, τόσο κυρία όσο και επικουρική.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση του ενάγοντος ήταν εξ αρχής και παρέμεινε σύμβαση ορισμένου χρόνου, αφού κατά το χρονικό σημείο της παραίτησής του (24-12-2004) είχε ήδη επέλθει η συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του (15-6-2004) και η σύμβαση επρόκειτο να λυθεί αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία που προσδιορίζεται στον Οργανισμό Προσωπικού (1-1-2005).

Γι’ αυτό και έκρινε περαιτέρω το εφετείο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γενομένη παραίτηση δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού το γεγονός που οδηγεί στην αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, ήτοι η συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος, είχε επέλθει πριν από αυτήν, με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας να έχει ήδη λυθεί λόγω παρελεύσεως του ορισμένου χρόνου και όχι λόγω της παραιτήσεως.

Σύμφωνα με την κρίση αυτή, το εφετείο, συμμορφούμενο προς τη νομική κρίση της αναιρετικής απόφασης, δέχθηκε ότι η αγωγή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, βρίσκει μεν έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α’ του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού της τράπεζας, αλλά ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η παραίτηση του ενάγοντος, που υπήρξε καθυστερημένη, δεν οδήγησε στην πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως και στη μετάπτωση της σύμβασης σε αορίστου χρόνου.

Κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε κατ’ ουσία την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας αφ’ ενός συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση και αφ’ ετέρου εφάρμοσε προσηκόντως τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, στις οποίες υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αληθινά και παρέθεσε στην αιτιολογία του.

Άλλωστε, μετά την παραδοχή ότι η χρονικώς καθυστερημένη παραίτηση του ενάγοντος δεν ήταν νομικά δυνατό να μετατρέψει τη σύμβαση εργασίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, η ένδικη αγωγή δεν μπορούσε να βρει έρεισμα ούτε στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955, για την εφαρμογή της οποίας, κατά τα λοιπά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 18 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

5. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), δηλαδή όταν αποδίδει σε έγγραφο αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σ’ αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).

Ο ίδιος λόγος, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Διότι τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το εφετείο "παρέβλεψε ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο, αν και ανέφερε στις παραδοχές του, δεν το δέχθηκε και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης την 28-12-2004 και όχι την 1-1-2005".

Επίσης, ότι "παραβίασε το περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής" και ότι "έσφαλε απορρίπτοντας το δικόγραφο της έφεσης, των προτάσεων, της προσθήκης και αντίκρουσης και της αγωγής". Ο εξεταζόμενος λόγος κατά το πρώτο μέρος του αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων που δεν ήσαν ουσιώδη, διότι για τη συναγωγή του πορίσματος ως προς το αν η σύμβαση μετέπεσε σε αορίστου χρόνου, κρίσιμος ήταν ο χρόνος υποβολής της παραίτησης και όχι της πραγματικής αποχώρησης του ενάγοντος από την υπηρεσία της εναγομένης.

Και περαιτέρω, κατά το δεύτερο μέρος του, η αιτίαση, πέραν της γενικότητας με την οποία διατυπώνεται, αναφέρεται στην αξιολόγηση διαδικαστικών και όχι αποδεικτικών εγγράφων. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 2275/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ