1137/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1137/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν συνεχεία συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του αρθρ. 34 του ν.3220/2004 (ΦΕΚ ΑΊ5/28.1.2004) το οποίο καταλαμβάνει και την παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποιήσεως αυτού με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3943/2011.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημα του στις 19 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Β. του Ο., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοδώρου Σαρρή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 806/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2015 δήλωση του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 787/2015.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν.1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.
Το άρθρο αυτό (25 του ν. 1882/1990) ακολούθως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν.2523/1997, με το οποίο αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής.
Εν συνεχεία συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του αρθρ. 34 του ν.3220/2004 (ΦΕΚ ΑΊ5/28.1.2004) το οποίο καταλαμβάνει και την παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποιήσεως αυτού με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3943/2011.
Μετά την τελευταία αυτή αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, κατά τον εν προκειμένω χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών, 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο εισπράξεως τους, ορισθέντος ότι είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθηκαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: " 1.
Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Ήδη με το άρθρο 20 του Ν.4321/2015 αντικατεστάθησαν οι άνω διατάξεις, αλλά ο νόμος αυτός δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δυσμενέστερος των ανωτέρω προϊσχύων διατάξεων (άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ.) αφού για χρέη συνολικού ύψους άνω των 150.000€ όπως τα επίδικα, προβλέπει βαρύτερη ποινή τριών (3) τουλάχιστον ετών.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ν. 1882/1990, όπως επίσης ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών, στις κατωτέρω περιπτώσεις οφειλετών του δημοσίου και τρίτων (πλην ιδιωτών), οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους.
Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεως τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη.
γ) Για συνεταιρισμούς, στους προέδρους ή γραμματείς ή ταμίες ή διαχειριστές αυτών, σωρευτικά ή μη. δ) Για κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές εταιρίες, που ασκούν επιχείρηση, στους εκπροσώπους τους και στα μέλη τους, σωρευτικά ή μη. Για συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες που ασκούν επιχείρηση στους εκπροσώπους τους.
ε) Για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και για κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς στους διευθυντές ή αντιπρόσωπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα, σωρευτικά ή μη. στ) Για νομικά πρόσωπα, εκτός των παραπάνω περιπτώσεων, στους εκπρόσωπους αυτών. Κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητος ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Τέλος κατά την διάταξη του αυτού άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 1882/1990 "Την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι από οποιαδήποτε αιτία συνυπόχρεοι καταβολής και οι εγγυητές χρεών κατά το ανωτέρω. Κατά των εγγυητών και των συνυποχρέων καταβολής χρεών προς το Δημόσιο λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει κατά των πρωτοφειλετών, χωρίς να απαιτείται βεβαίωση του χρέους σε βάρος τους.".
Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου των ανωνύμων και εταιρειών ως και λοιπών νομικών προσώπων, οι οποίοι υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά το χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή, σκοπείται δε η αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της φοροδιαφυγής, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα των εταιρειών αυτών και επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υπόχρεου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με την εκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται κατά τα άνω, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος, ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη, που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος και 6) η ιδιότητα του υπόχρεου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 806/2015 αποφάσεως του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 29.12.2008 στον Πειραιά, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του την 29.08.2008 τα χρέη που αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ.
Πλοίων Πειραιά (αρ. Ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 06.12.2011 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., με πρόθεση και μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την οριστική βεβαίωση του συνόλου των χρεών, δεν κατέβαλε το ποσό των 444.644,85 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε συνολικά με τις μερικότερες πράξεις ως εμφαίνονται στον κατά το διατακτικό πίνακα χρεών.
Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος κατά το διατακτικό απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών του, αναγνωριζομένου όμως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ." Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β Π.Κ, της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει ένοχο τον ως άνω κατηγορούμενο του ότι την 29.12.2008 στον Πειραιά, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε συνολικά με τις μερικότερες πράξεις του. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του την 29.08.2008 τα χρέη που αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ. Ο. Υ. Πλοίων Πειραιά (αρ. Ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 06.12.2011 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., με πρόθεση και μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την οριστική βεβαίωση του συνόλου των χρεών, δεν κατέβαλε το ποσό των 444.644,85 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε συνολικά με τις μερικότερες ως εμφαίνονται στον πίνακα χρεών πράξεις του.
Αναγνωρίζει ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ" Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση παρίσταται ελλιπής και ασαφής.
Συγκεκριμένα, μολονότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στην αρχή του διατακτικού γίνεται δεκτό, ότι η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, θεμελιώνεται, σε ατομική του ευθύνη (εφ’ όσον δεν γίνεται αναφορά οποιασδήποτε ιδιότητας αυτού), εν τούτοις, στη συνέχεια του διατακτικού, και ειδικότερα στον επισυναπτόμενο σε αυτό πίνακα χρεών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και της αποφάσεως, η ευθύνη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη θεμελιώνεται, στην ιδιότητα του, ως εκκαθαριστή.
Έτσι, όμως, δημιουργείται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών σκεπτικού - διατακτικού αλλά και μεταξύ των παραδοχών του διατακτικού, ως προς την ιδιότητα, με την οποία θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για το παραπάνω αδίκημα, αφού στο μεν σκεπτικό και στην αρχή του διατακτικού αυτή φέρεται να θεμελιώνεται σε αυτόν ατομικά, ενώ στη συνέχεια του διατακτικού αυτή φέρεται να θεμελιώνεται σε αυτόν, με την ιδιότητα του εκκαθαριστή.
Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου (άρθρο 25 παρ. 2 α’ και 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997), οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, με την οποία συναρτάται η ποινική του ευθύνη για την ανωτέρω αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη είναι βάσιμος. Ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του πιο πάνω, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., πρώτου αναιρετικού λόγου, της ένδικης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα δε του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως παρέλκει. Μετά την κατά τα άνω, αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 806/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 25 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ