Legislator Case Law & Legislation
1137/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding collective labor agreement applicability to ship repair company.

Case Number 1137/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the ship repair company's appeal against a lower court ruling on collective labor agreements. The company argued it could not be bound by a union agreement because it was not a member of the employer organization. The court held that the agreement was generally binding and the company could participate through its board members, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 para.1 Law 1876/1990; Art. 11 para.2 Law 1876/1990; Art. 1 para.1 Law 1712/1987: A collective labor agreement declared generally binding applies to all employers in the sector, including those not formally members of the employer organization, as they may participate through their representatives.

Keywords

AI generated
collective labor agreement generally binding employer organization membership ship repair industry labor law applicability

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para.1 of Law 1876/1990
Art. 11 para.2 of Law 1876/1990
Art. 1 para.1 of Law 1712/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3073/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 412/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 14-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

Οι λοιπές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου 3 (άρθρο 8 παρ.2 του ν. 1876/1990).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ.2 του ίδιου νόμου, με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ.2 του άρθρου 10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (τοπική ή εθνική).

Αν η ισχύς της ΣΣΕ ή της διαιτητικής απόφασης (στο εξής: ΔΑ) επεκταθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, τότε εκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 56/2012). Εξάλλου, ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές, περίπου, συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, ενώ συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών.

Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου, με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 56/2012, ΑΠ 912/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι ΣΣΕ συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των ΣΣΕ νομοθετική, κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος.

Συνεπώς, οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, οι οποίες αναζητούνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 127/2013, ΑΠ 56/2012).

2. Επειδή, με την 12.479/12-9-2002 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1213/2002), η ισχύς της οποίας αρχίζει από 22-7-2002, κηρύχθηκε υποχρεωτική η 27/2002 ΔΑ, η οποία αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας", ενώ με την 15.272/16-7-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η οποία ισχύει από 13-5-2003 (ΦΕΚ Β', 1012/2003), κηρύχθηκε υποχρεωτική η ΔΑ 16/2003, που αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, αρχιτεχνιτών, εργοδηγών και πτυχιούχων επίβλεψης και βοηθών μαθητευόμενων, καθώς και των αδειούχων ραδιοηλεκτρολόγων που εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας".

Εξάλλου, με την απόφαση 12.744/7-9-2004 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1442/2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 25-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η οποία ισχύει από 5-7-2004, για το έτος 2005 και καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, ενώ με την απόφαση 11.447/12-5-2004 του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β', 809/1-6-2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 10-6-2003 Τοπική ΣΣΕ των ετών 2003 και 2004 των Ηλεκτρολόγων της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης (στο εξής:

Ν/Ζ) Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους στον κλάδο που αυτή αφορά και η οποία ισχύει από 11-3-2004. Η ανωτέρω ΣΣΕ καταρτίσθηκε μεταξύ της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά και του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών, Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων.

Περαιτέρω, με τις Υπουργικές Αποφάσεις 12.041/2005 (ΦΕΚ Β', 875/28-6-2005) και 11.508/2006 (ΦΕΚ Β', 801/25-5-2006) κηρύχθηκαν υποχρεωτικές οι από 12-4-2005 ΣΣΕ έτους 2005 και από 22-3-2006 ΣΣΕ του έτους 2006 σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνιτών και βοηθών ηλεκτρολόγων που εργάζονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στον κλάδο που αφορά, oι οποίες ισχύουν από 19-4-2005 και 14-4-2006 αντίστοιχα και με την Υπουργική Απόφαση 12.524/16-8-2006 (ΦΕΚ Β', 1335/2006) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 30-5-2006 ΣΣE "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η ισχύς της οποίας αρχίζει από 19-6-2006 και αφορά τα έτη 2006 και 2007 και η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας.

Στο άρθρο 4 των ανωτέρω τοπικών ΣΣΕ ορίζεται ότι με αυτές καθορίζονται τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων, μεταξύ των άλλων, και των ηλεκτροτεχνιτών, τα επιδόματα, οι συνθήκες εργασίας και τα θεσμικά δικαιώματα των προαναφερόμενων εργαζομένων στις επιχειρήσεις Ηλεκτρολογικών Έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, που η εργασία τους έχει ιδιάζοντα επαγγελματικό και τοπικό χαρακτήρα.

Οι προαναφερόμενες κλαδικές ΣΣΕ, αναφέρονται στις ως άνω επιχειρήσεις ως σύνολα εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελούν οργανωμένες ενότητες περί το πρόσωπο του φορέα τους και τείνουν στην επίτευξη κέρδους ή σε αυτοτελείς (ηλεκτρολογικές) εκμεταλλεύσεις της όλης επιχείρησης, δηλαδή σε αυτοτελώς οργανωμένα σύνολα μέσων, πρόσφορων προς επίτευξη ορισμένου επί μέρους (ηλεκτρολογικού) αποτελέσματος, εντασσόμενου στο γενικότερο οικονομικό σκοπό της όλης επιχείρησης, τον οποίο και εξυπηρετούν (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1933/2008).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 2/2013).

Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιλαμβάνονται κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997).

3. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διατηρεί ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση, εγκατεστημένη στην ... της ..., δηλαδή σε χώρο της Ν/Ζ Πειραιά και περιχώρων. Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1-8-1994, ως ηλεκτροτεχνίτης και με την ειδικότητα αυτή εργάστηκε στην επιχείρηση μέχρι την 25-6-2007, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας.

Ότι, ειδικότερα, καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 25-6-2007, ο ενάγων συμμετείχε σε συνεργείο, που είχε μόνιμα συγκροτήσει η εναγομένη για την εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών σε πλοία, τη συντήρηση των οποίων αυτή αναλάμβανε. Ότι, με βάση τα ανωτέρω, τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση για τα έτη 2005 και 2006, περί τα οποία διατυπώνεται η αμφισβήτηση της εναγομένης, οι τοπικές ομοιοεπαγγελματικές [ορθώς:

κλαδικές] ΣΣΕ, που αφορούν στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, δηλαδή οι ΣΣΕ 12/2005 και 22/2006, αντίστοιχα, που κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με τις Υπουργικές Αποφάσεις 12.041/2005 (ΦΕΚ Β' 875/28-6-2005) και 11.508/2006 (ΦΕΚ Β' 801/2006), αντίστοιχα, ως ευνοϊκότερες για τους μισθωτούς.

Ότι, συγκεκριμένα, οι εθνικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών-περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων κλπ., που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, είναι στο σύνολό τους, αλλά και κατά την κρίσιμη για την υπόθεση αυτή ενότητα των αποδοχών, δυσμενέστερες για τους μισθωτούς, σε σχέση με τις ως άνω τοπικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, που αφορούν στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, όπως άλλωστε συνομολογείται και από την εναγομένη με τις προτάσεις της, και, συνεπώς, ανάμεσα στις περισσότερες αυτές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές ρυθμίσεις υπερισχύουν οι ΣΣΕ της Ν/Ζ, οι οποίες καταλαμβάνουν και ρυθμίζουν, μόνο αυτές, την εργασιακή σχέση των διαδίκων για τα έτη 2005 και 2006.

Ότι οι διάδικοι δεσμεύονται από τις εν λόγω ΣΣΕ της Ν/Ζ για τα έτη 2005 και 2006, διότι ο μεν ενάγων ήταν μέλος του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων, η δε εναγομένη, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν μέλος της συμβληθείσας εργοδοτικής οργάνωσης και, επίσης, έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι διάδικοι:

α) δεν είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή των εν λόγω ΣΣΕ κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους ατομικής σύμβασης εργασίας και β) είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή της δυσμενέστερης ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών -περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων κ.λ.π. που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, διότι οι ανωτέρω ΣΣΕ της Ν/Ζ έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, οι οποίες, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δεσμεύουν όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτη, με την προϋπόθεση ότι αυτοί (εργαζόμενοι και εργοδότες), με βάση τη δραστηριότητά τους, θα μπορούσαν να είναι μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν και υπέγραψαν τη συλλογική σύμβαση.

Ότι, συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεσμεύουν τους διαδίκους και δη την εναγομένη, η οποία θα μπορούσε να είναι μέλος της, συμβληθείσας στις ως άνω ΣΣΕ, Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, αφού είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην ευρύτερη περιοχή της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Πειραιά, όπου διατηρεί ναυπηγείο, ήτοι συγκρότημα επισκευής και κατασκευής πλοίων και πλωτών μέσων και εκτελεί κάθε εργασία συναφή με τα ανωτέρω, στις οποίες αναγκαίως περιλαμβάνονται και οι ηλεκτρολογικές εργασίες των ηλεκτρολόγων επισκευαστών και κατασκευαστών πλοίων.

Ότι η κρίση αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι η επιχείρηση της εναγομένης, ως ναυπηγείο, δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με ηλεκτρολογικές εργασίες, αλλά με το σύνολο των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, γιατί οι ανωτέρω, κηρυχθείσες γενικώς υποχρεωτικές, ΣΣΕ, που αφορούν τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, αναφέρονται στις ως άνω επιχειρήσεις όχι μόνο ως αυτοτελείς ηλεκτρολογικές επιχειρήσεις, αλλά και ως σύνολα εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελούν οργανωμένες ενότητες περί το πρόσωπο του φορέα τους και αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους ή σε επί μέρους ηλεκτρολογικές εκμεταλλεύσεις της όλης επιχείρησης, δηλαδή σε αυτοτελώς οργανωμένα σύνολα μέσων, πρόσφορων προς επίτευξη ορισμένου επί μέρους ηλεκτρολογικού αποτελέσματος, εντασσόμενου στο γενικότερο οικονομικό σκοπό (κερδοσκοπία) της όλης επιχείρησης, τον οποίο και εξυπηρετούν.

Ότι η εναγομένη, κατ' επάγγελμα, προέβαινε αναγκαίως και σε ηλεκτρολογικές εργασίες ευρείας έκτασης σε διάφορα πλοία, των οποίων αναλάμβανε τις εργασίες επισκευής, συντήρησης ή μετασκευής, στην επισκευαστική ζώνη της ..., διατηρώντας προς τούτο μόνιμο συνεργείο, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων και το οποίο πληρούσε την έννοια της ηλεκτρολογικής επιχείρησης, ως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελεί εργασιακή ενότητα γύρω από το πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας και τείνει στην επίτευξη κέρδους.

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στην ένδικη υπόθεση τυγχάνουν εφαρμογής για τα έτη 2005 και 2006 οι ΣΣΕ για τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων και απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που υποστήριζε το αντίθετο.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1, 8 παρ.1 και 2, 11 παρ.2 του ν. 1876/1990 και του άρθρου 4 των ως άνω κλαδικών ΣΣΕ των ηλεκτρολόγων που απασχολούνται στη Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, ως προς την εφαρμογή των οποίων, κατά τα προαναφερθέντα, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Εξάλλου, με την παραπάνω κρίση του, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου επί του ζητήματος της εφαρμογής των προαναφερόμενων ΣΣΕ και στους ηλεκτρολόγους που απασχολούνται στην επιχείρηση της εναγομένης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι ανωτέρω συλλογικές ρυθμίσεις των ετών 2005 και 2006 αφορούν μόνο ομοειδείς ειδικότητες εργαζομένων (ηλεκτροτεχνίτες), που απασχολούνται σε εξειδικευμένες επιχειρήσεις, οι οποίες εκτελούν ηλεκτρολογικά έργα στη Ν/Ζ, αλλά δεν εφαρμόζονται στο ναυπηγείο της, που δεν είναι επιχείρηση ηλεκτρολογικών έργων, αλλά καθετοποιημένη ναυπηγοεπισκευαστική μονάδα και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, στο ν. 1712/1987 "Εκσυγχρονισμός Επαγγελματικών Οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά τη διαδικασία τροποποίησης ορισμένων διατάξεών του με το ν. 1746/1988 και το ν. 2081/1992, ορίζονται τα εξής: "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις επαγγελματικές οργανώσεις των εμπόρων, των βιοτεχνών, των επαγγελματιών και των αυτοκινητιστών" (άρθρο 1 παρ.1). "Οι επαγγελματικές οργανώσεις είναι σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού του νόμου" (άρθρο 1 παρ.3). "Οι επαγγελματικές οργανώσεις διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες.

Η πρωτοβάθμια επαγγελματική οργάνωση (ένωση) έχει ως μέλη αποκλειστικά και μόνο φυσικά πρόσωπα, που ανήκουν σε μία από τις καθοριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 κατηγορίες. Επίσης, ως μέλη αυτών μπορεί να είναι ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος και δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ, καθώς και ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας του συνεταιρισμού και μέχρι δύο από τους διαχειριστές εταίρους των ΕΠΕ, εφόσον οι ανωτέρω δεν ασχολούνται με άλλο επάγγελμα άσχετο με αυτά της επαγγελματικής οργάνωσης που προτίθενται να συμμετάσχουν.

Κάθε πρωτοβάθμια επαγγελματική οργάνωση έχει δικαίωμα να είναι μέλος σε δύο το πολύ ομοσπονδίες, μία κλαδικού και μία τοπικού ή γενικού χαρακτήρα" (άρθρο 2 παρ.2). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι:

α) Η αναιρεσείουσα δεν είναι ομοειδής ή συναφής επιχείρηση προς τους επαγγελματίες που υπογράφουν τις ανωτέρω ΣΣΕ από την πλευρά της εργοδοσίας, δηλαδή την Ένωση Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, εφόσον σε αυτήν ανήκουν ηλεκτρολόγοι επισκευαστές, που αναλαμβάνουν, κυρίως, ηλεκτρολογικές υπεργολαβίες εντός ή εκτός της Ν/Ζ και οι οποίοι λειτουργούν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες σε σχέση προς μία καθετοποιημένη ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση, όπως αυτή της αναιρεσείουσας, που διατηρεί μόνιμα συνεργεία κάθε ειδικότητας, ούτε υπάρχει συνάφεια ως προς το επιχειρηματικό αντικείμενο και τον τρόπο οργάνωσης των μέσων παραγωγής.

β) Στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των ΣΣΕ της Ν/Ζ για τα έτη 2005 και 2006 στην ένδικη υπόθεση, εφόσον δεν προσδιορίζει ποιοι εργοδότες γίνονται μέλη της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, ως εκ του καταστατικού σκοπού της ανωτέρω Ένωσης και γ) Η Ένωση Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, που συνεβλήθη από πλευράς εργοδοσίας στην κατάρτιση των επίμαχων ΣΣΕ, είναι εργοδοτική οργάνωση, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1712/1987 και αφορά αποκλειστικά στην οργάνωση των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών ως φυσικών προσώπων και όχι στην οργάνωση βιομηχανικών επιχειρήσεων με μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως η αναιρεσείουσα, η οποία δεν θα μπορούσε να γίνει μέλος της εν λόγω εργοδοτικής οργάνωσης, μέλη της οποίας γίνονται αποκλειστικά και μόνο φυσικά πρόσωπα.

Παρατηρείται, όμως, ότι με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που προεκτέθηκαν, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 11 παρ.2 του ν. 1876/1990 και 1 παρ.1 του ν. 1712/1987, ανεξαρτήτως του ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν μέλος της συμβληθείσας από πλευράς εργοδοσίας Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων.

Διότι, οι ανωτέρω ΣΣΕ είχαν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, με τις προαναφερθείσες Υπουργικές Αποφάσεις, που, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δεσμεύουν και την αναιρεσείουσα, η οποία, ως εγκατεστημένη στην ... ... και ασχολούμενη, ως ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση, και με ηλεκτρολογικές εργασίες ως αναπόσπαστο τμήμα της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, θα μπορούσε να συμμετέχει στην ανωτέρω εργοδοτική ένωση δια του προέδρου ή του διευθύνοντος συμβούλου αυτής ή και δύο ακόμη μελών του διοικητικού της συμβουλίου.

Άλλωστε, η κρίση για το εάν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο μπορεί να είναι μέλος μιας εργοδοτικής οργάνωσης γίνεται αντικειμενικά, σε συνάρτηση και με τον επιδιωκόμενο σκοπό της οργάνωσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η κήρυξη μιας ΣΣΕ γενικά υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση επιδιώκει ίσους και ομοιόμορφους όρους εργασίας σε έναν ολόκληρο επαγγελματικό τομέα στην περιοχή ισχύος της και προστατεύει τη συλλογική ρύθμιση από τον ανταγωνισμό εργοδοτών και μισθωτών, τους οποίους αρχικά δεν δεσμεύει.

Τέλος, η αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία εκ του ότι δεν προσδιορίζεται ποιοι εργοδότες θα μπορούσαν να είναι μέλη της Ένωσης Ηλεκτρολόγων, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού ανάγεται στις νομικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες δεν αφορά ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος ως προς το πρώτο και τρίτο μέρος του και απαράδεκτος ως προς το δεύτερο.

5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου ( ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 412/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ