Supreme Court dismisses appeal against lower court decision due to inadmissible grounds and unfounded arguments regarding attorney authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Varis-Voulas-Vouligmenis against the Athens Court of Appeal's judgment. The municipality argued that the lower court distorted the Economic Committee's mandate and failed to order necessary evidence, while the heirs contended the appeal was procedurally flawed. The court rejected these claims because the municipality never raised these specific issues during the appellate hearing, rendering the grounds inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 183 of the Code of Civil Procedure; grounds for appeal must be raised during the appellate hearing, and arguments based on procedural defects caused by the appellant's own counsel are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α'Βαθμού-ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΑΡΗΣ-ΒΟΥΛΑΣ-ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ" ως καθολικού κατά το νόμο διαδόχου του πρώην ΟΤΑ Α' Βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΥΛΑΣ" που εδρεύει στην Βούλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτρη Παπαβασιλείου και κατάθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. χήρας Σ. Χ., το γένος Ε. Μ., 2. Κ. Χ. του Σ., 3. Ε. Χ. του Σ. και 4. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας την 29-9-2013 αναιρεσίβλητης, Κ. χήρας Ε. Ρ., πρώην χήρα Χ. Χ., το γένος Ε. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι η 4η αρχική αναιρεσίβλητη, Κ. χήρα Ε. Ρ., πρώην χήρα Χ. Χ., το γένος Ε. Π. απεβίωσε σύμφωνα με την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζει ο Ι. Π. του Ε., με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ως άνω αποβιώσασας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-6-2012 και 27-8-2012 αιτήσεις των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, κατόπιν εκδόσεως της 139/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 703/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 8-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της ένδικης υπόθεσης η παριστάμενη στο ακροατήριο πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων γνωστοποίησε το θάνατο της τέταρτης αναιρεσίβλητης Κ. Π. του Ε., χήρας Ε. Ρ., πρώην χήρας Χ. Χ. στις 29.9.2013, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, συγχρόνως δε δήλωσε ότι τη δίκη συνεχίζει ως πλησιέστερος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ο παριστάμενος Ι.
Π. του Ε. (βλ. 1)την υπ'αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, του ληξίαρχου Αθηνών, 2)το υπ'αρθ. 6309/5.3.2014 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών (περί μη δημοσίευσης διαθήκης), 3 )το υπ'αριθ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, 4)το υπ' αριθ 967/5.3.2014 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 5)το υπ'αριθ. 2853/7.3.2014 πιστοποιητικό περί αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος).
Επομένως παραδεκτά συνεχίζεται ήδη η δίκη από τον Ι. Π. του Ε. με την ιδιότητα του ανερεσιβλήτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 290 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται και κατά την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρ.573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του ν.4067/2012 επιχειρήθηκε ρύθμιση των διαδικασιών και των υποχρεώσεων των οικείων δήμων και των ιδιοκτητών ακινήτων για την καταβολή εισφοράς - τέλους για την άμεση και αποτελεσματικότερη συντέλεση των απαλλοτριώσεων κοινοχρήστων χώρων που είτε έχουν αρθεί κατά τη διοικητική διαδικασία είτε καθυστερεί η απαλλοτρίωσή τους για χρόνο πάνω από 10 χρόνια από το καθορισμό τους, με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο.
Ειδικότερα με το άρθρο 32 παρ.1 έως και 4 ορίστηκε ότι η τροποποίηση εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων μετά από βεβαιωθείσα αυτοδίκαιη ανάκληση επιβληθείσης απαλλοτρίωσης ή σε συμμόρφωση δικαστικής απόφασης, για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή δέσμευσης γίνεται με τη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 154 του από 14-7-1999 π.δ.
του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας. Η έναρξη της διαδικασίας τροποποίησης γίνεται με την υποβολή σχετικού αιτήματος στον αρμόδιο ή την αρμόδια υπηρεσία από τον ιδιοκτήτη στο ακίνητο του οποίου ανακλήθηκε ή ήρθη η απαλλοτρίωση ή η δέσμευση. Στη συνέχεια με τις ίδιες διατάξεις ρυθμίζεται η ακολουθητέα διαδικασία τροποποίησης του σχεδίου για τη διοικητική εφαρμογή της δικαστικής απόφασης που αίρει ή ανακαλεί τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση και της αυτοδίκαιης άρσης, ορίζεται δε ότι ως προσήκουσα αποζημίωση θεωρείται η αντικειμενική αξία που ορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών κατά το χρόνο δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής διοικητικής πράξης έγκρισης τροποποίησης με την οποία επιβάλλεται εκ νέου η ρυμοτομική απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, στο άρθρο 33 του Ν. 4067/2012 (το οποίο σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 48 του ιδίου Νόμου ισχύει από τις 9-4-2012 ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου στο υπ' αριθ. 79 Τεύχος Α' Φ.Ε.Κ.) ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32, καθώς και στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν παρέλθει τουλάχιστον δέκα (10) έτη από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο καθορίστηκε το ακίνητο ως κοινόχρηστος χώρος, πλην οδών, εξαιρουμένων των τμημάτων τους που συνέχονται με πλατείες και χώρους πρασίνου, είναι δυνατόν με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου να τηρούνται οι γενικές διατάξεις του ν.2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων) αντί των διατάξεων περί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων.
Για την εξασφάλιση των προς απαλλοτρίωση ακινήτων για τη δημιουργία των παραπάνω κοινόχρηστων χώρων, καταβάλλεται με επίσπευση του οικείου δήμου το σύνολο της αποζημίωσης, όπως αυτή καθορίζεται είτε δικαστικά, είτε εξωδικαστικά, μέχρι ύψους που υπολογίζεται βάσει του συστήματος αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών. 2.
α. Από την κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ποσοστό ίσο προς το 30% της αξίας των προς απαλλοτρίωση ή απόκτηση ακινήτων βαρύνει τον προϋπολογισμό του δήμου, ενώ το υπόλοιπο 70% κατανέμεται και βαρύνει, ως ειδική εισφορά, ανάλογα με το εμβαδά του οικοπέδου, τους κύριους ή νομείς όλων των άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, των Οικοδομικών Τετραγώνων πού έχουν πλευρά έστω και σημειακά στον προς αποζημίωση κοινόχρηστο χώρο, καθώς και των ακινήτων που βρίσκονται εντός ή τέμνονται από τον τομέα που προσδιορίζεται από κλειστή τεθλασμένη γραμμή, η οποία χαράσσεται σε απόσταση διακόσια πενήντα (250) μέτρα από τα όρια του προς διάνοιξη κοινόχρηστου χώρου.
Όταν ο προς διάνοιξη κοινόχρηστος χώρος έχει ευρύτερη σημασία για την πολεοδομική ενότητα ή και την πόλη γενικότερα η απόσταση μπορεί να αυξάνεται αναλόγως δυναμένη να φθάνει τα πεντακόσια (500) μέτρα. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου καθορίζεται για κάθε κοινόχρηστο χώρο, το ακριβές μέγεθος της παραπάνω απόστασης.
Ειδικότερα το μερίδιο των ακινήτων που έχουν πρόσωπο στον προς αποζημίωση κοινόχρηστο χώρο επιβαρύνεται επιπλέον, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή 3. Το μερίδιο ακινήτων τα οποία είναι μη άρτια αλλά οικοδομήσιμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1337/ 1983, όπως ισχύει, μειώνεται κατά 40%, ενώ σε ακίνητα στα οποία υπάρχουν κτίρια κηρυγμένα ως διατηρητέα ή ως μνημεία μειώνεται κατά, 60%.
β. Με την έναρξη της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, ο δήμος προβαίνει στη σύνταξη πίνακα απογραφής των περιλαμβανομένων ακινήτων στον οποίο αναγράφονται οι κύριοι ή νομείς τους με τις διευθύνσεις της κατοικίας τους, για τον προσδιορισμό και βεβαίωση της εισφοράς.
Ο πίνακας απογραφής τοιχοκολλάται στο κατάστημα του δήμου και μπορεί να αναρτάται στην ιστοσελίδα του επί ένα δίμηνο. Η ανακοίνωση για την τοιχοκόλληση του πίνακα δημοσιεύεται σε δύο τοπικές εφημερίδες, εφόσον εκδίδονται, και σε μια ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας. Σχετική έντυπη ειδοποίηση απευθύνεται και σε όλους τους αναφερομένους στον πίνακα ως κυρίους ή νομείς των υποκείμενων στην ειδική εισφορά ακινήτων.
Η ειδοποίηση αποστέλλεται και ταχυδρομικά ή επιδίδεται στους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες ή στους ενοίκους των κτιρίων ή χώρων, ή τον διαχειριστή αυτών, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να την παραδώσουν χωρίς καθυστέρηση στους κυρίους ή τους νομείς αυτών. γ. Η εισφορά εισπράττεται ως δημοτικό τέλος, με βάση τις επιφάνειες των ακινήτων που έχουν καταγραφεί για τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) που χρησιμοποιούνται και για τη σύνταξη του παραπάνω πίνακα.
Εφόσον έχει συνταχθεί κτηματολόγιο ή κτηματογράφηση, χρησιμοποιούνται τα σχετικά στοιχεία αυτών. 3. Μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την τελευταία δημοσίευση στον τύπο της, κατά την προηγούμενη παράγραφο, ανακοίνωσης, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ένσταση κατά της εγγραφής, επισυνάπτοντας και κάθε δικαιολογητικό που συσχετίζεται με τις αντιρρήσεις του κατά των εγγραφών στον πίνακα.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας του κυρίου ή νομέα του ακινήτου, η ένσταση είναι απαράδεκτη, αν δεν κατονομάζει τον πραγματικό κύριο ή νομέα, εφόσον την ένσταση την προβάλλει αυτός που στην κατοχή του βρίσκεται το ακίνητο. 4. Για τις ενστάσεις αποφασίζει, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της παραγράφου 3, το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει τον οριστικό πίνακα απογραφής, ο οποίος τοιχοκολλάται και ανακοινώνεται όπως και ο αρχικός πίνακας και αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης της εισφοράς. 5.
Η εισφορά βεβαιώνεται βάσει αντικειμενικών αξιών και εισπράττεται υπέρ του οικείου δήμου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την είσπραξη των εσόδων των δήμων. Εισφορά μέχρι 500 ευρώ καταβάλλεται από τον υπόχρεο εφάπαξ μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ειδοποίηση του για τη σχετική βεβαίωση.
Εισφορά μεγαλύτερη από το ποσό αυτό καταβάλλεται σε οκτώ (8) το πολύ ίσες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες όμως καμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ποσό αυτό, πλην της τελευταίας (υπόλοιπο). Μετά το δικαστικό προσδιορισμό των προσωρινών τιμών μονάδας, ο δήμος αναπροσδιορίζει το ποσό της εισφοράς και προβαίνει σε συμπληρωματική βεβαίωση:
Σε συμπληρωματικές επίσης βεβαιώσεις προβαίνει ο δήμος και σε κάθε περίπτωση που διαπιστωθεί δικαστικά διαφορά προσώπων υπόχρεων. Για την καταβολή των συμπληρωματικά βεβαιούμενων εισφορών σε δόσεις εφαρμόζεται το πιο πάνω τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 6. Η εισφορά και το ποσό της κατά την παράγραφο 1 συμμετοχής του οικείου δήμου φέρεται στον προϋπολογισμό εσόδων του δήμου με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καταβολή των αποζημιώσεων απαλλοτρίωσης των κοινόχρηστων χώρων, για τους οποίους έγινε ο υπολογισμός και η βεβαίωση της εισφοράς.
Χρησιμοποίηση του προϊόντος είσπραξης της εισφοράς για άλλους σκοπούς συνιστά, εκτός των άλλων συνεπειών, και βαριά κατά τον Ποινικό Κώδικα παράβαση καθήκοντος για όλα τα όργανα του δήμου, αιρετά ή όχι, που συμπράττουν στην ανεπίτρεπτη χρησιμοποίηση. 7. Όταν αρχίσει η πραγματοποίηση εσόδων από την είσπραξη της εισφοράς ο δήμος ζητά από το αρμόδιο δικαστήριο, εφόσον απαιτείται, τον προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις προσωρινό προσδιορισμό της τιμής μονάδας και στη συνέχεια παρακαταθέτει σταδιακά και τμηματικά, ανάλογα με το διαθέσιμο προϊόν της εισφοράς, τις σχετικές αποζημιώσεις για τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων και τη διάνοιξη των κοινόχρηστων χώρων για τους οποίους προορίζεται η εισφορά. 8.
Στην περίπτωση που η εισφορά προσδιορίστηκε και βεβαιώθηκε για τμήμα μόνο της επιφανείας του κοινόχρηστου χώρου, σύμφωνα με το παρόν, επαναλαμβάνεται η διαδικασία για το υπόλοιπο τμήμα της επιφάνειας του μερικά ή ολικά. 9. α)Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 8 του παρόντος εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε σχέδια που εγκρίθηκαν με τις διατάξεις περί εισφορών των ιδιοκτησιών σε γη και χρήμα, για τα ακίνητα ή τα τμήματα των ακινήτων που είναι προς απαλλοτρίωση, μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και εφόσον τα ακίνητα αυτά δεν έχουν αποκατασταθεί.
β)Οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε απαλλοτριώσεις για τη δημιουργία ή τη διάνοιξη κοινόχρηστων χώρων, πλην οδών εξαιρουμένων των τμημάτων τους που συνέχονται με πλατείες και χώρους πρασίνου, που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του από 17.7/16.8.1923 νομοθετικού διατάγματος και του ν. 5269/1931 και δεν έχουν συντελεστεί ή εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις ή προσφυγές ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών.
Στις περιπτώσεις που οι δικαιούχοι αποζημίωσης είναι και υπόχρεοι αποζημίωσης/ειδικής εισφοράς, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Τυχόν καταβληθέντα ποσά λόγω αυταποζημίωσης δεν αναζητούνται...." Στην προκειμένη περίπτωση για την ταυτότητα της ένδικης απαλλοτρίωσης και περί του κατά πόσον αυτή υπάγεται ή όχι στο ρυθμιστικό πεδίο των προαναφερθεισών διατάξεων του ν.4067/2012 προκύπτουν τ'ακόλουθα με βάση τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης: "Για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Δήμου Βούλας Αττικής, για την πολεοδομική ενότητα αυτού "Π." που περιλαμβάνεται στο Ο.
Τ. ..., μεταξύ των οδών Κ., Κ., Μ. και Ρ., το οποίο εγκρίθηκε με τα από 25-10-74 και 10-7-79 Προεδρικά Διατάγματα και τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα ΦΕΚ 258Δ/74 και 393Δ/79 και ΦΕΚ 148 Α.Α.Π./8-4-09, αντίστοιχα, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Τ.
Υ. και Π (τμήμα τοπογραφικό) του Δήμου Βούλας. Η πράξη αυτή κυρώθηκε με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Αντινομάρχη Αν. Αττικής Χ. Δαμάσκου, και μεταγράφηκε νόμιμα στις 31-3-2011 στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βούλας. Με την εν λόγω πράξη, η οποία συνοδεύεται από το από 9-7-2009 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συναχθεί από την τοπογράφο μηχανικό Ν.
Δ. και θεωρηθεί αυθημερόν από τη Διευθύντρια Τεχνικών Υπηρεσιών και Πολεοδομίας του Δήμου, αναλογίζονται οι υποχρεώσεις αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας, στις παρόδιες ωφελούμενες ιδιοκτησίες, καθώς το Ο.Τ. ... χαρακτηρίσθηκε κοινόχρηστος χώρος πλατείας, ενώ απαλλοτριώνονται, για το σκοπό αυτόν, με υπόχρεο αποζημίωσης το Δήμο Βούλας, ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο οικοδομικό αυτό τετράγωνο.
Μεταξύ αυτών που απαλλοτριώνονται είναι η ιδιοκτησία (1) με στοιχεία (Δ-Α-Β-Γ-Δ) έκτασης 608,40 τ.μ., με πρόσοψη επί της οδού Ρ., συγκυριότητας των αιτουσών Σ., Κ., Ρ. και Κ. Χ., οι οποίες αναγνωρίστηκαν με την υπ'αριθμ. 139/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαιούχοι της αποζημίωσης". Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι πρόκειται για απαλλοτρίωση σε εφαρμογή ρυμοτομικού σχεδίου η διοικητική διαδικασία επιβολής της οποίας ολοκληρώθηκε το έτος 2009 όταν δημοσιεύθηκε η εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής για την τροποποίηση των Προεδρικών διαταγμάτων των ετών 1974 και 1979, με τα οποία εγκρίθηκε η εφαρμογή του σχεδίου πόλης του αναιρεσείοντος δήμου στο οικοδομικό τετράγωνο ....
Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ένδικη ρυμοτομική διαδικασία δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 32 και 33 του ν.4067/2012, διότι αφενός μεν δεν συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από την οριστικοποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου το έτος 2009, αφ'ετέρου δε γιατί στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεξαν περιστατικά της παρ.1 του άρθρου 32 του ν.4067/2012, που να έχουν σχέση με προηγηθείσα αυτοδίκαιη ανάκληση της επιβληθείσας απαλλοτρίωσης, ή σε συμμόρφωση δικαστικής απόφασης για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή δέσμευσης.
Δεν αναιρούνται δε τα προαναφερθέντα από τα όσα ορίζονται με τα εδ. α και β της παρ.9 του άρθρου 33 του ν.4067/2012, όπως παρατίθενται ανωτέρω, εφ'οσον η υποχρεωτική εφαρμογή τους σε απαλλοτριώσεις για τη δημιουργία ή διάνοιξη κοινοχρήστων χώρων δεν αυτονομείται από τη συνδρομή της βασικής προϋπόθεσης θεσπίσεως των αντίστοιχων ρυθμίσεων που καταλαμβάνουν κατά την παρ.1 των άρθρων 32 και 33 μόνο τις απαλλοτριώσεις λόγω ρυμοτομίας για τις οποίες δεν μεσολάβησε συντέλεση και με την προϋπόθεση ότι παρήλθε η προθεσμία των 10 ετών τουλάχιστον από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου.
Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις με την μη εφαρμογή τους, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση και τα όσα συναφώς, υποστηρίζει ο αναιρεσείων δήμος με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 13 παρ.1 έως 4 του ν.2882/2001 ο νόμος δεν καθιερώνει αποκλειστικά υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, επιτρέπει δε στο δικαστήριο να λάβει υπόψη κάθε πρόσφορο στοιχείο. Η κρίση του δικαστηρίου για το πρόσφορο ή μη του συγκριτικού στοιχείου ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 202/2012).
Περαιτέρω το δικαστήριο κατά τον καθορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης ακινήτου που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών ακινήτων κατά το κρίσιμο χρόνο, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του, αφού το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει τη κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντας (ΑΠ 600/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Δήμου Βούλας Αττικής, για την πολεοδομική ενότητα αυτού "Π.", που περιλαμβάνεται στο 0,Τ...., μεταξύ των οδών Κ., Κ., Μ. και Ρ., το οποίο εγκρίθηκε με τα από 25-10-1974 και 10-7-1979 προεδρικά διατάγματα και τροποποιήθηκε με την υπ'αριθ. ...
απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα ΦΕΚ 258 Δ/74 και 393 Δ/79 και ΦΕΚ 148 ΑΑΠ/ 8-4-2009, αντίστοιχα, εκδόθηκε η υπ'αριθ. ... πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Τ. Υ. και Π (τμήμα τοπογραφικό) του Δήμου Βούλας. Η πράξη αυτή κυρώθηκε με την υπ'αριθ. ... απόφαση του Αντινομάρχη Αν. Αττικής Χ.
Δαμάσκου, και μεταγράφηκε νόμιμα στις 31-3-2011 στον τόμο … με αριθ…. των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βούλας. Με την εν λόγω πράξη, η οποία συνοδεύεται από το από 9-7-2009 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συνταχθεί από την τοπογράφο μηχανικό Ν. Δ. και θεωρηθεί αυθημερόν από τη Διευθύντρια Τεχνικών Υπηρεσιών και Πολεοδομίας του Δήμου, αναλογίζονται οι υποχρεώσεις αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας, στις παρόδιες ωφελούμενες ιδιοκτησίες, καθώς το Ο.Τ. ...
χαρακτηρίστηκε κοινόχρηστος χώρος πλατείας, ενώ απαλλοτριώνονται, για το σκοπό αυτόν, με υπόχρεο αποζημίωσης το Δήμο Βούλας, ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο οικοδομικό αυτό τετράγωνο. Μεταξύ αυτών που απαλλοτριώνονται για τον παραπάνω σκοπό είναι η ιδιοκτησία με αριθ.(Ι) με στοιχεία (Δ-Α-Β-Γ-Δ), έκτασης 608,40 τ.μ., με πρόσοψη επί της οδού Ρ., συγκυριότητας των αιτουσών Σ., Κ., Ε.
και Κ. Χ., οι οποίες αναγνωρίστηκαν με την υπ' αριθ. 139/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαιούχοι της αποζημίωσης. Η περιοχή "Π.", στην οποία βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο, είναι μία μικρή σε έκταση περιοχή του Δήμου Βούλας και περικλείεται βόρεια από τη Λεωφόρο ..., δυτικά από την οδό ... (...) ήδη ..., που τη χωρίζει από την περιοχή "..." του Δήμου ..., ανατολικά προς την πλευρά της ...
από το κατάφυτο κτήμα ... και στη συνέχεια από λοφίσκο με δασική βλάστηση και νότια με λοφίσκο κατάφυτο επίσης (γνωστό ως λοφίσκο ...) προς την πλευρά της .... Είναι περιοχή αμιγούς κατοικίας, πλήρως διαμορφωμένη πολεοδομικά και οικιστικά, με αρτιότητα 1000 τ.μ. και κατά παρέκκλιση 400 τ.μ. για τα προϋφιστάμενα του 1979 οικόπεδα, συντελεστή δόμησης 0,60, ποσοστό κάλυψης 20-30% και μέχρι 200 μέτρα μέγιστη και σύστημα δόμησης πανταχόθεν ελεύθερο με υποχρεωτικές πρασιές.
Απέχει 300 μέτρα περίπου από τη Λ. ..., όπου βρίσκονται συνοικιακά εμπορικά καταστήματα όλων των ειδών (τροφίμων, φαρμακεία, καθαριστήρια κ.λ.π.), 250 μέτρα από την ... Λεωφόρο ..., 550 μέτρα περίπου από την ακτή του ... και 700 μέτρα περίπου από .... Σε απόσταση 1.600 μέτρων περίπου είναι το κέντρο του Δήμου, όπου είναι συγκεντρωμένη η εμπορική κίνηση, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες.
Επίσης σε μικρή απόσταση 100 μέτρων περίπου έχουν πρόσφατα οικοδομηθεί Δημοτικό Σχολείο και Νηπιαγωγείο. Οι οικοδομές που υπάρχουν στην περιοχή είναι πολυτελούς κατασκευής μονοκατοικίες και συγκροτήματα μεζονέτων, με μεγάλους κήπους, ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης και πισίνες. Η περιοχή διαθέτει όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και εξυπηρετείται από τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας που διέρχονται από τις παραπάνω λεωφόρους.
Όλοι οι εσωτερικοί οδοί είναι ασφαλτοστρωμένου και εξαιρετικά ήσυχοι, τα δε πεζοδρόμια είναι φροντισμένα και κατάφυτα με καλλωπιστικά φυτά και δένδρα. Πρόκειται για μια προνομιούχο ήσυχη περιοχή, ένα οικιστικό σύνολο που προσφέρει ιδανικό περιβάλλον, τόπους αναψυχής και περιπάτου στους υπερκείμενους κατάφυτους λοφίσκους καθώς και κοντά στη θάλασσα, αλλά συγχρόνως εξυπηρετείται πλήρως από συγκοινωνίες και καταστήματα τα βρίσκονται σε τόση απόσταση, ώστε να μην προκαλείται όχληση.
Με την υπ'αριθμ. 139/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί συνεκδικασθεισών αντιμωλία των διαδίκων αιτήσεων των Σ., Κ. και Ε., κύριας παρέμβασης της Κ. Χ. και ανταίτησης του Δήμου, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το ένδικο απαλλοτριούμενο ακίνητο στο ποσό των 1.800 ευρώ ανά τ.μ.
Οι διάδικοι αμφισβητούν την ορθότητα της τιμής αυτής και ζητούν να προσδιορισθεί η οριστική τιμή ο Δήμος στο ποσό των 1.400 ευρώ, ενώ οι αιτούσες στο ποσό των 2.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η αντικειμενική αξία του ανέρχεται σε 736,75 ευρώ το τ.μ. (χωρίς τον υπολογισμό του μειωτικού συντελεστή ειδικών συνθηκών 0,80), όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.
πρωτ. 282/25-2-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους σε σχέση με την αξία του επιδίκου οι διάδικοι προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία α)οι αιτούσες: τις υπ'αριθ.933/2008 και 95/2011 αποφάσεις του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες καθορίσθηκε προσωρινή τιμή για ακίνητα στην ίδια περιοχή και συγκεκριμένα με την πρώτη για ακίνητο στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με το επίδικο, όμορο αυτού, και με τη δεύτερη για εδαφική λωρίδα 47,90 τ.μ.
στο παρακείμενο Ο.Τ...., στο ποσό των 1700 και 1500 ευρώ το τ.μ., αντίστοιχα, με κρίσιμο χρόνο την 16-5-2008 και 10-12-2010, αντίστοιχα, από τις οποίες η πρώτη είναι απολύτως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθώς η καθορισθείσα με αυτήν τιμή έχει καταστεί οριστική λόγω μη άσκησης αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.4 του ΚΑΑΕ, όπως προκύπτει από το υπ'αριθ.243/2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Επίσης προσκομίζουν το υπ'αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Χριστίνας Δημητριάδου-Τζανή, με το οποίο μεταβιβάστηκε ακίνητο έκτασης 730 τ.μ. στην ευρύτερη περιοχή στη ζώνη Δ, υποδεέστερη σε αξία σε σχέση με τη ζώνη Γ που βρίσκεται το επίδικο στο Ο.Τ…. επί των οδών Κ. και Π. αντικειμενικής αξίας 460.504 ευρώ, με τίμημα 1.140.000 ευρώ (1.562 ευρώ το τ.μ.).
Επίσης προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία αγγελίες αναρτημένες στο διαδίκτυο σε διάφορους ιστότοπους με αγγελίες πωλήσεων το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2012 έως και Ιανουάριο 2013, για προσφερόμενα προς πώληση οικόπεδα στην ίδια περιοχή με τίμημα από 1.868 έως 3.226 ευρώ το τ.μ. Οι τιμές όμως αυτές δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, ενόψει του ότι δεν προκύπτουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των οικοπέδων, ούτε είναι ενδεικτικές της πραγματικής τρέχουσας αγοραίας αξίας των ακινήτων της επίδικης περιοχής, αφού δεν αποτελούν πράγματι συμφωνηθείσα τιμή αγοραπωλησίας, αλλά μονομερή απαίτηση του αντίστοιχου πωλητή, ούτε δε προκύπτει ότι έγινε πράγματι αγοραπωλησία με τίμημα τις παραπάνω τιμές.
β)ο Δήμος: τις υπ'αριθ.381/2006 και 547/2012 αποφάσεις του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες καθορίσθηκε προσωρινή τιμή για ακίνητα στην ίδια περιοχή και συγκεκριμένα στο Ο.Τ. ... με την πρώτη και στο Ο.Τ.... με τη δεύτερη, στο ποσό των 1.100 και 1.500 ευρώ το τ.μ., αντίστοιχα, με κρίσιμο χρόνο την 10-3-2006 και 8-4-2011, αντίστοιχα, οι οποίες όμως δεν είναι απολύτως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθώς δεν προκύπτει ότι η καθορισθείσα με αυτές τιμή έχει καταστεί οριστική.
Επίσης την υπ'αριθ.5381/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή για ακίνητα στην ίδια περιοχή στο Ο.Τ...., με αντικειμενική αξία 570,46 και 589,40 ευρώ το τ.μ., στο ποσό των 1.150 ευρώ με κρίσιμο χρόνο την 24-4-2007. Ως προς την προσκομιζόμενη επίσης υπ' αριθ.933/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχύουν όσα λέχθηκαν ανωτέρω.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, εκτιμώμενα βάσει της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, προκύπτει ότι η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος λόγω ρυμοτομίας ακινήτου, για το οποίο υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης ο αιτών-καθ'ου η αίτηση Δήμος Αθηναίων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι εκείνος της παρούσας συζήτησης (8-1-2013), δεδομένου ότι από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό αποζημίωσης ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, ήτοι από 1-4-2011, μέχρι την προκείμενη συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος (βλ.
άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρο 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ - ν. 2882/01), με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου της ρυμοτόμησης, κατά συνέπεια δε και η πλήρης οφειλομένη για την ίδια έκταση αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία ο δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ισάξιο ακίνητο (Ολ.Α.Π. 13 και 17/2000) ανέρχεται στο ποσό των 1.900 ευρώ ανά τ.μ.
Επομένως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν οι κρινόμενες αιτήσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Το Εφετείο με το να δεχθεί κατά ένα μέρος με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους των αντιθέτων αιτήσεων των αντιδίκων μερών και με το να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ρυμοτομηθέντος ακινήτου ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων στο ποσό των 1900€ το τ.μ.
ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος 13 παρ.1, 2 και 4, 17, 19 και 20 του ν.2882/2001 και του πρώτου πρόσθετο πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου λόγω ρυμοτομίας ακινήτου των αναιρεσιβλήτων πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών που προαναφέρθηκαν και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή των αντιθέτων αιτήσεων, όχι όμως και την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 33 παρ.1 του ν.4067/2012 που δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο και έβδομο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί ειδικότερα η κατάληξη του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα οριστική τιμή ύστερα από την δέουσα συνεκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών και συγκριτικών στοιχείων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ.559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. Εξ άλλου, οι ίδιοι τρίτος και όγδοος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.
ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάση ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος λόγω ρυμοτομίας ακινήτου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α)ότι η προσδιορισθείσα αξία υπερβαίνει δυσανάλογα τα 736,75 ευρώ της αντικειμενικής αξίας λόγω της γνωστής της οικονομικής κρίσης και της ραγδαίας αποκλιμάκωσης της κτηματαγοράς β)ότι η προσβαλλόμενη δεν προέβη στη δέουσα σύγκριση των προσκομισθέντων συγκριτικών στοιχείων και αγνόησε την αρτιότητά τους και τις πλευρικές τους διαστάσεις αλλά και τις οδούς που περικλείουν ξεχωριστά το απαλλοτριούμενο ακίνητο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ.561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (AΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ως προς τον προσδιορισμό οριστικά της τιμής μονάδας του απαλλοτριωθέντος παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ.1 του ν.2882/2001 με την μη υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "λόγω της γνωστής οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας δεν είναι νοητό η προσδιορισθείσα αξία των 1900 € ανά τ.μ.
να υπερβαίνει στο διπλάσιο και πλέον την αντικειμενική των 736,75 €. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 13 παρ.1 του ν. 2882/2001) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (A.Π.1055/2005). Εν όψει αυτών πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. (ΑΠ 780/2004).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 139/2001). Ειδικά, και καθόσον αφορά τις εξαιρέσεις που το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (αρ.562 παρ.2 β' Κ.Πολ.Δ.) και παραβιάστηκαν διατάξεις που αφορούν τη δημόσια τάξη, για να είναι παραδεκτός ο λόγος από το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός να έχουν προβληθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής τους (ΑΠ 1909/2006). Διατάξεις δε δημόσιας τάξης κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2γ' είναι εκείνες που έχουν θεσπισθεί για τη θεραπεία ανώτερου κοινωνικού σκοπού (Ολ.ΑΠ 15/2000).
Εξ άλλου η ακυρότητα, το απαράδεκτο και η έκπτωση από το δικαίωμα στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του αρθρ.559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να είχαν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (αρθ.562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης από τη διάταξη του άρθρου 160 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
γενικότερης αρχής, με την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από τον ίδιο το διάδικο που την επιχείρησε, ή στην περίπτωση που ίδια ενέργεια - πράξη ενεργήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο του διαδίκου (ΑΠ 1667/2006). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων: α)με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.1, 11, 14, 19 και 20 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ.
αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ.1 έως 6 του ν.2882/2001 όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 του αρθ.129 του ν.4070/2012 παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αίτηση των αναιρεσιβλήτων, εφ'οσον κατά τη συζήτηση της δεν είχε προσαχθεί η κατά την παρ.3 του αρθρ.15 του ν.2882/2001 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, ούτε η κατά την παρ.4 του ιδίου άρθρου βεβαίωση, επί πλέον δε διεπίστωσε ότι παρόμοια κρίση για τη τήρηση της προαναφερθείσας προδικασίας του άρθρου 15 του ν.2882/2001 είχε εκφέρει και το Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφαση προσωρινού καθαρισμού αποζημίωσης ώστε τελικά με τις πιο πάνω παραλείψεις απέφυγε να κηρύξει το καθιερούμενο από το νόμο απαράδεκτο, β)με τους έκτο και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αρ.10,11, 14 και 20, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι κατά τη συζήτηση στο Εφετείο ο τότε παραστάς πληρεξούσιος του Δήμου Πάτρας κατέθεσε την υπ'αριθ.... απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου αναφορικά με την πληρεξουσιότητα του Δήμου για την παράσταση και εκπροσώπησή του στη δίκη με την οποία παρασχέθηκε σ'αυτόν η πληρεξουσιότητα ύστερα από διαβεβαίωσή του προς το Δήμο ότι η προσωρινώς καθορισθείσα αποζημίωση στο ποσό των 1800€ ανά τ.μ.
είναι υπερβολική, ενόψει της αντικειμενικής αξίας, και κρίνεται αναγκαία η μείωσή της δεδομένης της ραγδαίας μείωσης της αξίας των ακινήτων από τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, ενώ δε το πνεύμα της απόφασης, της Οικονομικής Επιτροπής ήταν να επιδιωχθεί ο προσδιορισμός της αποζημίωσης στο ύψος της αντικειμενικής αξίας των 736,75€ ανά τ.μ.
ο ίδιος πληρεξούσιος κατ'υπέρβαση της πληρεξουσιότητας της οποίας το έγγραφο παραμόρφωσε το Εφετείο ζήτησε να προσδιορισθεί η αξία στο ποσό των 1400€ όπως είχε ζητηθεί και στο Πρωτοδικείο κατά τον προσωρινό προσδιορισμό, επί πλέον δε ο ίδιος πληρεξούσιος παρέλειψε να απευθύνει την αίτηση εναντίον όλων των παροδίων ιδιοκτητών της ίδιας περιοχής, επί πλέον δε καθ'υπέρβαση της ίδιας εντολής επικαλέστηκε την ανταίτηση του Δήμου στο Πρωτοδικείο με την οποία ζητήθηκε ο καθορισμός προσωρινής τιμής στο ποσό των 1400€ ανά τ.μ.
Δεν προκύπτει όμως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ιδιαίτερα από τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ότι παρόμοιους ισχυρισμούς ή τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προέβαλλε ο αναιρεσείων Δήμος στο Εφετείο Αθηνών κατά την συζήτηση της αίτησής του και της αντίθετης αίτησης των αναιρεσιβλήτων, ενώ παρόμοια προβολή δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου.
Επομένως και ενόψει του ότι απαραδέκτως προβάλλονται τα οποιαδήποτε περιστατικά που έχουν σχέση με ακυρότητες ή απαράδεκτα που προήλθαν υπαιτίως από της πλευράς του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης κρίνονται απαράδεκτοι, ειδικότερα δε ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε την προαναφερθείσα έγγραφη εντολή του αρμόδιου Οργάνου του αναιρεσείοντος την οποία ορθά ανέγνωσε, επί πλέον δε οι από τους αριθ.10 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι του ιδίου εβδόμου αναιρετικού λόγου κρίνονται αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του το έγγραφο της ίδιας απόφασης του αναιρεσείοντος για το περιεχόμενο της οποίας δεν ήταν αναγκαίο να διαταχθεί οποιαδήποτε απόδειξη περαιτέρω την οποία παρέλειψε να διατάξει.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δικ.) που κατέθεσαν και έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.703/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ