Supreme Court allows appeal on collective agreement applicability and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the second ground of the appeal while dismissing the first, finding the lower court erred in applying a specific collective agreement to the appellant's business. The appellant argued the collective agreement for the paper industry was inapplicable because their business involved paper trading rather than production, whereas the lower court had applied it to calculate termination compensation. The court ruled that the appellant's commercial activities excluded them from the collective agreement's scope, necessitating a retrial to correctly determine the applicable wage standards.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 2655/1953; Art. 3(1)(b), (d) and 11(1) of Law 1876/1990: A collective agreement applies only to enterprises falling within its specific industrial scope; if an enterprise's activities do not match the agreement's defined sector, the agreement is inapplicable and the lower court must apply the correct legal framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΠΑΚ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 17/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 5597 Β/ 10-5-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου της 28-2-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Ο τελευταίος, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 28-2-2012 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του με το π.δ. της 8/13-12-1928 κωδικοποιηθέντος ν. 2514/1928, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από το περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε, και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης και κατά την εκτέλεση της εργασίας γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για το χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλ' απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία, και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1478/2007, ΑΠ 1338/2002).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε: α) εθνικές γενικές, β) κλαδικές, γ) επιχειρησιακές, δ) εθνικές ομοιεπαγγελματικές και ε) τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι λοιπές (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές διαιτητικές αποφάσεις (άρθρο 16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ή διαιτητική απόφαση) η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με βάση τις δραστηριότητες τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ.
ΑΠ 3/2002, Ολ.ΑΠ 340/1981). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1β του ίδιου νόμου προκύπτει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ και ΔΑ περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Κατά την έννοια δε αυτής ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, συναφείς δε οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.
Συνάπτονται δε αυτές από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Από το συνδυασμό δε των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ δεν ισχύει και αν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική έναντι εργοδοτών που δεν υπάγονται στον επιχειρηματικό κλάδο των εργοδοτικών οργανώσεων που είχαν συμβληθεί (Ολ.ΑΠ 36/2005, ΑΠ 170/09).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988, 1218/2007). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή, επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων χάρτου και την παραγωγή χάρτινης συσκευασίας στις 21-2-2003 και εργάστηκε ως χειριστής της φλεξονροφικής μηχανής της επιχείρησης, μέχρι τις 18-5-2007, οπότε και απελύθη.
Η φλεξογραφία είναι μία σύγχρονη μέθοδος πολυχρωματικής εκτύπωσης πάνω σε εύκαμπτα υλικά εκτύπωσης. Η αρχή της μεθόδου είναι τελείως διαφορετική από τις γνωστές τεχνικές εκτύπωσης που χρησιμοποιούν τη μέθοδο της έγχυσης (injection). Είναι όμως ανάλογη των κλασικών εκτυπώσεων της παραδοσιακής τυπογραφίας.
Και τούτο γιατί και στην φλεξογραφία η εικόνα αποτυπώνεται ανάγλυφα πάνω στο υπό εκτύπωση υλικό είτε αυτό είναι πλαστικό είτε αυτό είναι χαρτί. Σύμφωνα με τη μέθοδο της φλεξογραφίας εκτυπώνεται με τη σειρά η μία μετά την άλλη οι μορφές και τα σχήματα που αντιστοιχούν σε κάθε χρώμα πάνω σε ένα εκτυλισσόμενο ρολό από εύκαμπτο υλικό (πλαστικό, χαρτί κλπ).
Η μηχανή αυτή τυπώνει σε μεγάλες ποσότητες ρολό, δημιουργώντας τη βάση για να γίνουν χαρτοσακκούλες και διάφορα άλλα είδη χάρτου που χρησιμοποιούνται σε ποικίλες εργασίες, κυρίως όμως σε εμπορικά κοταστήµατα για διάφορες χρήσεις. Η φλεξογραφική μηχανή τυπώνει σε ημερήσια, μηνιαία και ετήσια βάση πολύ μεγάλο αριθμό και ποσότητα ρολών και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της παραγωγικής λειτουργίας της εναγομένης, αφού ο πολύ μεγάλος αριθμός διαφόρων ειδών χάρτου (κυρίως χαρτοσακκούλες) που παραγγέλλοντo, για να δημιουργηθούν, έπρεπε πρώτα να τυπωθούν ως ρολό από την φλεξογραφική µηχανή.
Για την εκτέλεση λοιπόν των εργασιών αυτών απαιτείται εξειδικευµένη εµπειρία, λεπτοί χειρισµοί από την πλευρά του χειριστή και γνώση της λειτουργίας και δράσης των χρησιµοποιούµενων υλικών εκτύπωσης, αυτοσυγκέντρωση, ένταση της προσοχής και πρωτοβουλία για την εκτέλεση διορθωτικών παρεµβάσεων κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης του ρολό, καθώς και ιδιάζουσα ευθύνη για το παραγόµενο τελικό έργο.
Η εργασία του περιλαµβάνεται στην κατηγορία των γραφικών τεχνών και για τη διεκπεραίωση απαιτούνται ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις. Εποµένως η εργασία του ενάγοντος ήταν κατά κύριο λόγο µη σωµατική και συνεπάγεται την καταβολή πνευµατικής, προεχόντως, δραστηριότητας και ενέργειας και για το λόγο αυτό, φέρει το χαρακτήρα εργασίας υπαλλήλου, σύµφωνα µε το άρθρο 10 του Ν. 3514/1928, όπως ισχύει.
Στις ως άνω αναφερόµενες επί µέρους εργασίες του χειριστή, προέχει το πνευµατικό στοιχείο έναντι του σωµατικού και απαιτούνται για την εκτέλεσή τους τα στοιχεία της πρωτοβουλίας, θεωρητικής κατάρτισης, εξειδιασµένης εµπειρίας και ιδιαίτερης υπευθυνότητας, χωρίς εντολές και οδηγίες τρίτου προσώπου, στοιχεία τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα της εργασίας υπαλλήλου.
Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε προηγούµενη εµπειρία στο χειρισµό τέτοιου είδους µηχανής, δεν αναιρεί το γεγονός ότι εκπαιδεύτηκε στο χειρισµό της αµέσως µε την ανάληψη της εργασίας του και εργάστηκε σε αυτήν µέχρι την καταγγελία της σύµβασής του από την εναγοµένη. Περαιτέρω, συνεχίζει το Πρωτοδικείο, µε βάση τα προαναφερόµενα, στην προκειµένη περίπτωση έχουν εφαρµογή οι σ.σ.ε για τους όρους αµοιβής και εργασίας των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και µετεκτύπωσης µε επεξεργασία χαρτιού, πλαστικού και µετάλλου σε φύλλο ή ρολό, µε ίδια ή ξένα µέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας, οι οποίες έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, που εφαρµόζονται και στην επιχείρηση της εναγοµένης, αφού αυτή λόγω της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, θα µπορούσε να είναι µέλος των οργανώσεων που µετείχαν στη σύναψή τους.
Εποµένως µε βάση την από 15- 5-2007 κλαδική συλλογική σύµβαση εργασίας το βασικό ηµεροµίσθιο για τους χειριστές φλεξογραφικών µηχανών ανέρχεται στο ποσό των 45,98 ευρώ, το οποίο πρέπει να προσαυξηθεί κατά ποσοστό 10% για το επίδοµα γάµου (άρθρο 5 της ΣΣΕ), κατά ποσοστό 10% για επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας, (άρθρο 10 της ΣΣΕ) και κατά ποσοστό 5% για τη συµπλήρωση µίας τριετίας (άρθρο 4 της ΣΣΕ), ήτοι ανέρχεται σε 57,18 ευρώ, ο δε µηνιαίος µισθόc του ανέρχεται στο ποσό των 1429,5 ευρώ (57,18Χ25).
Εποµένως η οφειλόµενη αποζηµίωση απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των 5.003,25 ευρώ (1429,5Χ3Χ1/6), εκ των οποίων η εναγοµένη του κατέβαλε το ποσό των 794,5 ευρώ, οφείλει δε αυτή το υπόλοιπο εκ 4.208,75 ευρώ (5.003,25 - 794,5)". Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης (του Ειρηνοδικείου), η οποία αφού είχε κρίνει ομοίως, είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλλει σ'αυτόν το ποσό των 4.208,75 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 2655/1953, αφού με το να δεχθεί ότι η εργασία που προσέφερε ο αναιρεσίβλητος φέρει το χαρακτήρα της εργασίας υπαλλήλου και όχι εργάτη, προέβη σε ορθή υπαγωγή στο νόμο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και επομένως ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το ίδιο Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι "στην προκειµένη περίπτωση έχουν εφαρµογή οι σ.σ.ε για τους όρους αµοιβής και εργασίας των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και µετεκτύπωσης µε επεξεργασία χαρτιού, πλαστικού και µετάλλου σε φύλλο ή ρολό, µε ίδια ή ξένα µέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας, οι οποίες έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, που εφαρµόζονται και στην επιχείρηση της εναγοµένης, αφού αυτή λόγω της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, θα µπορούσε να είναι µέλος των οργανώσεων που µετείχαν στη σύναψή τους" και να υπολογίσει την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως με βάση την ως άνω ΣΣΕ, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 περ.
β' και δ' και 11 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, αφού η αναιρεσείουσα έχουσα ως αντικείμενο των εργασιών της την παραγωγή, επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων χάρτου και την παραγωγή χάρτινης συσκευασίας, δεν υπάγεται στην εκτυπωτική βιομηχανία και λόγω της επιχειρηµατικής της δραστηριότητας δεν θα µπορούσε να είναι µέλος των οργανώσεων που µετείχαν στη σύναψη αυτών των ΣΣΕ.
Ως εκ τούτου δεν ήταν εφαρμοστέα η άνω ΣΣΕ για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως του αναιρεσίβλητου, που προβλέπει αυξημένες αποδοχές των εργαζομένων σε σχέση με τους εργαζομένους που υπάγονται στην από 19-7-2006 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών-τριών χαρτοποιίας κ.λπ. όλης της χώρας" (Δ.Α. 40/2007), που ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 116/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ