Legislator Case Law & Legislation
1137/2012 AI generated

1137/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1137/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1137/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
indigence living expenses lack of financial resources economic hardship sufficient earning capacity suspension of unemployment benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Σαλέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουκνή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4337/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 809/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσβολή προσωπικότητας, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπάρχει, σε κάθε μειωτική επέμβαση της προσωπικότητας από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως της προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η εγκατάλειψη εγκύου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 359 του Π.Κ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 359 του Π.Κ., όποιος εγκαταλείπει σε απορία ή με άλλο τρόπο αβοήθητη γυναίκα που έμεινε από αυτόν έγκυος και που λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού της δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τα στοιχεία του εγκλήματος της εγκαταλείψεως εγκύου είναι, α) η εγκατάλειψη γυναίκας εγκύου, β) η εγκατάλειψη να έγινε από εκείνον που κατέστησε αυτή έγκυο, γ) η εγκατάλειψη της εγκύου σε απορία, ήτοι σε κατάσταση κατά την οποία αυτή στερείται των αναγκαίων μέσων για τη συντήρησή της, ή η εγκατάλειψη αυτής αβοήθητης, εφόσον έχει ανάγκη βοηθείας συνεπεία των από την κύηση ή τον τοκετό προκληθεισών δυσμενών ψυχικών και άλλων συνθηκών, δ) η αδυναμία της εγκύου, λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, να φροντίσει για τον εαυτό της, ώστε να πορισθεί τα αναγκαία για τη συντήρησή της μέσα ή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργείται γι` αυτήν από τις ως άνω δυσμενείς συνθήκες, ε) η πραγματική δυνατότητα του υπαιτίου να παράσχει σ` αυτή την αναγκαία υλική ή άλλη μη περιουσιακή βοήθεια και στ) ο δόλος του υπαιτίου, έστω και ενδεχόμενος, που ενέχει τη θέληση αυτού να εγκαταλείψει την ευρισκόμενη σε τέτοια ανάγκη έγκυο αβοήθητη.

Τη συνδρομή των στοιχείων αυτών πρέπει να ερευνά και διαλαμβάνει το δικαστήριο της ουσίας στην απόφασή του, παραθέτοντας την απαιτούμενη αιτιολογία. Η αναγνώριση της πατρότητος του τέκνου από τον εξώγαμο πατέρα δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα από το έτος 2000 συνδέθηκε ερωτικά με τον εναγόμενο, η δε ερωτική τους σχέση τους οδήγησε στις 22 Ιουλίου 2006 στη σύναψη μνηστείας και στη μετέπειτα συμφωνία περί τελέσεως γάμου στις 14 Ιανουαρίου 2007.

Από τη μεταξύ των διαδίκων σαρκική επαφή η ενάγουσα κατέστη έγκυος, γεγονός που πληροφορήθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2006 και το ανακοίνωσε αμέσως στον εναγόμενο που αντιμετώπισε την είδηση με χαρά ενόψει και του ήδη προγραμματισμένου και επικείμενου την 14-1-2007 γάμου τους. Ωστόσο, ο εναγόμενος, παραμονές του γάμου του με την ενάγουσα και ενώ η ίδια τελούσε ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης διέλυσε την 29-12-2006 τη μνηστεία τους, χωρίς σπουδαίο λόγο και την εγκατέλειψε έγκυο.

Έκτοτε, ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της, ούτε και ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη της εγκυμοσύνης της, ενώ παρά τις επανειλημμένες απόπειρες προσέγγισής του, στις οποίες προέβη η ενάγουσα με σκοπό να τον μεταπείσει και να τελέσουν τελικά τον επικείμενο γάμο τους, χάριν και της ελεύσεως του κοινού τους τέκνου, ο εναγόμενος ήταν ανένδοτος ενώ ο ίδιος απέφευγε συστηματικά να την συναντήσει.

Η ενάγουσα στις 7 Ιουνίου του έτους 2007 γέννησε στο Μαρούσι θήλυ τέκνο που βαπτίσθηκε ήδη με το όνομα Ε., ο δε εναγόμενος μόλις πέντε μήνες από τη γέννηση του τέκνου τους και αφού αξίωσε από την ενάγουσα τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων για τη διακρίβωση της πατρότητας του τέκνου με τη μέθοδο του ελέγχου του γενετικού υλικού, οι οποίες απέδειξαν ότι ο ίδιος ήταν πράγματι πατέρας αυτού, το αναγνώρισε εκουσίως δια της υπ' αριθ. .../8-11-2007 Πράξεως Εκούσιας Αναγνώρισης Εξωγάμου Τέκνου της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Σταύρου-Ρεσβάνη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1976, δεν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στο όνομά της, πριν δε από την εγκυμοσύνη της εργαζόταν, κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως και τον Οκτώβριο κάθε έτους, με πλήρες ωράριο, ως εποχιακή υπάλληλος και, ειδικότερα, ως ξενοδοχοϋπάλληλος, σε ξενοδοχείο Α' κατηγορίας στις Σπέτσες, όπου κατοικεί μόνιμα, από την εργασία της δε αυτή αποκόμιζε καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.100 ευρώ περίπου, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας.

Συνεπεία δε της εποχιακής φύσεως του ως άνω επαγγέλματος της ενάγουσας και του τόπου κατοικίας της (Σπέτσες), κατά τους λοιπούς μήνες δεν εργαζόταν και ελάμβανε επίδομα από τον ΟΑΕΔ, ύψους 330 ευρώ περίπου, μηνιαίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο εναγόμενος εγκατέλειψε την ενάγουσα έγκυο, ήτοι από 29-12-2006 έως και την 14-3-2007 η τελευταία δεν εργαζόταν και επιδοτήθηκε για το χρονικό αυτό διάστημα από τον ΟΑΕΔ με το μηνιαίο ποσό των 329,25 ευρώ.

Λόγω δε της εγκυμοσύνης της η ενάγουσα μετά την 14-3-2007 και έως την 7-6-2007 δεν μπόρεσε να εργασθεί ενώ επίσης δεν μπόρεσε να εργασθεί και από τον τοκετό και έως τουλάχιστον τα μέσα Ιουλίου 2007, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα ημερών μετά τον τοκετό του τέκνου των διαδίκων. Ο εναγόμενος γνώριζε την εγκυμοσύνη της ενάγουσας από τους πρώτους μήνες της, αφού η ίδια το ανακοίνωσε σε αυτόν, όταν διαπίστωσε το γεγονός, ενώ επίσης γνώριζε ότι η εγκυμοσύνη αυτή προερχόταν από την σαρκική του με την ενάγουσα συνάφεια.

Επίσης ο εναγόμενος γνώριζε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 29-12-2006 έως 14-3-2007 η ενάγουσα ελάμβανε μόνο το επίδομα από τον ΟΑΕΔ ύψους 330 ευρώ μηνιαίως περίπου, καθώς και ότι, ειδικά, από 15-4-2007 έως 16-7-2007 αδυνατούσε πλήρως να εργασθεί με αποτέλεσμα, για το ως άνω χρονικό διάστημα να βρίσκεται σε απορία και να έχει οικονομική ανάγκη για τη συντήρησή της, λόγω της αδυναμίας της, από την εγκυμοσύνη και τον επακολουθήσαντα τοκετό, να εργασθεί και να φροντίσει για τον εαυτό της.

Σημειώνεται δε ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν σε κατάσταση πλήρους απορίας και οικονομικής εξαθλίωσης καθόσον κατά τη διάρκεια της μνηστείας τους είχε αξιώσει από την τελευταία να εξοπλίσει αποκλειστικά με δικά της χρήματα, την οικία ιδιοκτησίας του, στην οποία επρόκειτο να διαμείνουν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει εξαντλήσει όλες τις οικονομίες της ετών από την εργασία της, καταβάλλοντας για τον εξοπλισμό της οικίας του εναγομένου με όλα τα απαραίτητα είδη επιπλώσεως, ηλεκτρικών συσκευών και αναγκαίας οικοσκευής, το συνολικό ποσό των 17.415 ευρώ, γεγονός που τελούσε σε πλήρη γνώση του εναγομένου.

Εξάλλου, η ενάγουσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που αδυνατούσε να εργαστεί εξαιτίας της εγκυμοσύνης της και του τοκετού στερήθηκε των αναγκαίων μέσων για τη συντήρησή της, αφού ούτε μπορούσε να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της, ούτε και είχε την οικονομική βοήθεια και συμπαράσταση άλλων, δεδομένου ότι ο πατέρας της είναι χαμηλοσυνταξιούχος ναυτικός και η μητέρα της δεν εργάζεται και, συνεπώς και αυτοί αδυνατούσαν να συνδράμουν την ενάγουσα, αφού με δυσκολία αντιμετωπίζουν και τις δικές τους βιοποριστικές δαπάνες.

Επίσης, ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε ανάγκη της ηθικής συμπαράστασής του προς αντιμετώπιση των ηθικών και κοινωνικών προβλημάτων που της δημιούργησε η εξώγαμη εγκυμοσύνη στην μικρή κοινωνία των Σπετσών, όπου διέμενε, καθόσον αυτή βρέθηκε συχνά σε δύσκολη θέση να αντιμετωπίζει τα δυσμενή σχόλια του στενού κοινωνικού περιβάλλοντός της.

Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, ο οποίος έχει γεννηθεί το έτος 1979 και, ο οποίος κατά το ως άνω κρίσιμο διάστημα εργαζόταν αλλά και εξακολουθεί να εργάζεται ως εργολάβος οικοδομών, απασχολώντας εργατικό προσωπικό αποτελούμενο από τρία (3) περίπου άτομα, διαθέτοντας μηχανήματα (κομπρεσέρ, μπετονιέρα, κρουστικό μηχάνημα για εκσκαφές), αποθήκη με εργαλεία και Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο για τη μεταφορά οικοδομικών υλικών και αποκομίζοντας από την εργασία του τουλάχιστον το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, καίτοι είχε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα την οικονομική δυνατότητα, κατά τα ανωτέρω, δε παρέσχε στην ενάγουσα οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια, ούτε συμπαραστάθηκε σε αυτή ψυχολογικά, συναισθηματικά και ηθικά, αν και μπορούσε, αλλά την εγκατέλειψε κυριολεκτικά στην τύχη της.

Επομένως, ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της εγκαταλείψεως εγκύου για το οποίο άλλωστε έχει ασκηθεί και ποινική δίωξη εναντίον του. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου η ενάγουσα ένοιωσε μεγάλη θλίψη, στεναχώρια και φόβο για τον ενδεχόμενο κίνδυνο που της προκάλεσε, η εγκατάλειψή της από τον εναγόμενο σε μία περίοδο που αδυνατούσε να μεριμνήσει για τον εαυτό της, δηλαδή υπέστη ηθική βλάβη, ενώ προσεβλήθη η προσωπικότητά της λόγω της δυσμενούς αντιμετωπίσεώς της από τον εναγόμενο, αλλά και του γεγονότος ότι, ως καταθέτει η μάρτυρας αποδείξεως, μειώθηκε η εκτίμηση την οποία έχαιρε από τη μικρή κοινωνία των Σπετσών και υποβιβάσθηκε η εκτίμηση αυτή από το γεγονός ότι κατέστη έγκυος από εξώγαμη ερωτική σχέση και εν τέλει γέννησε τέκνο δίχως να βρίσκεται σε γάμο με τον φυσικό πατέρα και ακόμη, δίχως να είναι σε θέση να το αναθρέψει.

Η προσβολή αυτή της προσωπικότητάς της είναι παράνομη, όπως προειπώθηκε. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να επιδικασθεί στη ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει της έκτασης της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, του τρόπου που έλαβε χώρα η προσβολή, της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλος), της έλλειψης οικείου πταίσματος εκ μέρους της ενάγουσας, καθώς και όλων γενικά των συνθηκών, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος-εκκαλών με τους λόγους της έφεσής του ισχυρίζεται, ότι αποκλειστικά υπαίτια της μη τέλεσης του μεταξύ τους γάμου ήταν η εφεσίβλητη, η οποία απαιτούσε την διακοπή των σχέσεων τούτου με τους γονείς του και την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τον νεφροπαθή πατέρα του, καθώς και ότι η ίδια κατά το χρόνο ακόμη που κυοφορούσε το τέκνο τους έφυγε από το νησί των Σπετσών με αποτέλεσμα να μην μπορεί να την βρει ώστε να της προσφέρει την απαραίτητη οικονομική ή ηθική βοήθεια.

Προς απόδειξη όμως των ισχυρισμών αυτών δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο και για το λόγο τούτο οι ανωτέρω ισχυρισμοί του πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Σημειώνεται δε εδώ, ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και η διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς δεν εξαρτάται από την έκβαση της ποινικής δίκης που είχε ανοιχθεί μεταξύ των διαδίκων από την ίδια αιτία με αποτέλεσμα το αίτημα του εκκαλούντα για την αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, και αφού προηγουμένως εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δικάσει ερήμην του εναγομένου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος), είχε όμως προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 528 ΚΠολΔ), έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) νομιμοτόκως, το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από την παραπάνω αιτία, στην οποία είχε στηρίξει την αγωγή της.

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 359 του Π.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Συγκεκριμένα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι εναγόμενος ετέλεσε εις βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της εγκατάλειψης εγκύου (άρθρο 359 Π.Κ.), που είχε ως επακόλουθο την προσβολή της προσωπικότητάς της, ως προς τις εκφάνσεις αυτής που αναφέρονται στη μείωση της τιμής και της υπόληψης της, καθώς και εκείνες που διετάραξαν την οικονομική της υπόσταση, αφού λόγω της εγκυμοσύνης της, ενόψει του ότι τελούσε σε απορία, δεν είχε την δυνατότητα να συντηρήσει τον εαυτό της.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει οι αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-04-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 809/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ