1137/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1137/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1137/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Γ. Π., το γένος Α. Τ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Αναστάσιος Γκούσκος εμφανίστηκε και δήλωσε, ότι η αναιρεσίβλητη (Μ. Π.) απεβίωσε στις 31-5-2010 και κληρονομήθηκε από τον υιό της Φ. Π. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω (Αναστάσιο Γκούσκο) πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 20-12-2001 ανταγωγή της αρχικής διαδίκου Μ. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιο Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος τους). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... τόμο 17 έτους 2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών η αναιρεσίβλητη Μ. χήρα Γ. Π., απεβίωσε στις 31.5.2010 ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, - που κατατέθηκε όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 22.6.2009. Ο εκ διαθήκης κληρονόμος της Φ. Γ. Π. (βλ. την από 1.8.2009 ιδιόγραφη διαθήκη της αναιρεσείουσας) με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου του και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Επειδή κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1.9.1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ. 1 βιβλίου, που αφορά ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Εξάλλου, κατ' άρθρο 61 παρ. 1 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν αντιστοίχως την νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και των διαδοχικών αυτού μεταβολών, κατά δε το άρθρο 41 αυτού, αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη, επί τη βάσει των δεδομένων της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε, της εγέρσεως και καταχωρήσεως της αγωγής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν, της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30.12.1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 974, 976-979 και 1045), κατά τις οποίες αυτός που αποκτά τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) με διάνοια κυρίου και ασκεί αυτή για ορισμένο χρόνο χρησιδεσπόζει σε αυτό, δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή ή συμπλήρωση του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως.
Από το κείμενο της διατάξεως είναι φανερό ότι η δεκαπενταετής νομή πρέπει να είναι μεταγενέστερη της εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο στο όνομα του δικαιούχου (κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία), ενώ εξ άλλου το στοιχείο τούτο πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Εκ παραλλήλου όμως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου, η εγγραφή στο οποίο, τόσο η αρχική (θεμελιώδης), όσο και οι μεταγενέστερες, δημιουργεί τεκμήριο έναντι όλων ότι ο τρίτος που έχει συναλλαγεί καλοπίστως και με επαχθή αιτία, απέκτησε πράγματι το βάσει των δεδομένων της προϋπάρχουσας εγγραφής φερόμενο στο κτηματολογικό βιβλίο ως αποκτηθέν δικαίωμα.
Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δυο στοιχεία: α)η φυσική εξουσία του πράγματος (CORPUS), την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και β)η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας (ANIMUS DOMINIΙ), η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (OPINIO DOMINIΙ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτους δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το πρώτο επίδικο ακίνητο είναι μια παλαιά λιθόκτιστη οικία αποτελούμενη από τρία δωμάτια; αφοδευτήριο, φρέαρ και αυλή εκτάσεως εβδομήντα πέντε τετραγωνικών μέτρων στην περιοχή Κρητικά Ρόδου με κτηματολογικά στοιχεία τόμος οικοδομών Ρόδου …, φύλλο 128, μερίδα 412, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη μούλκ.
Το δεύτερο ακίνητο είναι ένας αγρός χιλίων ενενήντα τετραγωνικών μέτρων στην ίδια περιοχή με κτηματολογικό στοιχεία τόμος γαιών Ρόδου …, φύλλο 9, μερίδα 822, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη μούλκ. Τα παραπάνω ακίνητα είναι συνεχόμενα. Κύριος τους κατά θεμελιώδη καταγραφή ήταν ο Ρ. Σ. του Τ., ο οποίος απεβίωσε στη Ρόδο το έτος 1939 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ν., κατά ποσοστό 3/24, εξ αδιαιρέτου, από το γιο του Α.
κατά ποσοστό 14/24 εξ αδιαιρέτου και από τη θυγατέρα του Χ. κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου. Κατά το έτος 1970 οι δυο τελευταίοι κληρονόμοι ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της 171/1970 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίστηκε το παραπάνω δικαίωμα τους στην κληρονομιά του αρχικού τιτλούχου και μεταγράφτηκε στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου.
Στη συνέχεια ο Α. Σ. δυνάμει του .../1970 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακαλλάριου Μαΐλη, νόμιμα μεταγραφέντος μεταβίβασε το παραπάνω ποσοστό του στα προαναφερόμενα ακίνητα στην εναγομένη. Το έτος 1973 απεβίωσε η Χ. Σ. και δυνάμει της 457/1975 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στα παραπάνω ακίνητα (7/24) το κληρονόμησε η Σ.
Π., πεθερά του ενάγοντος. Η παραπάνω απόφαση μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία με αριθμούς 1496/1976 και 1495/1976 αντίστοιχα. Η Σ. Π. κατοικούσε στο πρώτο ακίνητο μέχρι το θάνατο της το έτος 1985. Το έτος 1979 εκδόθηκε στο όνομα της η .../1979 άδεια για την ανέγερση προσθήκης δεκατεσσάρων τετραγωνικών μέτρων στην οικία. Το έτος 1979 ζήτησε και πέτυχε την υδροδότηση της οικίας και το έτος 1980 την ηλεκτροδότηση της οικίας.
Το έτος 1979 ο ενάγων και σύζυγος της θυγατέρας της Χ. Π. εγκαταστάθηκε στο δεύτερο ακίνητο, επιδιόρθωσε το παλαιό κτίσμα έκτισε δυο καινούργια δωμάτια τα οποία μετέτρεψε σε οικία και από τότε διαμένει σε αυτή με την οικογένεια του, φύτευσε δένδρα στον ακάλυπτο χώρο και συλλέγει τους καρπούς τους. Μετά το θάνατο της πεθεράς του το έτος 1985 εγκαταστάθηκε και στο πρώτο ακίνητο και χρησιμοποιεί την παλαιά οικία ως αποθήκη.
Από τις παραπάνω χρονολογίες κατέχει και συνεχίζει να κατέχει τα επίδικα και να τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, γνώριζε όμως ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας της εναγομένης και συνέχισε να τα νέμεται χωρίς όμως τη διάνοια κυρίου. Το στοιχείο αυτό της διάνοιας δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Ο ισχυρισμός του ότι προέβη στην κατασκευή των προαναφερόμενων κτισμάτων που ενισχύει τα επιχειρήματά του ότι ασκούσε σε αυτά τις πράξεις νομής με διάνοια κυρίου δεν ενισχύουν αυτόν, αφού αυτή έγινε για να καταστούν τα επίδικα περισσότερα λειτουργικά για τις ανάγκες της χρήσης τους. Η Σ. Π. το έτος 1979 άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 27-10-1979 αγωγή της με εναγόμενους τους: 1) Α.
Σ. του Α., 2) Χ. χήρα Α. Σ. και 3) την εναγομένη Μ. Π. με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή κατά ποσοστά 14/24 ως προς την εναγομένη Μ. Π. και των 2/24 ως προς τους λοιπούς. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η 220/1982 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την εναγομένη Μ.
Π. δεχόμενο ότι έγινε συγκυρία των ποσοστών της δυνάμει του πωλητηρίου συμβολαίου και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους άλλους δυο εναγομένους. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση τόσο από την Σ. Π. όσο και από τους δυο εναγομένους. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 116/1988 απόφαση του Εφετείου τούτου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς την Μ.
Π. και έγινε δεκτή ως προς τους άλλους δυο εναγομένους. Σημειωτέον ότι μετά το θάνατο της εκκαλούσας τη δίκη συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτής μεταξύ των οποίων και η σύζυγος του ενάγοντος. Στη συνέχεια οι κληρονόμοι της εκκαλούσας άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου και μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και έκδοση δυο αποφάσεων με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσειόντων, εκκρεμεί η εκδίκασή της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ουδέποτε έπαψε να ενδιαφέρεται για την τύχη των επίδικων ακινήτων. Μάλιστα ενεπλάκη σε πολύχρονο δικαστικό αγώνα αρχικά με την πεθερά του ενάγοντος και στη συνέχεια με τους κληρονόμους της μεταξύ των οποίων και η σύζυγος του ενάγοντος και μάρτυράς του. Μάλιστα όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας γιος της εναγομένης πολλές φορές έγιναν συζητήσεις μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων για την εξαγορά του ποσοστού της εναγομένης από τους κληρονόμους της όμως δεν συμφωνούσαν στο τίμημα.
Ο ενάγων γνώριζε τη δικαστική αυτή διεκδίκηση των επιδίκων. Παρά ταύτα κατείχε και νεμόταν τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας στα επίδικα από τα παραπάνω χρονικά διαστήματα μέχρι και την άσκηση της αγωγής όχι όμως με διάνοια κυρίου και κατά συνέπεια η βάση της αγωγής για κτητική παραγραφή είναι αβάσιμη στην ουσίας της.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού, για το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από τον αναιρεσείοντα με τον πρωτότυπο τρόπο της χρησικτησίας, της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων τις πράξεις φυσικής εξουσίασης δεν ασκούσε με διάνοια κυρίου.
Έτσι, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των άρθρων 63, 41 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και του άρθρου 974 ΑΚ, τις οποίες και δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως και οι δυο λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, διότι το Εφετείο αφενός μεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1046 του Α.Κ.
και 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, με το να δεχθεί, ότι το στοιχείο της διάνοιας κυρίου δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων το έτος 1979 εγκαταστάθηκε στο δεύτερο ακίνητο, επιδιόρθωσε το παλαιό κτίσμα, έκτισε δύο καινούργια δωμάτια τα οποία μετέτρεψε σε οικία και από τότε διαμένει σε αυτή με την οικογένειά του, φύτευσε δένδρα στον ακάλυπτο χώρο και συλλέγει τους καρπούς τους, ότι μετά το θάνατο της πεθεράς του το έτος 1985 εγκαταστάθηκε και στο πρώτο ακίνητο και χρησιμοποιεί την παλαιά οικία ως αποθήκη, ότι από τις παραπάνω χρονολογίες κατέχει και συνεχίζει να κατέχει τα επίδικα και να τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες τις δικές του και της οικογένειάς του και ότι κατείχε και νεμόταν τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας στα επίδικα από τα παραπάνω χρονικά διαστήματα μέχρι και την άσκηση της αγωγής του.
Και με το να δεχθεί επίσης ότι "αποκλείει την διάνοια κυρίου, προς ύπαρξη νομής για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία, η γνώση της δικαστικής διεκδίκησης των επίδικων ποσοστών από την πεθερά του και τους κληρονόμους της (με αγωγή της - απορριφθείσα τελεσιδίκως - περί συμπληρώσεως στο πρόσωπό της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής σε προγενέστερο της αγωγής του χρονικό διάστημα) και η γνώση ότι τα επίδικα ποσοστά ήταν ιδιοκτησίας της (εναγομένης) με το να δεχτεί, δηλαδή, ότι δεν αρκεί η πρόθεση εξουσίασης τους όπως αρμόζει σε κύριο, αλλά απαιτείται επιπλέον αυτή να κατευθύνεται στην έννομη απόκτηση δικαιώματος και να συνοδεύεται από πεποίθηση κυρίου".
Αφετέρου δε περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που συνιστά τη βάση της αγωγής του αναιρεσείοντα της απόκτησης, δηλαδή, κυριότητας στα επίδικα ποσοστά, με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής σε αυτά επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας, αφού, οι προαναφερθείσες παραδοχές του, ότι το έτος 1979 εγκαταστάθηκε στο δεύτερο ακίνητο, επιδιόρθωσε το παλαιό κτίσμα, έκτισε δύο καινούργια δωμάτια τα οποία μετέτρεψε σε οικία και από τότε διαμένει σε αυτή με την οικογένειά του, φύτευσε δένδρα στον ακάλυπτο χώρο και συλλέγει τους καρπούς τους, ότι μετά το θάνατο της πεθεράς του το έτος 1985 εγκαταστάθηκε και στο πρώτο ακίνητο και χρησιμοποιεί την παλαιά οικία ως αποθήκη, ότι από τις παραπάνω χρονολογίες κατέχει και συνεχίζει να κατέχει τα επίδικα και να τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες τις δικές του και της οικογένειάς του και ότι κατείχε και νέμονταν τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας στα επίδικα από τα παραπάνω χρονικά διαστήματα μέχρι και την άσκηση της αγωγής του, οι οποίες σημαίνουν την ύπαρξη διάνοιας κυρίου σ' αυτόν, έρχονται σε αντίφαση προς την περαιτέρω παραδοχή του "όχι όμως με διάνοια κυρίου", με την παραδοχή, δηλαδή, ότι δεν είχε διάνοια κυρίου ενώ κατείχε τα παραπάνω ποσοστά, έτσι δε δεν μπορεί να ελεγχθεί, εάν ορθώς ή όχι το Εφετείο εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1046 του Α.Κ.
και 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση του Α. Γ., για αναίρεση της 43/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του και ήδη αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ