Legislator Case Law & Legislation
1137/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court decision due to contradictory factual findings and insufficient reasoning.

Case Number 1137/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court relied on contradictory assumptions about when exclusive possession began and provided unclear reasoning on how title was acquired. The Court found these flaws violated the principle of substantive law and ordered the case remitted to a new panel of the same appellate court for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 4, 10, 12, 16, 20, 70 of the 1939 Code of Law on the Restoration of Property Rights to Refugees; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court decision is based on contradictory assumptions or lacks sufficient reasoning regarding the substantive facts.

Keywords

AI generated
contradictory assumptions insufficient reasoning property ownership appellate review remittal for retrial substantive law civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 2, 4, 10, 12, 16, 20 and 70 of the 1939 Code of Law on the Restoration of Property Rights to Refugees
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 18/1944
Article 1(3) of Decree 1073/1946
Law 124/1926

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1137 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1137/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...του Δ1 κατοίκου ... και 2. ..., το γένος Δ1, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Αγγελακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... της Μ1 κατά το διαβατήριό του, ή ...της Μ1, κατοίκου .... προσωρινά διαμένοντος στην ..., 2. ... της Μ1 κατά ΔΑΤ, ή ...της Μ1 κατοίκου ..., 3...., 4. ... και 5. Ν1 της Μ1 κατά ΔΑΤ ή ...της Μ1, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Θεμελιόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30736/1997 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκη λόγω αρμοδιότητας, 24082/1998 μη οριστική, 5198/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 791/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 791/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 2, 4, 10, 12, 16, 20 και 70 του από 15/28-7-1939 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", συνάγεται ότι, μετά παρέλευση έτους από την πληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος ακινήτου που διατέθηκε προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγα, ο υπέρ ου η διάθεση αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας ασχέτως της εκδόσεως παραχωρητηρίου και της μεταγραφής αυτού, η δε οφειλή του για το τίμημα ακινήτου που παραχωρήθηκε προ της 11-11-1944 λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι εξοφλήθηκε κατά την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 του ν. 18/1944 και 1§ 3 του α.

ν. 1073/1946. Επομένως, μετά παρέλευση έτους από της κατά τα άνω πλασματικής εξόφλησης του τιμήματος, το ακίνητο που παραχωρήθηκε καθίσταται δεκτικό χρησικτησίας, αφού το Δημόσιο, του οποίου τα ακίνητα από 12-9-1913 και εφεξής είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ν. ΒΧΗ/1912, ν. δ. 12.4/16.5.1926 ΑΜ. 1534/1938), παύει να έχει έκτοτε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου.

Εξάλλου, τόσο από τις διατάξεις του ν. 3 κωδ. 734, ν. 42 πανδ. 41, 2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3, ν. 8 παρ. 1 πανδ. 7.39, ν. 9 παρ. 1, 3α (50.14) του προϊσχύσαντος βυζαντορωμαϊκού δικαίου, όσο και από τα άρθρα 785,787,974, 980, 981, 982,994,1041,1045 Α.Κ. προκύπτει ότι, ο συγκοινωνός λογίζεται πως νέμεται το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών, κατά των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής το κοινό πράγμα αποκλειστικώς, ως κύριος, στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποίησης.

Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη της κοινωνίας κατά τον χρόνο έναρξης της αποκλειστικής νομής από μέρους εκείνου που προβάλλει την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή όταν κατά την ίδρυση της κοινωνίας, έχει ήδη αρχίσει και εξακολουθεί υφισταμένη η νομή χρησικτησίας, αφού ο αρχικός νομέας έχει ήδη απολέσει την νομή ενώ ως προς τον χρησιδεσπόζοντα η ίδρυση της κοινωνίας στο δικαίωμα της κυριότητος δεν επιφέρει αυτοδικαίως απώλεια της νομής.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων: Με την 1258/1934 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Μακεδονίας, παραχωρήθηκε στον παππού των διαδίκων, Π1, προς αστική του αποκατάσταση, ως πρόσφυγα, το περιγραφόμενο οικόπεδο, κείμενο στο προσφυγικό συνοικισμό ...,, εμβαδού 152,36 τ.

μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό οικία. Στο ακίνητο αυτό εγκαταστάθηκε ο αρχικός κληρούχος με την σύζυγό του, που απεβίωσε τον ίδιο χρόνο, και τα πέντε τέκνα τους, Δ1, ..., Μ1, ... και Θ1, που απεβίωσε στις 17-1-1937. Το έτος 1938 αποχώρησαν από την πατρική οικία τα υπόλοιπα τέκνα του Π1 εκτός από την μητέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων, Μ1 , που είχε αποκτήσει το πρώτο της τέκνο, τον Θ1, στη συνέχεια δε διέμεναν εκεί και ο πατέρας των ήδη αναιρεσιβλήτων Τ1 καθώς και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι-τέκνα τους, που γεννήθηκαν εκεί.

Μετά τον θάνατο της μητέρας τους Μ1, το έτος 1978, ο πέμπτος των ήδη αναιρεσιβλήτων Ν1, χρησιμοποίησε το ακίνητο ως κατοικία του, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των αδελφών του, μέχρι το έτος 1996, οπότε συμφώνησαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι και έδωσαν το ακίνητο για οικοδόμηση, με το σύστημα της αντιπαροχής, και ήδη έχουν λάβει από ένα διαμέρισμα ο καθένας.

Σε αυτούς περιήλθε το επίδικο ακίνητο από κληρονομία της μητέρας τους, Μ1, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμόταν και το κατείχε αποκλειστικά, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, ήτοι κατοικούσε με την οικογένειά της, στην υπάρχουσα σ' αυτό οικία, το συντηρούσε και το επέβλεπε με τη βεβαιότητα ότι είναι δικό της από το έτος 1938 έως το 1978 οπότε απεβίωσε.

Οι εφεσίβλητοι-ήδη αναιρεσείοντες είναι τέκνα του αδελφού της Μ1, Δ1, ο οποίος απεβίωσε το 1944. Μαζί με τη μητέρα του ... διέμεναν και αυτοί ένα διάστημα στο επίδικο, σε μία παράγκα που είχαν εγκαταστήσει στην αυλή του επιδίκου, όμως η συγκατοίκηση αυτή δε διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω των συνεχών προστριβών, μάλιστα ο πατέρας των ήδη αναιρεσιβλήτων, Τ1 τους εξεδίωξε και διέλυσε την παράγκα όπου διέμεναν.

Έκτοτε, από το έτος 1951 οπότε εκδιώχθηκαν από το επίδικο, αυτό το νεμόταν αποκλειστικά η μητέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων, Μ1. Ο πρώτος των ήδη αναιρεσειόντων, το έτος 1993 υπέβαλε αίτηση στη Διεύθυνση Κοινότητας Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης για την έκδοση οριστικού παραχωρητηρίου, το οποίο εκδόθηκε με αριθ. ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, ήδη όμως το ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα των εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων της μητέρας τους Μ1, η οποία κατά τον χρόνο του θανάτου της, το έτος 1978, είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, την δε κληρονομία της αποδέχθηκαν οι εκκαλούντες, με την ...

δήλωση αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ως βάσιμη την από 29-7-1996 ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την από 2-10-1997 αντίθετη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε διαφορετικά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, στέρησε από την απόφασή του την αναγκαία νόμιμη βάση, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των αναφερόμενων στην αρχή ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, περιέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αντιφατικές παραδοχές ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο άρχισε να ασκεί αποκλειστική κτητική νομή επί του επιδίκου η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων Μ1 ο οποίος αρχικώς προσδιορίζεται το έτος 1938, περαιτέρω όμως το έτος 1951, οπότε, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής, εκδιώχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι από το επίδικο.

Επίσης δε διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, του τρόπου περιέλευσης, στην ανωτέρω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, της αποκλειστικής νομής του επίδικου ακινήτου, με την άσκηση της οποίας επί είκοσι έτη απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, αν δηλαδή αυτή περιήλθε από άτυπη δωρεά του επιδίκου προς εκείνη το έτος 1938 από τον κληρούχο πατέρα της Π1 όπως με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, ή αν εκείνη απέκτησε συννομή επί του επιδίκου, με τους λοιπούς αδελφούς της, από κληρονομία του κληρούχου πατέρα τους, και, στην περίπτωση αυτή, δήλωσε τη βούληση της στους λοιπούς κοινωνούς ότι νέμεται ολόκληρο το ακίνητο ως κυρία, αποκλειστικά στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεση, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την 791/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ